ΟΤΑΝ Ο ΜΙΝΩΣ μου είπε για την «Ευτυχία», ήταν Παρασκευή βράδυ. Μάιος 2019. Τέλη. Έκανε ζέστη. Από κείνες τις ζέστες που ανασαίνεις από τ' αυτιά.


«Ένα πρωτότυπο τραγούδι για τους τίτλους τέλους της ταινίας, ένα τραγούδι για την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου».


Με τον Μίνω πηγαίνουμε πάντα σε ένα καφέ συγκεκριμένο, καθόμαστε πάντα σε ένα τραπέζι συγκεκριμένο, έχει μεγάλη κλίση σ' αυτό το σημείο το πεζοδρόμιο και οι καρέκλες είναι έτοιμες να γλιστρήσουν. Αλλά δεν γλιστράμε. Ποτέ.

 

Είναι πώς βλέπεις το επικλινές. Αν το δεις κατηφόρα, σ' έχει πάρει από κάτω. Αν το δεις ανηφόρα, βάζεις πρώτη και προχωράς.

 

Γύρισα σπίτι, έσβησα όλα τα φώτα κι όλο το βράδυ πήγαινα πέρα δώθε, υπνοδωμάτιο-σαλόνι, σαλόνι-υπνοδωμάτιο, ένα δυάρι δρόμος. Μέσα μου συνέβαινε έκρηξη. Ήμουν και το ηφαίστειο και η Πομπηία. Και η ορμή και η σιωπή. Αυτό το τραγούδι πρέπει ν' αρχίσει βέβηλα. Πρώτος στίχος και σφυριά. Δεύτερος στίχος κάρφωμα. Άλλωστε η βλασφημία και η ομορφιά είναι ένα και το αυτό. Κι εγώ έχω θυμό. Έχω τόσο θυμό που είμαι ο πιο ήρεμος άνθρωπος στον κόσμο. Μικρή ήμουν μεγάλο χαρτόμουτρο. Έμαθα τους αριθμούς από τα χαρτιά. Πρόσθεση, αφαίρεση, ξερή, δηλωτή, νίκη, ήττα. Όταν έριχνα το φύλλο στο τραπέζι, κατέθετα την ψυχή μου. Στιλπνή. Παιδική. Λεία. Εύκολη λεία για τον κυνηγό απέναντι. Έπαιζα μέχρι να σταματήσω να σκέφτομαι. Μέχρι να σταματήσω να μετράω. Μέχρι να νικήσω το δευτερόλεπτο. Ποτέ με λεφτά. Πάντα με καραμέλες.

 

Αν κάποτε ευτύχησα, ήταν όταν την ευτυχία την αγνοούσα.

 

Ήταν η πρώτη φορά που την άκουσα στο ραδιόφωνο. Βγήκε στη ρούγα. Έτσι μετακινείται η Ευτυχία. Έτσι κάνει τις δουλειές της. Με τα μέσα μαζικής. Με τον λαό. Στοιβάζεται κι όποιον κατά λάθος ακουμπήσει. Με τρόλεϊ. Με τις κεραίες της τεντωμένες. Πάει κι έρχεται. Σαν την άδικη κατάρα. Άδικη που είσαι, Ευτυχία!

 

Ξημέρωσε Σάββατο. Το πρωί μιλήσαμε με τον Μίνω. Δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν μου είπε «Δες το "Όλα είναι ένα ψέμα / μια ανάσα μια πνοή", δες πώς το λέει, με τη μία... μια μεγάλη αλήθεια».

 

Δεν υπάρχει άλλη αλήθεια από κείνη που μας πονάει.

 

Βράδιασε. Θα έβλεπα έναν φίλο στις 11. Θα τέλειωνε την παράσταση και θα βρισκόμασταν κάπου στο κέντρο. Στάση Ακαδημία. Να πιούμε ένα ποτό.

 

Σοφία Καψούρου
Σοφία Καψούρου

 

10:30 πήγα στη στάση, στο Παγκράτι, έξω απ' τα Έβερεστ. Στην Ευτυχίδου. 7 λεπτά αναμονή. Εγώ και τρεις άλλοι περιμέναμε το τρόλεϊ. Το 11. Το παλιό «Παγκράτι-Κολιάτσου». Ήταν από κείνα τα Σάββατα που νομίζεις ότι έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου, γιατί έρχεται το καλοκαίρι. Ήταν από κείνα τα Σάββατα που νομίζεις ότι άφησες όλη τη ζωή πίσω σου, γιατί έχασες την άνοιξη. Κάθισα στο παγκάκι, περίμενα το τρόλεϊ και σκάρωσα την «Ευτυχία». Ήρθε και κάθισε παραδίπλα μια γυναίκα –θα 'ταν εξήντα και...– με λιωμένα σαμπό και μαύρο φακιόλι στο κεφάλι.


«7 λεπτά», μου λέει, «προλαβαίνουμε», και άναψε τσιγάρο. Ο καπνός της στο πρόσωπό μου. Με φύσαγε. Και τα μάτια μου θόλωναν.

 

Η «Ευτυχία» γράφτηκε μέσα σε 7 λεπτά. Ίσως και τόσο να κράτησε. Ίσως και τόσο να κρατάει. Να εμφανίζεται στην αναμονή, όταν περιμένεις. Κάτι να έρθει. Ένας άνθρωπος, μια ευκαιρία, ένα τρόλεϊ. Είτε το παίρνεις είτε το χάνεις. Εγώ το πήρα. Αφέθηκα κι επήγα. Όσο πιο μακριά, τόσο πιο κοντά μου.

