Πριν από πέντε χρόνια, το αιφνιδιαστικό κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης και η επαναλειτουργία της με άλλη διάρθρωση (ΝΕΡΙΤ) αντιμετωπίστηκε ως μεγάλο κοινωνικοπολιτικό πρόβλημα, παρά το γεγονός ότι το πρόγραμμά της το παρακολουθούσαν ελάχιστοι τηλεθεατές. Η επανίδρυση της γνωστής ΕΡΤ από τη σημερινή κυβέρνηση αποτέλεσε τη μοναδική ίσως προεκλογική εξαγγελία της που επιβεβαιώθηκε.

 

Αντίθετα, για την οριστική, όπως φαίνεται, παύση του δημοφιλέστερου τηλεοπτικού σταθμού των τελευταίων τριών δεκαετιών δεν έγινε ιδιαίτερος πολιτικός θόρυβος ούτε στήθηκαν γκροτέσκα μνημεία. Εκτός από τους εργαζομένους του σταθμού και ορισμένα νοσταλγικά σχόλια στα social media, ελάχιστα έχει απασχολήσει την κοινή γνώμη το κλείσιμο του πιο ισχυρού πόλου ενημέρωσης και ψυχαγωγίας των τελευταίων γενεών. Τα πολιτικά κόμματα ελάχιστα σχολίασαν τον αργό θάνατο του Mega, φοβούμενα ότι θα εκληφθούν ως απολογητές της διαπλοκής, αυτής της επάρατης νόσου που οι αμόλυντοι εξυγιαντές εκλέχθηκαν, μεταξύ των άλλων, να αντιμετωπίσουν ως «καναλοκτόνοι».


Μένουν πολλά να διερευνηθούν για τις πολιτικές και ιδιοκτησιακές ευθύνες που οδήγησαν σε αυτό το πρωτοφανές για τα ευρωπαϊκά δεδομένα γεγονός. Όμως αυτό που επίσης πρέπει να γίνει αντικείμενο συζήτησης είναι τι ήταν τελικά το «αγαπημένο» κανάλι της σύγχρονης τηλεόρασης, γιατί κέρδισε το κοινό και τι προκύπτει με το τέλος της ηγεμονίας του. Αν και οι απαντήσεις στους παραπάνω γρίφους δεν είναι καθόλου αυτονόητες, μπορούμε να σκεφτούμε ορισμένα στοιχεία πολύ σημαντικά.

 

Η μεγαλύτερη αμαρτία του Mega (όπως και του Ant1) είναι ότι πολλές φορές υπέκυψε στα κελεύσματα της «περιρρέουσας ατμόσφαιρας» και δεν προέταξε πιο δυναμικά τα σύγχρονα στοιχεία που εισήγαγε στο τηλεοπτικό σύμπαν.


Πρώτον, το Mega υπήρξε το σημείο αναφοράς της τηλεοπτικής ενημέρωσης όλα τα χρόνια της λειτουργίας του, ακόμα και την περίοδο που οι κατηγορίες για τον «διαπλεκόμενο» ρόλο του κορυφώθηκαν (περίοδο ανάπτυξης της διαδικτυακής ενημέρωσης). Ακόμη και αυτοί που μισούσαν το Mega και τα σχόλια του Πρετεντέρη και των άλλων δημοσιογράφων του το παρακολουθούσαν διότι αυτός ο σταθμός έθετε σε μεγάλο βαθμό την ημερήσια διάταξη των ειδήσεων. Εδώ, η σημασία της άντλησης πρωταγωνιστών στο πεδίο της ενημέρωσης, κυρίως από τους μεγάλους δημοσιογραφικούς οργανισμούς του ΔΟΛ και του Πήγασου, δεν μπορεί υποτιμηθεί.


