Παρά ότι συχνά κάνουμε τους άνετους με την κριτική, τις περισσότερες φορές μας θυμώνει. Όλα τα εγώ είναι δύσπιστα και δύστροπα, δεν θέλουν κάποιον άλλον να τα «μειώνει», να υπενθυμίζει ελλείψεις, λάθη, ανοησίες.

 

Αυτό δεν αφορά μόνο τον κόσμο του βιβλίου ή της τέχνης, τον συγγραφέα ή τον καλλιτέχνη. Η κριτική δυσαρεστεί ιδίως τα πολιτικά όντα, τις παραταξιακές οικογένειες, τους κυβερνώντες. Το ίδιο ή και χειρότερα γεννάει αντιδράσεις ενδοοικογενειακές ή στους μετεωρισμούς της καθημερινότητας.

 

Υπάρχει όμως κάτι που περιπλέκει το πράγμα σε σχέση με την κριτική. Η κριτική είναι αναπόσπαστο κομμάτι της δημοκρατίας και των αστικών κοινωνικών σχέσεων. Ο νεότερος πολιτισμός θεμελιώνεται στην κριτική σε όλες τις απόλυτες ενσαρκώσεις. Στην κριτική του Θεού, του Ηγεμόνα, του Λαού, του Κόμματος. Όχι όμως μόνο στην κριτική της εξουσίας αλλά και στην κριτική στην κοινή γνώμη, στην πλειοψηφία και στη μειοψηφία.

 

Από όλους όμως όσοι δυσανασχετούν με την κριτική, ένας δεν πρέπει και να το δείχνει: η εκάστοτε κυβέρνηση. Η κυβέρνηση στα δημοκρατικά συστήματα δεν είναι ένας συγγραφέας που του κακολόγησαν το βιβλίο και γράφει επιστολές διαμαρτυρίας για όσους «τον εχθρεύονται». Δεν είναι ούτε κάποια κοσμική περσόνα που έξαλλη για κάποιο δημοσίευμα απευθύνει απειλές στον έναν και στον άλλον. Δεν είναι, εντέλει, ένα ιδιωτικό πρόσωπο που νιώθει πως τον προσβάλλουν και σπεύδει να απαντήσει, συχνά με την ίδια, κακότροπη γλώσσα.

 

Πέρα από το σοκ του θιγμένου μας εγωισμού, κάποιες αυστηρές και επιθετικές ακόμα κρίσεις έχουν και ευεργετικά αποτελέσματα. Μια κριτική μπορεί να πλήττει μια «εικόνα» και συγχρόνως να δίνει ιδέες για καλύτερες απαντήσεις στο μέλλον.

 

Η κυβέρνηση σε μια δημοκρατία είναι υπόλογος. Πάντοτε υπό προθεσμία. Δεν μπορεί να αντιδρά στην κριτική, ακόμα και αν τα μέλη της, οι φίλοι, οι οπαδοί της, οι εξαρτώμενοί της αισθάνονται άσχημα και εκνευρίζονται.

 

Η δυσφορία με την κριτική είναι ο κανόνας για όλους ή, έστω, για τους συντριπτικά περισσότερους. Όταν όμως η κριτική λογαριάζεται σαν ηθικά κατακριτέα πράξη υπονόμευσης, το πράγμα αλλάζει.

 

Γιατί, όσο και αν ηχεί κάπως «ιδεαλιστικά», η κριτική μπορεί να προειδοποιεί, να διορθώνει, να φωτίζει πλευρές που εμείς δεν είχαμε προσέξει. Πέρα από το σοκ του θιγμένου μας εγωισμού, κάποιες αυστηρές και επιθετικές ακόμα κρίσεις έχουν και ευεργετικά αποτελέσματα. Μια κριτική μπορεί να πλήττει μια «εικόνα» και συγχρόνως να δίνει ιδέες για καλύτερες απαντήσεις στο μέλλον.

 

Και εδώ νομίζω πως η τέχνη έχει κάτι να διδάξει στην πολιτική. Στην τέχνη η κριτική είναι σημάδι ανθεκτικότητας και πραγματικής ελευθερίας. Ένας συγγραφέας μπορεί πραγματικά να μάθει από την κριτική τα ελλείμματά του, τις βαθύτερες αδυναμίες του.

 

Αν στην πολιτική, αυτό μοιάζει αδύνατο, είναι γιατί εδώ συσσωρεύονται κατεξοχήν αρνητικά πάθη. Ιδεολογικά, συναισθηματικά και προσωπικά στοιχήματα καριέρας φτιάχνουν ένα μίγμα αδιαφανές και σκληρό.

 

Ο ολοκληρωτισμός αναδύθηκε από την μοντέρνα πολιτική, έστω ως εκτροπή ή παθολογία της. Και η τέχνη, κατεξοχήν πεδίο της εύθραυστης αλήθειας, ζήλεψε συχνά αυτή την «συμπαγή» και αδιάλλακτη φύση της ολοκληρωτικής πολιτικής.

 

Το θέμα κι εδώ ήταν και είναι η κριτική. Το κατά πόσο μια κυβέρνηση (και μετά όλοι οι υπόλοιποι) αντιλαμβάνεται ότι θα είναι στόχος, ότι θα της ασκείται έλεγχος και ότι δεν υπάρχει κάτι ιερό και όλα μπορεί να λεχθούν, όπως έλεγε ο Ραούλ Βανεγκέμ.

 

Δεν είναι εύκολο πράγμα αυτό. Ιδίως για όσους προέρχονται από πολιτικές και ιδεολογικές παραδόσεις που δεν αναγνωρίζουν πρωταρχική σημασία στην ελευθερία της γνώμης αλλά στην ομοφωνία, στην αλληλεγγύη κόμματος-κοινωνίας ή στην «άσκηση πολιτικής ηγεμονίας».

 

Φυσικά ο τρόπος που συχνά μπερδεύεται η κριτική με τον προσωπικό διασυρμό ή τις χυδαίες κατεδαφίσεις προσώπων ή των οικογενειών τους, βοηθάει στην απαξίωση της κριτικής. Όταν μπαίνουν στη μέση σύζυγοι, παιδιά, επαγγελματικά ή άλλα κουσούρια και χάνεται το κύριο, τότε καταστρέφεται η κριτική: γίνεται θόρυβος επικοινωνιακός και μαύρο υλικό της πιο φτηνής δημοσιότητας.

 

Καμιά κυβέρνηση, είπαμε, δεν αγαπάει την κριτική και δεν συμπαθεί τους κριτικούς της. Όταν όμως δείχνει πως δεν τους αντέχει και τους βάζει στο ίδιο σακί μιας «αντισύριζα» συνωμοσίας, κάνει ένα μεγάλο βήμα προς τα πίσω. Βλέπει την κριτική ως παθολογία της δημοκρατίας και τις αντιθέσεις της κοινωνικοπολιτικής ζωής ως ανώμαλες παρεκκλίσεις.

 

Αν αυτό δεν είναι οπισθοδρόμηση τι άλλο μπορεί να είναι;