Το κοινωνικό δίκτυο έγινε 15 χρονών αυτή τη Δευτέρα – χρονικό διάστημα που περιέργως μας φαίνεται συγχρόνως πολύ μεγάλο και πολύ μικρό – και ένα από τα πιο εμφανή στοιχεία της επιρροής του στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων την τελευταία μιάμιση δεκαετία είναι το εξής: Το Facebook είναι ο τόπος που πάνε οι φιλίες για να μην πεθάνουν φυσιολογικά, παραμένοντας σ΄ ένα καθαρτήριο μεταξύ ζωής και θανάτου.

 

Μπορεί συνεπώς εκτός των άλλων να χρεωθεί στην πλατφόρμα το ότι δημιούργησε μια νέα κατηγορία σχέσης που δεν θα μπορούσε να υπάρξει στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας – αυτό που θα αποκαλούσαμε κατάλοιπη φιλία.

 

Πρόκειται για τη φιλία εκείνη, εντός ή εκτός εισαγωγικών, την οποία έχεις εξελικτικά ξεπεράσει, που κανονικά θα είχε σβηστεί εντελώς από τη ζωή σου, εξαιτίας όμως του Facebook, εξακολουθεί να υπάρχει και να θυμίζει, αμυδρά ή σποραδικά έστω, την παρουσία της ακόμα κι αν δεν υπάρχει μεταξύ σας καμία ή σχεδόν καμία αλληλεπίδραση, καμία επικοινωνία, καμία «σύνδεση», που είναι και ο τοτεμικός, θρησκευτικός σχεδόν όρος που έχει επικαλεστεί συχνά ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ για ο δημιούργημά του.

 

Είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι οι χρήστες με παλαιότερους λογαριασμούς στο Facebook είναι πιθανότερο να έχουν πιο πολλές τέτοιες κατάλοιπες φιλίες, ή «αδύναμους δεσμούς» όπως ερευνητές τις αποκαλούν συχνά, στα βάθη του χρονολόγιου τους - απλούστατα γιατί είχαν περισσότερο χρόνο για να κάνουν «φιλίες» που σταδιακά ξεθώριασαν και συχνά είχαν να κάνουν με παλαιούς συμμαθητές με τους οποίους επανασυνδέθηκαν στην πλατφόρμα για να αποξενωθούν και πάλι λόγω

 

Αλλά και όσοι μπήκαν πιο πρόσφατα στην πλατφόρμα ενδεχομένως έχουν εμπειρία του φαινομένου, ειδικά όσοι ξεκίνησαν προσωπικό λογαριασμό με νοσταλγικές καταρχήν προθέσεις. Όπως η κοινωνιολόγος στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας, Ρεμπέκα Άνταμς που άνοιξε προσωπικό λογαριασμό στο Facebook για πρώτη φορά τον περασμένο χρόνο, ρυθμίζοντάς τον έτσι ώστε να βρει χαμένες συνδέσεις με παλιούς γνωστούς. «Χρησιμοποίησα ως εικόνα προφίλ μια φωτογραφία μου από το γυμνάσιο», λέει. «Ξέρω αυτούς που με αναγνωρίζουν όπως είμαι τώρα, με ενδιέφερε όμως κυρίως να ξαναβρώ αυτούς που με ήξεραν όταν ήμουν νέα».

 

Ασχέτως της πορείας πάντως που θα ακολουθήσει μια τέτοια επανασύνδεση, ακόμα και οι «φίλοι» με τους οποίους ποτέ δεν υπήρξε ή χάθηκε στην πορεία κάθε αλληλεπίδραση, μπορούν να ανακληθούν κάποια στιγμή από την αφάνεια όταν υπάρξει ανάγκη.

 

Σύμφωνα με την Nicole Ellison, ερευνήτρια online επικοινωνίας και κοινωνικών δικτύων στο Πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν, όταν οι άνθρωποι ζητούν τη βοήθεια του δικτύου φίλων τους στο Facebook, κατά κανόνα υπάρχει ανταπόκριση, είτε ζητάνε πληροφορίες, είτε συναισθηματική υποστήριξη, είτε κάποια προσωπική χάρη, όπως να δανειστούν ένα βιβλίο ή να μοιραστούν με κάποιον μια κούρσα μέχρι το αεροδρόμιο. Και, όπως σημειώνει, πολλές φορές την βοήθεια προσφέρει τελικά όχι κάποιος στενός φίλος αλλά κάποιος από τους αδύναμους δεσμούς.

 

Αυτές όμως είναι εξαιρετικές περιπτώσεις. Οι πιο πολλές από αυτές τις «συνδέσεις» που απλά υπάρχουν στη λίστα με τους φίλους της προσωπικής μας σελίδας, δεν θα είχαν επιβιώσει εκτός Facebook. «Οι φιλίες προσδιορίζονται σε μεγάλο βαθμό από το περιβάλλον τους και το Facebook είναι αυτόνομο περιβάλλον», λέει ο Μάικλ Χάρις, συγγραφέας του βιβλίου "The End of Absence: Reclaiming What We've Lost in a World of Constant Connection" (Το τέλος της απουσίας: Διεκδικώντας αυτό που χάσαμε σε έναν κόσμο διαρκούς σύνδεσης): «Είναι σαν δοχείο εργαστηρίου στο οποίο ό,τι έχει την πιθανότητα να αναπτυχθεί, θα αναπτυχθεί με τη μορφή κάποιου είδους κοινωνικής επαφής. Οι πιο πολλές τέτοιες 'φιλίες' όμως δεν θα είχαν καμία τύχη εκτός ίντερνετ».

 

Αυτή είναι τελικά μια από τις «φαουστικές» συμφωνίες που έχουμε κάνει με το Facebook. Μπορούμε να ζητήσουμε (και να λάβουμε) συμβουλή και βοήθεια από όλους γνωρίζουμε σε ζητήματα μεγάλα και μικρά, με αντάλλαγμα όμως να παρακολουθούμε να επιπλέουν στο χρονολόγιο μας τα κουφάρια συνδέσεων που έσβησαν ή δεν αναπτύχθηκαν ποτέ.

 

Με στοιχεία από το άρθρο "Facebook: Where Friendships Go to Never Quite Die" της Julie Beck που δημοσιεύτηκε ατο The Atlantic