Αργά ή γρήγορα, θα έπαιρνε μπρος η διαδικασία reboot/reunion/revival κάποιας επιτυχημένης ελληνικής σειράς της ανθηρής και σπάταλης δεκαετίας του '90, τότε «που ήμασταν νέοι και ανέμελοι» και υπήρχαν λεφτά στα κανάλια για κανονικές παραγωγές. Θέμα χρόνου ήταν. Το νοσταλγικό κλίμα είναι βαρύ κι ασήκωτο, ακόμα κι αν έχουμε συνειδητοποιήσει όλοι ότι όποιος ζει στο παρελθόν τελείωσε.

 

Η λαχτάρα για τελετουργίες επανένωσης και επανασύνδεσης («ρε, πώς καταντήσαμε, χα χα χα» - «έλα ρε, το 'χουμε ακόμα, χα χα χα») είναι αχόρταγη και ως εκ τούτου απείρως εκμεταλλεύσιμη. Είναι λίγο σαν ιδρυματική εσωστρέφεια γενιάς ή μάλλον γενεών πλέον, καθώς οι νοσταλγοί των '80s γερνάνε επικίνδυνα ως καταναλωτές και έχουν παραδώσει τη θέση τους στο άρμεγμα στους μεσήλικες που ονειρεύονται τα '90s της εφηβείας και της πρώιμης νεότητάς τους.

 

 

Το μεγάλο πρόβλημα εκείνης της σειράς ήταν η αβάσταχτα μεσόκοπη προσέγγιση των καημών μιας εντελώς φαντασιακής και «fake» νεολαίας. Την ίδια προσέγγιση και τα ίδια μικρομέγαλα συμπτώματα έχουμε δει και σε αντίστοιχες μυθοπλασίες διά χειρός συνομηλίκων των νεαρών χαρακτήρων.

 

Υπ' αυτό το πρίσμα, η επιστράτευση των ηθοποιών που πρωταγωνιστούσαν προ εικοσαετίας στο «Λόγω Τιμής» για να μπουν ξανά στο πετσί των χαρακτήρων «είκοσι χρόνια μετά» δεν μοιάζει άστοχη ιδέα. Ασχέτως του αν η ελληνική παραγωγή τηλεοπτικής μυθοπλασίας βρίσκεται σταθερά υπό το μηδέν, εδώ και χρόνια έρμαιο της ιδιοκτησίας των σταθμών και της μακροχρόνιας κρίσης, τη διαβρωτική υφή της οποίας δεν θα μπορούσαν να διανοηθούν ποτέ οι φλωροέντεχνοι κι αθώοι χαρακτήρες της σειράς (ούτε κι εμείς που το παίζαμε και «ψαγμένοι» τότε θα μπορούσαμε, εξίσου στην καρακοσμάρα μας ήμασταν, απλώς με διαφορετικές αισθητικές αναφορές).

 

Πάντα υπάρχει λύση, όμως, όταν υπάρχει ζήτηση – πραγματική ή τεχνητή. Το δελτίο Τύπου και τα δημοσιεύματα που ακολούθησαν το τρέιλερ με την επανένωση των πρωταγωνιστών της σειράς αναφέρουν ότι «όπως όλα δείχνουν, το ριμέικ θα βγει στον αέρα μέσα στο 2019, ενώ ακόμα δεν έχει διευκρινιστεί από ποιον σταθμό θα προβάλλεται. Η σεναριογράφος έχει δεχτεί πρόταση σχεδόν από όλα τα κανάλια, όμως το όνομα αυτού που θα έχει τη μεγάλη ευκαιρία να προβάλει τα νέα επεισόδια... δεν έχει διαρρεύσει ακόμα».

 

Μπορεί να είναι στο Mega που θρυλείται ότι ξανανασταίνεται, μπορεί να είναι στο Netflix, στο Epsilon, στο Ίντερνετ, οπουδήποτε. Μπορεί να βγει σε πλειστηριασμό. Δεν έχει τόση σημασία (πια) το μέσο όσο το προϊόν.