 

Στην Ευτυχίδου γράφτηκε η «Ευτυχία».

 

Δεν είχα χαρτί. Γιατί το χαρτί στραπατσάρεται στην τσάντα. Και καμιά φορά ανοίγει το μπουκαλάκι με το νερό και τα χαρτιά γίνονται μούσκεμα. Δεν είχα στυλό. Γιατί αν σου κάτσει η στραβή και χυθεί το μελάνι, την έβαψες. Δεν είχα μολύβι. Γιατί το μολύβι, αφήνει μουντζούρες δεξιά κι αριστερά και το ύφασμα της τσάντας βρωμίζει. Όμως τους έγραψα τους στίχους. Στο μυαλό μου. Εκεί που η Ευτυχία ψάχνει σπίτι. Αλλά είναι όλα κατειλημμένα. Από φαντάσματα.

 

Πέρασαν οι μήνες. Ήρθε η ώρα η «Ευτυχία» να πάρει τους δρόμους.

 

Δευτέρα πρωί. 10:30 πήγα στη στάση, στο Παγκράτι, έξω απ' τα Έβερεστ. Στην Ευτυχίδου. 7 λεπτά αναμονή. Τώρα δεν ήμουν εγώ και τρεις άλλοι. Τώρα ήμουν εγώ και είκοσι τρεις άλλοι που περιμέναμε το τρόλεϊ. Το 11. Το παλιό «Παγκράτι-Κολιάτσου». Νοέμβριος 2019. Τέλη. Έκανε ζέστη. Ήμασταν πολλοί, εμείς και τα μπουφάν μας. Από κείνες τις ζέστες που ανασαίνεις από τ' αυτιά. Ο οδηγός είχε ανοίξει ραδιόφωνο. Κι εγώ τρία βήματα πίσω του, με την μπάρα τη διαχωριστική να έχει σφηνώσει στο νεφρό μου –«Πράσινο μάτι, πράσινη τσόχα»– με τον αγκώνα του διπλανού να μου 'χει φράξει τον πνεύμονα –«Να φιλάς τόσο ωραία / Να περνάς έτσι λαθραία»– μ' ένα μωρό να κλαίει γιατί η μάνα του το τάιζε ενώ δεν πείναγε –«Μαύρο το αίμα, μαύρο το γάλα / Δώσ' μου μια στάλα / Δώσ' μου μια στάλα»– με τα χνώτα των πίσω μου στον αυχένα μου –«Κόντρα στο ρεύμα κι αν κολυμπάει / Μόνος γεννιέται / Μόνος του πάει». Και πήγαινα. Στάση Ακαδημία.


Πάλι με τρόλεϊ ήρθε η Ευτυχία. Ήταν η πρώτη φορά που την άκουσα στο ραδιόφωνο. Βγήκε στη ρούγα. Έτσι μετακινείται η Ευτυχία. Έτσι κάνει τις δουλειές της. Με τα μέσα μαζικής. Με τον λαό. Στοιβάζεται κι όποιον κατά λάθος ακουμπήσει. Με τρόλεϊ. Με τις κεραίες της τεντωμένες. Πάει κι έρχεται. Σαν την άδικη κατάρα. Άδικη που είσαι, Ευτυχία! Κατάρα που είσαι για όποιον πίστεψε πως σε έκανε δική του. Πάντα κατεβαίνεις μια στάση πριν. Κι εκεί που λέμε σε προλάβαμε, γίνεσαι καπνός – «Είμαι καπνός, είσαι φωτιά».

 

Γεια σου, βρε Ευτυχία! Βρίζεις και μέχρι κι ο Θεός κάθεται σούζα. Τυχάρπαστος ο Θεός, στιχάρπαστος ο άνθρωπος.


7 λεπτά. Όσο να σφίξει ένα αυγό. Και λιγότερο...

 

Πάντα σκιᾶς ἀσθενέστερα, πάντα ὀνείρων ἀπατηλότερα.

 

 

Γιώργος Νταλάρας, Ελεωνόρα Ζουγανέλη, Κώστας Τριανταφυλλίδης, Μαρία Κίτσου - Ευτυχία

 

Ευχαριστώ τον Μίνω Μάτσα που μου έδωσε την Ευτυχία. Σ' αυτόν τη χρωστάω. Κι εκείνη κι άλλες πολλές.

 

Ευχαριστώ τον Διονύση Σαμιώτη και την παραγωγή που μου έδωσαν τη στιγμή να συνομιλήσω με μια αθάνατη και να τολμήσω να δώσω φτερά στον αητό της.

 

Ευχαριστώ επίσης τη ζωή και το θέατρο που δεν είμαι πλούσια, γιατί αν ήμουν, θα είχα αυτοκίνητο ή σοφέρ και αν είχα αυτοκίνητο ή σοφέρ, δεν θα είχα πάρει εκείνη τη βραδιά το τρόλεϊ και αν δεν είχα πάρει το τρόλεϊ, δεν θα είχα γράψει την «Ευτυχία». Ίσως να είχα γράψει μια άλλη. Αλλά όχι αυτή. Αυτή που «χόρτασε ξύλο, νήστεψε λάδι». Αυτή που «στο διάολο πουλάει την ψυχή της». Αυτή που «στο τέλος θα ρεφάρει».

 

*Η Σοφία Καψούρου είναι συγγραφέας, στιχουργός, σκηνοθέτις, ηθοποιός. Έχει γράψει τους στίχους για το τραγούδι «Ευτυχία» της ομότιτλης ταινίας σε σκηνοθεσία Άγγελου Φραντζή και μουσική Μίνου Μάτσα.