Εδώ και λίγα χρόνια, πριν ακόμα γίνει διάσημη η Mary Kondo για τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της στα σπίτια, περιφέρεται σαν κάλεσμα αναζήτησης του Ιερού Δισκοπότηρου, η ιδέα του "Inbox Zero", που ευαγγελίζεται εκείνη την ένδοξη μέρα που ανοίγει κανείς τα emails του και το κουτί των εισερχομένων είναι άδειο – ή σχεδόν άδειο – και τότε μοιάζει να φεύγει από πάνω του όλο το βάρος του κόσμου.

 

Βεβαίως, όταν κάποιος λέει με δέος και προσμονή τη φράση "Inbox Zero", συνήθως δεν εννοεί ακριβώς μηδέν εισερχόμενα, αλλά μηδέν αδιάβαστα εισερχόμενα emails. Σύμφωνα μ' αυτή τη λιγότερο ολοκληρωτική και συναρπαστική εκδοχή του όρου, μπορεί να διατηρεί κανείς εκατοντάδες ή και χιλιάδες emails στον λογαριασμό του, αρκεί να έχουν διαβαστεί.

 

Ξενέρωτο. Ο στόχος θα έπρεπε να είναι αν όχι μηδέν συνολικά, τουλάχιστον 50 το πολύ διαβασμένα emails και τέλος: αν υπάρχει υλικό που παραμένει αδιάβαστο μετά από ένα μήνα, αυτό συμβαίνει διότι απλά δεν το χρειάζεσαι. Προφανώς, όλοι κρατάμε κάποια emails συναισθηματικής αξίας, από το 2014 ας πούμε, που αναπαύονται εν ειρήνη στις τελευταίες σελίδες των εισερχομένων, αλλά αυτό είναι μια συνειδητή επιλογή, και όχι αποτέλεσμα αναβλητικότητας που γίνεται βραχνάς.

 

Αυτό που μοιάζει ακατανόητο είναι το γιατί κάποιος αρνείται να σβήσει ένα αδιάβαστο email που του είναι άχρηστο. Γιατί είναι άχρηστο; Διότι δεν έκανε καν τον κόπο να το ανοίξει! Και αν δεν το έχει ανοίξει σε διάστημα ενός μηνός, δεν θα το ανοίξει ποτέ.

 

Ωραία είναι όλα αυτά στη θεωρία, θα αντιτείνει ίσως κάποιος, αλλά έχουν μαζευτεί καμιά δεκαριά χιλιάδες αδιάβαστα emails στο κουτί μου και με πνίγουν όταν τα βλέπω και είναι πια πολύ αργά για να κάνω κάτι γι' αυτό.
«Κάποια μέρα θα κάτσω να τα σβήσω και θα απαλλαγώ από τον βραχνά» λέμε στον εαυτό μας. Ψευδαισθήσεις. Κατά πάσα πιθανότητα, αυτή η μέρα δεν θα φτάσει ποτέ.

 

Πρέπει όμως να κάτσουμε να το κάνουμε, προς χάρη της ψυχικής μας υγείας. Έστω και τμηματικά. Καταρχάς, κάνουμε delete όλα τα αναπάντητα emails (αδιάβαστα και διαβασμένα) που έχουν συμπληρώσει πάνω από χρόνο στο κουτί μας. Ακολούθως, σβήνουμε τα αδιάβαστα του τελευταίου εξαμήνου. Από κει και πέρα, αναλόγως με το μέγεθος της αλληλογραφίας που έχει συσσωρευτεί, προχωράμε από τα βάθη του χρόνου μέχρι πριν από ένα μήνα περίπου μέχρι να σβηστούν τουλάχιστον όλα τα αδιάβαστα emails.

 

Εννοείται ότι δίνεται προτεραιότητα στα επαγγελματικά emails, διότι – ας είμαστε ρεαλιστές – αν ήταν κάτι επείγον στο οποίο έπρεπε να έχουμε ανταποκριθεί, ο αποστολέας θα είχε επικοινωνήσει ξανά μαζί μας, σε πιο έντονο ύφος.

 

Είναι πιθανό στατιστικά, αν εμπλακεί κανείς με θέρμη σ' αυτή τη διαδικασία εκκαθάρισης με στόχο το πολυπόθητο "Inbox Zero", να στείλει κατά λάθος στη λήθη και κάποιο χρήσιμο email, αλλά αυτό είναι ένα μικρό ρίσκο μπροστά στην απελευθέρωση που θα νιώσει μετά την «κάθαρση».

 

Μπορεί επίσης κάποιος να μαρκάρει ως διαβασμένα όλα τα αδιάβαστα emails για να διευκολυνθεί στη διαδικασία. Είναι σα να «κλέβεις», αλλά το πιθανότερο είναι ότι έτσι θα γίνεις εφεξής πιο συνεπής στο σβήσιμο των άχρηστων και ανεπιθύμητων emails.

 

Υπάρχει πάντα βέβαια και η ύστατη λύση για όσους προτιμούν να ζουν με το αβάσταχτο βάρος παρά να μπουν στη διαδικασία ολικής εκκαθάρισης του κουτιού ηλεκτρονικής αλληλογραφίας τους: Άλλαξε διεύθυνση email. Ή ακόμα πιο δραστικά, άλλαξε δουλειά. Ξεκίνα πάλι από το μηδέν και γίνε αυτό το άτομο που ζει χωρίς κατάλοιπα και κάνει κλικ σε κάθε email την ώρα που έρχεται.

 

Με στοιχεία από το New York