 

Όσον αφορά το τι απέγιναν οι ήρωες και οι ηρωίδες της σειράς, πληροφορούμαστε αφηρημένα ότι «κάποιοι έχουν μια επιτυχημένη καριέρα, κάποιοι άλλοι έχουν πληγεί από την κρίση της εποχής, άλλοι έχουν δημιουργήσει οικογένεια και παιδιά κι άλλοι έχουν εγκαταλείψει την πρωτεύουσα. Παρακολουθούμε τις ζωές τους, τα οικογενειακά και τα επαγγελματικά τους προβλήματα στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα με έμφαση στη μεταξύ τους άρρηκτη φιλία, πιστοί σ' ένα «Λόγω Τιμής» που έδωσαν πριν από 20 χρόνια, πως, ό,τι κι αν συμβεί, θα παραμείνουν πάντα φίλοι.

 

Εκείνο το λεβέντικο μπρα ντε φερ μεταξύ Άλκη Κούρκουλου και Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη δεν ήταν απλώς μια αμήχανη χειρονομία αλλά υπόσχεση και τάμα που θα συνεχίσει να μας στοιχειώνει κι ας μην ανήκουμε πλέον ούτε εμείς ούτε εκείνοι στα σφριγηλά και ελπιδοφόρα νιάτα.

 

Το μεγάλο πρόβλημα εκείνης της σειράς και μπόλικων άλλων που προηγήθηκαν και ακολούθησαν ήταν η αβάσταχτα μεσόκοπη προσέγγιση των καημών μιας εντελώς φαντασιακής και «fake» νεολαίας. Προς αποφυγήν πάσης φύσεως παρεξηγήσεων, ουδόλως αναφέρομαι στην καταξιωμένη συγγραφέα της σειράς Μιρέλλα Παπαοικονόμου.

 

Την ίδια προσέγγιση και τα ίδια μικρομέγαλα συμπτώματα έχουμε δει και σε αντίστοιχες μυθοπλασίες διά χειρός συνομηλίκων των νεαρών χαρακτήρων. Άλλωστε, τη σκυτάλη αυτού του είδους της λουστραρισμένης και αντισηπτικής δραματικής/νεανικής σειράς πήρε λίγα χρόνια αργότερα ο νεαρός Χριστόφορος Παπακαλιάτης με μια αλληλουχία σειρών που το όνομα («Η ζωή μας μια βόλτα», «Να με προσέχεις» κ.λπ.) και το εντεχνοειδές τραγούδι των τίτλων τους (που σε έκανε να επανεκτιμήσεις τα ρεφρέν-σλόγκαν των καψουροσκυλάδικων) είχαν άθροισμα ένα γλυκοπικρούλι τίποτα και η αβάσταχτη ξενερωσιά των χαρακτήρων πασάλειβε και τους ίδιους τους ηθοποιούς, χωρίς να φταίνε. Αν κάτι τις διαχώριζε από το «Λόγω Τιμής» ήταν κάτι νοσηρό και καριόλικο στην υφή τους και μια έντονη αίσθηση κραυγαλέας και glossy σαπουνόπερας.


Άτιμο πράγμα, όμως, η μαζική κουλτούρα. Με το πέρας του χρόνου μπορεί να αποθεώσει περιθωριακές καλτίλες και να εξορίσει στη συλλογική λήθη τις πιο mainstream (άχρωμες και άγευστες) κατασκευές. Έχει κανείς την αίσθηση πια ότι το μυαλό των περισσοτέρων, όταν ακούνε το παρατσούκλι «Τσίου», δεν πάει στον χαρακτήρα του Μαρκουλάκη στο «Λόγω Τιμής» αλλά στον πρωταγωνιστή της ομώνυμης ταινίας του Μάκη Παπαδημητράτου που ψάχνεται ματαίως για «να γίνει» μέσα στην κάψα, τη σκόνη και τη σουρεαλιστική ερημιά του αθηναϊκού Δεκαπενταύγουστου.