Η αποχή ήταν αυτή που κέρδισε στο χθεσινό δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε στη γειτονική χώρα των Σκοπίων. Η χαμηλή συμμετοχή, που άγγιξε το 36,87%, παρά τη σαφή επικράτηση του «Ναι», απ' όσους πήγαν να ψηφίσουν, σε ποσοστό 91,39%, περιπλέκει ακόμη περισσότερο την πολιτική κατάσταση για την ΠΓΔΜ.


Προφανώς, το αποτέλεσμα της εκλογικής διαδικασίας είναι κατώτερο των προσδοκιών της κυβέρνησης Ζάεφ, αφού δεν άγγιξε το ψυχολογικό όριο συμμετοχής του 50% κι η επόμενη μέρα προμηνύεται αβέβαιη και απρόβλεπτη.


Παρά τον μη δεσμευτικό χαρακτήρα του, το δημοψήφισμα έρχεται να λειτουργήσει ως καταλύτης εξελίξεων.

 

To γεγονός ότι προσήλθαν στις κάλπες περίπου 630.000 πολίτες δυσκολεύει πλέον την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας αλλά και πιθανόν την έγκριση της Συμφωνίας που στις 17 Ιουνίου Αλέξης Τσίπρας και Ζόραν Ζάεφ υπέγραψαν στις Πρέσπες.


Την ίδια στιγμή, «ενισχυμένο» εμφανίζεται το «κίνημα του μποϊκοτάζ» και της «αποχής» της εθνικιστικής αντιπολίτευσης του VMRO – DPMNE. Μάλιστα, σε αυτό συνέβαλε η κινητικότητα που παρατηρήθηκε το τελευταίο χρονικό διάστημα στον χώρο του διαδικτύου της γειτονικής χώρας, όπου οι λογαριασμοί στο twitter που καλούσαν σε αποχή από την κάλπη πολλαπλασιάστηκαν.

 

Επίσης, αρκετοί αναλυτές υπογραμμίζουν ότι στην παθητική στάση των πολιτών συνέβαλε και η «αντισυστημική» στάση απέναντι σε όλους τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους που παρέλασαν από τη χώρα υποστηρίζοντας την καμπάνια του «Ναι», μια εκλογική συμπεριφορά που θύμισε πολύ το ελληνικό δημοψήφισμα του 2015.


Ωστόσο, είναι χαρακτηριστικό ότι έως χθες κυριαρχούσε η πεποίθηση ότι το δημοψήφισμα θα λειτουργούσε ως ένα καθοριστικό βήμα, μέσω της λαϊκής βούλησης, το οποίο θα διευκόλυνε την κυβέρνηση Ζάεφ στην επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών και στη συνέχεια στο θέμα της εκκίνησης της διαδικασίας για την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε.

 

Όμως το γεγονός ότι προσήλθαν στις κάλπες περίπου 630.000 πολίτες δυσκολεύει πλέον την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας αλλά και πιθανόν την έγκριση της Συμφωνίας που στις 17 Ιουνίου Αλέξης Τσίπρας και Ζόραν Ζάεφ υπέγραψαν στις Πρέσπες.

 

«Στις δημοκρατίες αποφασίζουν οι πολίτες οι οποίοι ψηφίζουν. Οι πολίτες που ψήφισαν ενέκριναν σε μεγάλο ποσοστό τη Συμφωνία των Πρεσπών και την ένταξη της χώρας στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ» ανέφερε ο κ. Ζάεφ και κάλεσε το VMRO και τους βουλευτές της αντιπολίτευσης να στηρίξουν τις συνταγματικές αλλαγές στη Βουλή. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά: «Πρέπει να περάσουμε πλέον στην πολιτική δραστηριότητα στο Κοινοβούλιο. Πρέπει το VMRO να στηρίξει τις συνταγματικές αλλαγές. Άλλος δημοκρατικός δρόμος δεν υπάρχει, παρά η προσφυγή στις κάλπες».


Από την άλλη πλευρά, δεν είναι τυχαίο ότι σε ανακοίνωσή του το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε «αντιφατικό» το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην ΠΓΔΜ σημειώνοντας: «Μεγάλη υπεροχή του "Ναι", χωρίς, όμως, την αντίστοιχη συμμετοχή. Μεγάλο τμήμα της κοινωνίας της γείτονος χώρας στήριξε τη συμφωνία. Όμως ένα σημαντικό τμήμα την αντιμετώπισε με σκεπτικισμό.

 

Η Ελλάδα σέβεται τις επιλογές των πολιτών της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Το υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας θεωρεί, γενικότερα, ότι το κλίμα εθνικισμού και καχυποψίας, οι καθημερινές πλαστές ειδήσεις και ο άκρατος φανατισμός δεν επιτρέπουν δυστυχώς να αποτιμηθούν νηφάλια τα μεγάλα οφέλη της συμφωνίας και εμποδίζουν την αναγκαία αλληλοκατανόηση των λαών και την ανάπτυξη της συνεργασίας τους. Οι ακραίοι και επιθετικοί εθνικισμοί στην περιοχή μας, η ανευθυνότητα έναντι του μέλλοντος της περιοχής, ο εγκλωβισμός σε στερεότυπα αλυτρωτισμού, ενώ η Ιστορία πρέπει να είναι σχολείο και όχι φυλακή, δεν δίνουν προοπτική στην περιοχή γενικότερα. Αυξάνει η αναγκαιότητα ισότιμης συνεργασίας στην περιοχή, κυριαρχίας του πολιτισμού του δημοκρατικού διαλόγου, της κουλτούρας της συνεννόησης και των δίκαιων συμβιβασμών. Τα επόμενα βήματα απαιτούν νηφαλιότητα από όλες τις πλευρές ανεξαιρέτως, ώστε η θετική δυναμική της Συμφωνίας των Πρεσπών να διαφυλαχθεί».


