Τοσκάνη, 1996. Είμαι προσκεκλημένος στα γυρίσματα του Stealing Beauty. Το μέρος είναι μαγικό. Ένα κουκλίστικο σπιτάκι στην άκρη ενός αγρού, έξω από τη Σιένα, και στη συνέχεια ένας υπέροχος πύργος για τη δεξίωση της ταινίας, στο Castellο di Brollio.

 

Ο maestro κάθεται σκεπτικός σε μια καρέκλα. Κάτι δεν του πάει, αλλά δεν ξέρει τι ακριβώς. Μιλάει σιγά, με το χαρακτηριστικό του βορειοϊταλικό «γ» στη θέση του «ρ» στον σκηνογράφο του και μισή ώρα αφότου χωρίσουν ένας μπογιατζής μετατρέπει τους χωματόδρομους σε πολύχρωμα μονοπάτια, πασπαλίζοντας κόκκινες και κίτρινες σκόνες στα λευκά χαλίκια.

 

Επρόκειτο για λειτουργική απόφαση (που, τελικά, φαινόταν ελάχιστα στην ταινία) ή για μια μικρή arty επίδειξη μπροστά στους δημοσιογράφους που γνώριζε πως παρακολουθούσαν; Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι χαμογέλασε αμυδρά στον οπερατέρ του, τον Ντάριους Κόντζι. Σαν να ήξερε πως η ταινία με τη Λιβ Τάιλερ δεν σωζόταν με τίποτε, αλλά τουλάχιστον έδωσε λίγο θέαμα στο θέμα.

 

Το έκανε συχνά. Ενθουσίαζε, δίχαζε, θριάμβευε, αποτύγχανε, ζούσε για το σινεμά. Και, όπως έλεγε, μισάνοιγε πάντα το παράθυρο στα γυρίσματα για να μπει η πραγματικότητα. Και η φαντασία, θα πρόσθετα, βλέποντας τι έκανε στην Κλεμμένη Ομορφιά

 

Μαρξιστής κάποτε, άθεος, ναι, αλλά ερωτικός σκηνοθέτης οπωσδήποτε, και από τους πιο εμφατικούς.

 

Δεν είναι εύκολο να βγάλει συμπέρασμα ένας μελετητής ή θαυμαστής του έργου του για τις προθέσεις και τα οράματα του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι στη διάρκεια μιας μεγάλης καριέρας, που ξεκίνησε ταπεινά, αλλά φιλόδοξα στις παρυφές του νεορεαλισμού, το 1961, με το πολύ ενδιαφέρον, και εστετίστικο, Commare Secca, στα 21 μόλις χρόνια του και τελείωσε αθόρυβα το 2012 με το Εγώ κι εσύ, μια τρυφερή κατάθεση για τη νεότητα και τον έρωτα.

 

Γιος ποιητή, βοηθός του Πιερ Πάολο Παζολίνι (που ήταν φίλος του πατέρα του), ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι ήταν ενδεχομένως ο πρώτος μαρξιστής και άθεος σκηνοθέτης που, μέσω του επίμονου και αποτελεσματικού παραγωγού Τζέρεμι Τόμας, άλωσε τα Όσκαρ και, κατά κάποιον τρόπο, το Χόλιγουντ, με υπερπαραγωγές όπως ο πολυβραβευμένος Τελευταίος Αυτοκράτορας και το φιάσκο του Μικρού Βούδα.

 

Το αβαθές της Ιστορίας και το αχανές των μεγάλων εκτάσεων άρχισε να γοητεύει τον Ιταλό σκηνοθέτη από ένα σημείο κι έπειτα. Το Τσάι στη Σαχάρα, λουξ, στιλπνή αλλά και ευαίσθητη διασκευή του βιβλίου του Πολ Μπόουλς, είναι ίσως η ιδανικότερη έκφραση του σινεμασκόπ φλερτ του με τον απολωλότα άνθρωπο, μια ψυχή που περιπλανιέται ψάχνοντας ταυτότητα, σκοπό ή μια σοβαρή δικαιολογία. Με τον συμφωνικό καμβά του διευθυντή φωτογραφίας, Βιτόριο Σοράρο, εύγλωττο και κομβικό στο στυλ του.

 

Υπήρξε παντρεμένος από το 1978 με την παραγωγό Κλερ Πέπλοου, αλλά δεν απέκτησαν παιδιά.
Υπήρξε παντρεμένος από το 1978 με την παραγωγό Κλερ Πέπλοου, αλλά δεν απέκτησαν παιδιά.

 

Το ίδιο έκανε και με τον Αυτοκράτορα, και νωρίτερα, σε υπαρξιακή παραλλαγή, τρομερή μουσική του Γκάτο Μπαρμπιέρι και αξέχαστη ερμηνεία του Μάρλον Μπράντο, στο Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι.

 

Η προσαρμοστικότητα ήταν βούτυρο στο ψωμί του Μπερτολούτσι, σε τέτοιο βαθμό που πολλοί σύγχρονοί του, όπως ο Γκοντάρ, τον κατηγόρησαν για ξεπούλημα ή, στην καλύτερη περίπτωση, αναρωτιούνταν ποιος πραγματικά είναι: πώς είναι δυνατόν, ρώτησαν προφανώς, ο σκηνοθέτης του Πριν την επανάσταση και του αξεπέραστου Κομφορμίστα να παραδίδεται στο ψυχο-bubble του La Luna, ακόμα και στη γενικευμένη ιστορική ταπετσαρία του 1900, αγνοώντας ωστόσο πως σε μία από τις καλύτερες ταινίες της πρώτης περιόδου, τη Στρατηγική της Αράχνης, ο Μπερτολούτσι, διά της θεματικής αλληγορίας του φιλμ, αμφισβήτησε τη μαρξιστική του εγκυρότητα. 

 

Βασικά, τον ενδιέφερε ο άνθρωπος μέσα στη δίνη της Ιστορίας και της πολιτικής, η ψυχή του και οι επιθυμίες του.

 

Μαρξιστής κάποτε, άθεος, ναι, αλλά ερωτικός σκηνοθέτης οπωσδήποτε, και από τους πιο εμφατικούς. Εκτός από τον «βιασμό», όπως κατήγγειλε η ίδια, της Σνάιντερ στο Τανγκό, αλλά και του έφηβου Αμερικανού, γιου της Τζιλ Κλέιμπουργκ, στο La Luna, το τρίο των ορμητικών Ονειροπόλων σπουδαστών στο Παρίσι του '68 συνδύαζε, με αμεσότητα και μια ευπρόσδεκτη δόση αφέλειας, τον ερωτισμό με την πολιτική, όπως τον ζουν πυρετωδώς και ακραίως οι υπέροχοι και απερίσκεπτοι, αιώνιοι Νέοι.

 

Η στύση του Μάικλ Πιτ, τα στήθη της Έβα Γκριν, οι λερωμένες ματιές του Λουί Γκαρέλ: ο Μπερτολούτσι μπάνιζε για τελευταία φορά το κορμί που τον εγκατέλειπε και εξακολουθούσε να είναι μέσα στο σεξ, όχι να το κοιτάζει με την απόσταση του διανοούμενου.

 

Η ταινία μοιάζει και αυτή με φαντασία, σεξουαλική ενηλικίωση με ένα splash of red, αλλά ο Μπερτολούτσι, ένας ήπιος προβοκάτορας και διακριτικός εστέτ, έχει πάρει απαλλαγή από τις κατηγορίες, έχοντας δηλώσει νωρίς πως γι' αυτόν το σινεμά ήταν μια καλή ευκαιρία να ονειρευτεί τον κομμουνισμό.