Δεύτερον, από τις τριάντα δημοφιλέστερες τηλεοπτικές σειρές από το 1993 κι ύστερα, οπότε έχουμε τα στοιχεία της AGB Nielsen, οι είκοσι τρεις παραγωγές ανήκουν στο Mega. Το «Νησί», οι «Ψίθυροι Καρδιάς», το «Παρά Πέντε», η «Ζωή της Άλλης» και η «Αναστασία» απαρτίζουν το top 5 των ελληνικών σειρών (έχουν φτάσει στη μεγαλύτερη τηλεθέαση μέσου λεπτού), όλες προβαλλόμενες από το «Μεγάλο» κανάλι. Σειρές που αν κάποιος κάτσει και τις αναλύσει ξεχωριστά θα διαπιστώσει το εντελώς διαφορετικό στίγμα τους, την εντελώς διαφορετική θεματολογία τους που κέρδισε το κοινό: από τους παράδοξους έρωτες μέχρι τις παράδοξες φιλίες, από την πραγμάτευση της κοινωνικής περιθωριοποίησης μέσα από το μελόδραμα μέχρι τον κωμικό ή δραματικό σχολιασμό συγκεκριμένων ταμπού.


Τρίτον, το Mega δεν είχε την ευθύνη μόνο για τις πιο ξεχωριστές, ίσως και καινοτόμες, στιγμές της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης. Συχνότατα υπέπεσε στη γνωστή παθολογία της «απορρυθμισμένης» δημόσιας σφαίρας της ύστερης Μεταπολίτευσης. Τυποποίηση και λαϊκισμός είναι τα δύο βασικά παρακλάδια της.

 

Δεν είναι καθόλου λίγες φορές που οι επιλογές του πρώτου καναλιού της ιδιωτικής τηλεόρασης μετά το 1989 συνδύασαν και τα δύο, ενισχύοντας φοβικά ή ημιμαθή αντανακλαστικά της ελληνικής κοινής γνώμης, χαϊδεύοντας τα «μάτια» των τηλεθεατών με στερεοτυπικές εικόνες ενημερωτικού ή ψυχαγωγικού περιεχομένου μέσα στο κυνήγι του πρόσκαιρου κέρδους (βλ. τηλεθέαση).

 

Η μεγαλύτερη αμαρτία του Mega (όπως και του Ant1) είναι ότι πολλές φορές υπέκυψε στα κελεύσματα της «περιρρέουσας ατμόσφαιρας» και δεν προέταξε πιο δυναμικά τα σύγχρονα στοιχεία που εισήγαγε στο τηλεοπτικό σύμπαν. Τα πρώτα χρόνια της κρίσης, μάλιστα, συνέβαλε τα μέγιστα στη συστηματοποίηση του εθνικολαϊκισμού και όχι στο αντίθετό της, όπως οι ορκισμένοι εχθροί του υποκριτικά του καταλογίζουν.

 

Το Mega, με άλλα λόγια, συγκρότησε το συμβολικό και φαντασιακό πλαίσιο της Ελλάδας της ύστερης Μεταπολίτευσης με όλα τα θετικά και αρνητικά του στοιχεία. Ένας πιο αναλυτικός απολογισμός της ιστορίας του ίσως να δείξει ότι τα εκσυγχρονιστικά στοιχεία έτειναν να αντιπαλέψουν επάξια τα αρχαϊκά και ίσως σε αρκετές περιπτώσεις να τα νίκησαν. Το γεγονός είναι ότι η οριστική του παύση σπάει τον πιο σημαντικό «καθρέφτη» του σύγχρονου εαυτού μας.

 

Όσο κι αν η σημασία της συμβατικής τηλεόρασης παρέρχεται στον κόσμο της ψηφιακής επανάστασης, όσο κι αν ο τηλεθεατής σήμερα έχει πολλές επιλογές που του δίνει η διαδικτυακή τηλεόραση (βλ. Netflix), αυτή η εμπειρία που είχαμε λόγω (και) του Mega, ένα κοινό σημείο αναφοράς όλων, θα λείψει. Ο κατακερματισμός και η πόλωση της σημερινής δημόσιας σφαίρας μάς κάνει πολύ συχνά να αναπολούμε αυτήν τη μεγάλη συλλογική εικόνα, την ευρύχωρη, την πολυσυλλεκτική, εν τέλει μοντέρνα και δημοκρατική, της οποίας το κανάλι που σβήνει ήταν σε μεγάλο βαθμό παραγωγός.