Ποια είναι, λοιπόν, τα βασικά συμπεράσματα από το χθεσινό δημοψήφισμα; Όπως επισημαίνει στη LiFO ο καθηγητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Δημήτρης Χριστόπουλος, «το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν είναι νίκη ούτε ήττα της κυβέρνησης Ζάεφ. Δεν είναι νίκη, για τον προφανή λόγο της αποχής. Επίσης, δεν είναι ήττα διότι το κυβερνητικό μπλοκ δυνάμεων συγκρατεί την εκλογική του δύναμη σε ποσοστό 5/6 σε σχέση με την επίδοση των εκλογών του 2016. Στις εκλογές αυτές τα κόμματα που συνέστησαν την κυβέρνηση Ζάεφ έλαβαν περίπου 650.000 ψήφους με ποσοστό συμμετοχής 66%, ενώ σήμερα το "Ναι" στο δημοψήφισμα άγγιξε τις 550.000 ψήφους με ποσοστό συμμετοχής 36%. Αυτό σημαίνει ότι. παρά την απαξίωση του δημοψηφίσματος λόγω του ιδιαιτέρως υψηλού ποσοστού αποχής, η κυβέρνηση κρατά τις δυνάμεις της. Αυτό επιτρέπει στον Ζάεφ να μην προκηρύξει εκλογές και να πάει κατευθείαν σε συνταγματική αναθεώρηση, όπου θα πέσουν "λυτοί και δεμένοι" ώστε να βρεθεί ο μαγικός αριθμός των 80 στους 120 βουλευτές».


Ποιες ήταν οι αιτίες της αποχής; «Πιστεύω ότι οι αιτίες της αποχής είναι οι ακόλουθες: πρώτον, η, ούτως ή άλλως, χαμηλή παραδοσιακά πολιτική συμμετοχή στις χώρες του πρώην "υπαρκτού", που οξύνεται από το ότι στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας η πολιτική κινητοποίηση ήταν παραδοσιακά χαμηλότερη ακόμα και από τον μέσο όρο των συγκρίσιμων κρατών. Δεύτερον, οι εκλογικοί κατάλογοι συγκροτήθηκαν με βάση τα αποτελέσματα της απογραφής του 2002 που πραγματοποιήθηκε μετά τη Συνθήκη της Οχρίδας και ενδιαμέσως ένα μεγάλος αλλά αδιευκρίνιστος αριθμός πολιτών έχει μεταναστεύσει εκτός επικράτειας. Τρίτον, και κυριότερο, οι πολίτες της γειτονικής μας χώρας δεν πήγαν να ψηφίσουν ούτε για την Ελλάδα ούτε για τις Πρέσπες, παρά μόνο για να μπουν στην ουρά των προενταξιακών διαπραγματεύσεων της Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ. Οι άνθρωποι γνωρίζουν όμως ότι για να γίνει αυτό αποποιούνται το όνομα της Δημοκρατίας τους. Δεν πάει εύκολα κάποιος προκειμένου να δεχτεί να αλλάξει το όνομα του κράτους του, ούτε για να μπει στο ΝΑΤΟ, ούτε στην Ε.Ε. Αυτό είναι κάτι που στην Ελλάδα το ξεχνάμε. Επιβεβλημένη αλλαγή ονομασίας κράτους λόγω της επιμονής ενός τρίτου κράτους δεν έχει υπάρξει ξανά στις διεθνείς σχέσεις. Να θυμίσουμε ότι η Αυστρία κάποτε άλλαξε όνομα, όχι όμως επειδή το ήθελε ένα κράτος αλλά η Συμμαχία των νικητών του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Επομένως, η αλλαγή του ονόματος μιας Δημοκρατίας δεν είναι κάτι που μπορεί να εμπνεύσει τους πολίτες της, ώστε να τους ωθήσει να ψηφίσουν μαζικά και να πανηγυρίζουν, μας αρέσει, δεν μας αρέσει. Τα υπόλοιπα είναι εσωτερικής κατανάλωσης» καταλήγει ο κ. Χριστόπουλος.


Ήδη, πολλοί υποστηρίζουν ότι από χθες ξεκίνησε ένας νέος κύκλος αβεβαιότητας καθώς και ότι δημιουργείται ένα νέο σκηνικό για τα Σκόπια και την Αθήνα. Το σίγουρο είναι πως η 30ή Σεπτέμβρη έρχεται να προστεθεί ως ένας ακόμα σταθμός μιας διαμάχης που κρατά 27 χρόνια. Συγκεκριμένα, αν ανατρέξουμε στο παρελθόν και σε μια άλλη κρίσιμη ψηφοφορία, εκείνη του 1991, η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας είχε αποσχιστεί από την ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία, κηρύσσοντας την ανεξαρτησία της με την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» με ποσοστό 96,4% και συμμετοχή που ξεπερνούσε το 70%.


Το χθεσινό δημοψήφισμα, πάντως, που αναμενόταν να ξεκαθαρίσει το τοπίο, ήρθε να θολώσει ακόμη περισσότερο την πολιτική κατάσταση για τις δύο χώρες, μια περίοδο κατά την οποία επικρατούν ευρύτερες ανακατατάξεις στα Βαλκάνια.