ΒΑΡΙΑ, ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ, αλλά και δυσοίωνη – ειδικά μέσα σ' αυτή την ατέλειωτη χρονιά που δοκιμάζει διαρκώς τις αντοχές μας και την εμπιστοσύνη μας στην έγκυρη ενημέρωση – η απώλεια του Ρόμπερτ Φισκ, του σπουδαίου δημοσιογράφου, συγγραφέα και εγκυρότερου, στη συνείδηση του κοινού, ανταποκριτή του μεσανατολικού δράματος εδώ και πέντε δεκαετίες, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στα 74 του χρόνια, πριν προλάβει να αποχαιρετήσει την αγαπημένη του Βηρυτό. Λειτουργώντας ως ζωντανή, μέχρι χθες, συνείδηση μιας ακέραιης δημοσιογραφίας, έγραφε για τα πράγματα όπως τα έβλεπε και όπως τα βίωνε από πρώτο χέρι, καταθέτοντας συγχρόνως τις όποιες προκαταλήψεις του, που επίσης προέκυπταν από τα άμεσα και κάποιες φορές καθοριστικά και τραυματικά βιώματά του σε μερικά από τα πιο μαρτυρικά μέρη του πλανήτη. «Δεν έχω ξαναδεί ποτέ μου τόσο πολύ θάνατο», είχε χαρακτηριστικά δηλώσει για την πρωτοφανή σφαγή των Παλαιστινίων αμάχων στους καταυλισμούς Σάμπρα και Σατίλα του Λιβάνου το 1982.


«Δεν μπορείς να φτάσεις κοντά στην αλήθεια χωρίς να βρίσκεσαι εκεί», θα έλεγε πολλά χρόνια αργότερα, στην ταινία που γυρίστηκε πέρσι με θέμα την περιπετειώδη δημοσιογραφική του πορεία και τίτλο "This Is Not a Movie". Η ταινία προβλήθηκε (διαδικτυακά) τον περασμένο Μάιο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης στο οποίο θα παρευρισκόταν κι ο ίδιος ως επίσημος προσκεκλημένος, επίσκεψη που δυστυχώς ματαιώθηκε, όπως και η «φυσική» λειτουργία ολόκληρου του φεστιβάλ, λόγω της πανδημίας. Σε άλλο σημείο της ταινίας, ομολογούσε με κάποια δόση πικρίας: «Πιο πολύ απ' όλα φοβάμαι ότι όλα αυτά που γράφουμε δεν κάνουν την παραμικρή διαφορά».

 

«Αυτό που έχω παρατηρήσει πολλές φορές στους αληθινούς, χωρίς εισαγωγικά πλέον, πολέμους τους οποίους έχω καλύψει, είναι ότι όσο κι αν έχουν υποφέρει από την σφοδρότητα των συγκρούσεων, οι πολίτες φανερώνουν μια απόκοσμη σχεδόν ικανότητα να υπομένουν τις απώλειες τριγύρω τους».

Ένα από τα τελευταία άρθρα του για τον Independent γράφτηκε τον περασμένο Αύγουστο μετά την τρομακτική έκρηξη που σημειώθηκε στο λιμάνι της Βηρυτού, εν μέσω της πλήρους οικονομικής κατάρρευσης που βιώνει ο Λίβανος, και έμοιαζε με κραυγή απόγνωσης για την μοίρα μιας χώρας που είχε γίνει η δεύτερη πατρίδα του:


«Ιδού λοιπόν ένα από τα πιο καλλιεργημένα έθνη της περιοχής με έναν από τους πιο ταλαντούχους και θαρραλέους – και γενναιόδωρους και ευγενικούς – λαούς στον κόσμο, ένας τόπος ευλογημένος με χιόνια και βουνά και ρωμαϊκά μνημεία και το καλύτερο φαγητό και την υψηλότερη νοημοσύνη και μια ιστορία χιλιετιών. Κι όμως, δεν μπορεί ούτε καν να λειτουργήσει το νόμισμά του, να εξασφαλίσει την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στους κατοίκους του, να φροντίσει τους ασθενείς του, να προστατεύσει τους πολίτες του...».

 

Ο Ρόμπερτ Φισκ στην ταινία "This Is Not a Movie".
Ο Ρόμπερτ Φισκ στην ταινία "This Is Not a Movie".


Λίγους μήνες πριν, στα τέλη Απριλίου, έγραφε για την πανδημία, τις συγκρίσεις με τις συνθήκες «αληθινού» πολέμου όπου δεν μπορεί πραγματικά να υπάρξει «επιστροφή στην κανονικότητα» επειδή η κανονικότητα έχει σμπαραλιαστεί και τον τρόπο με τον οποίο η «αγέλη» αποκτά ανοσία όχι στην ασθένεια, αλλά στις ανθρώπινες απώλειες:


«...Μπορεί να είναι μεγάλες οι ανθρώπινες απώλειες και αβάσταχτες οι οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας, θα έχουμε αποφύγει όμως την εθνική αυτοχειρία ενός "αληθινού" πολέμου. Ο υλικός κόσμος έξω από την πόρτα μας θα μοιάζει σε μεγάλο βαθμό ίδιος με αυτόν που αφήσαμε πίσω τον Φλεβάρη... Γι' αυτό και τόσος πολύς κόσμος εμφανίζεται πρόθυμος να αψηφήσει τα προστατευτικά μέτρα που έχουν αποφασιστεί για λογαριασμό του. Όχι λόγω αυτοκαταστροφής, εγωισμού ή παραφροσύνης, αλλά επειδή κοιτάζοντας έξω από το παράθυρό τους, οι άνθρωποι βλέπουν τον κόσμο όπως τον άφησαν. Λίγο-λίγο, όλο και περισσότεροι άνθρωποι είναι προετοιμασμένοι να ρισκάρουν να κάνουν κακό στον εαυτό τους και στους άλλους επειδή μπορούν με κάποιον τρόπο να αποδεχτούν το κόστος αυτού που συμβαίνει, σε ανθρώπινες ζωές...».


«Αυτό που έχω παρατηρήσει πολλές φορές στους αληθινούς, χωρίς εισαγωγικά πλέον, πολέμους τους οποίους έχω καλύψει, είναι ότι όσο κι αν έχουν υποφέρει από την σφοδρότητα των συγκρούσεων, οι πολίτες φανερώνουν μια απόκοσμη σχεδόν ικανότητα να υπομένουν τις απώλειες τριγύρω τους. Έχει να κάνει μάλλον με την ίδια την ιδέα της κοινωνίας, με την ιδέα ότι είναι πιθανό, όσο αβάσταχτες κι αν είναι οι περιστάσεις, να αντιληφθούμε τον πόνο και τον θάνατο ως κάτι που δεν είναι πέρα από την κανονικότητα. Οι αληθινοί πόλεμοι, βλέπετε, κινούνται κι αυτοί προς μια εξέλιξη που επίσης μπορεί να χαρακτηριστεί ως "νέα κανονικότητα"... Με ή χωρίς προστασία από αυτόν ή τον επόμενο ιό, με ή χωρίς εμβόλιο, το κοινό θα έχει γίνει "αγέλη", μια αγέλη που έχει ανοσία στους θανάτους των άλλων, έχοντας αφομοιώσει ως αποδεκτό γεγονός ένα ποσοστό απώλειας μεταξύ των συνανθρώπων μας...».