Ένα από τα παιχνίδια που μας παίζει το ίδιο μας το μυαλό είναι ότι αναζητούμε αποδείξεις για να επιβεβαιώσουμε πράγματα που πιστεύουμε. Για παράδειγμα, ακούμε μία κακή φήμη για έναν αντίπαλο μας και φυσικά είμαστε πανέτοιμοι να την πιστέψουμε, γιατί μας συμφέρει φυσικά. Αν ακούσουμε την ίδια ακριβώς φήμη για ένα πρόσωπο που αγαπάμε, στη χειρότερη περίπτωση θα διαμαρτυρηθούμε, στην καλύτερη θα πούμε ότι πρόκειται για κακοήθειες. Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν δεν εμπιστευόμαστε ένα κόμμα ή μία κυβέρνηση, μία αλλαγή στην πολιτική της, εκλαμβάνεται από εμάς ως ενισχυτικό της δυσπιστίας μας και φυσικά τανάπαλιν. 

 

Αυτή η πνευματική συνήθεια επιστημονικά ονομάζεται προκατειλημμένη επιβεβαίωση και μόλις μάθει κανείς τη σημασία του όρου αρχίζει να τον συναντά -την πρακτική εφαρμογή του, τουλάχιστον- παντού. Δεν είναι κακό να μας συμβαίνει, υπό την προϋπόθεση ότι έχουμε δίκιο. Μόνο που τις περισσότερες φορές έχουμε άδικο και δυστυχώς δίνουμε την πρέπουσα σημασία στα στοιχεία, στα γεγονότα, σε όλα εκείνα που τελικά μας διαψεύδουν, μόνο όταν είναι πολύ αργά. Πώς μπορούμε να προστατευθούμε από αυτή την (παναθρώπινη) τάση και κυρίως από την εμμονική προσήλωση μας στις λάθος αποφάσεις; Τι κάνουμε, όταν όλοι βλέπουν το λάθος εκτός από εμάς; Σύμφωνα με ερευνητές του Πανεπιστημίου του Πρίνστον υπάρχουν δύο κατηγορίες όσων πάσχουν από αυτή την κατάσταση και ένα κλασικό πείραμα, που βοηθούν κάποιον σταδιακά να ξεπεράσει τη... σιγουριά του ότι έχει δίκιο και τελικώς να πάρει τη σωστή (ή έστω τη λιγότερο επιζήμια) απόφαση. 

 

Η πρώτη κατηγορία είναι και η πιο συνηθισμένη. Είναι εκείνη που μπορεί να ανιχνεύσει κανείς σε εκφράσεις τύπου "απλώς πιστεύεις αυτό που θέλεις να πιστέψεις" ή "είναι κάτι που θα έλεγες ούτως ή άλλως, σωστά;". Είναι οι περιπτώσεις στις οποίες κάποιος θα οδηγηθεί σε ένα συμπέρασμα επειδή είναι προκατειλημμένος με τη δουλειά, την εμφάνιση ή τις πεποιθήσεις κάποιου άλλου. Αυτή είναι η κινητήριος θεωρία της προκατειλημμένης επιβεβαίωσης. Και πρόκειται για κάτι που έχει ξεκάθαρη συνταγή θεραπείας: αλλάζοντας τα κίνητρα των ανθρώπων, τερματίζεται και η προκατάληψη.

 

Δεν είναι ότι δεν θέλουμε να φτάσουμε στην αλήθεια, να επανεξετάσουμε μια θέση μας, που μπορεί -στη χειρότερη περίπτωση- να κοστίσει τη ζωή ενός αθώου, τη ζωή ενός ανθρώπου, γενικώς. Απλώς, συνήθως, μας λείπει η στρατηγική για να ξεπεράσουμε την κοντόφθαλμη φύση μας.

 

Η δεύτερη κατηγορία είναι μάλλον πιο σύνθετη. Η προκατάληψη μας δεν πηγάζει μόνο από το ότι πιστεύουμε αυτά που θέλουμε να πιστέψουμε, αλλά επειδή δεν κάναμε τις σωστές ερωτήσεις, τον καιρό που σχηματίζαμε εντυπώσεις και πεποιθήσεις αναφορικά με κάτι. Υπάρχουν χιλιάδες λόγοι για τους οποίους δεν μπορούμε να κρίνουμε σωστά μία κατάσταση, αλλά, σύμφωνα με τον ψυχολόγο Tom Stafford το πρόβλημα θα προέρχεται πάντα από τα θολά σημεία στις πηγές ενημέρωσης / πληροφόρησης μας, κάτι που δίνει τροφή στη φαντασία, αλλά όχι στη λογική μας. Σ' αυτή την περίπτωση, όπως εξηγεί, η θεραπεία είναι το να δώσεις στους ανθρώπους μία στρατηγική, προκειμένου να επανεξετάσουν τις θέσεις τους. Όπως λέει, συνήθως οι άνθρωποι θέλουν την αλήθεια, οπότε το μόνο που χρειάζονται για να την ανακαλύψουν είναι μία νέα μέθοδο. Τη γνωστική λειτουργία της κατάστασης τους.

 

Πριν από 30 χρόνια, ο Charles Lord και οι συνεργάτες του δημοσίευσαν ένα κλασικό πείραμα που έθετε τη μία μέθοδο απέναντι στην άλλη. Στην έρευνα τους χρησιμοποιούσαν ένα πείραμα πειθούς: οι εθελοντές που συμμετείχαν σ' αυτό ήταν χωρισμένοι σε δύο ομάδες. Αυτοί της πρώτης κατηγορίας, υποστήριζαν από καρδιάς την επιβολή της θανατικής ποινής.  Αυτοί της δεύτερης την κατάργηση της. Και στους μεν και στους δε δόθηκαν αδιάσειστα στοιχεία και αποδείξεις που λογικά θα τους ωθούσαν να επανεξετάσουν την άποψη τους. Τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Τουναντίον. Οι υπέρμαχοι έγιναν ακόμη πιο σκληροί στη στάση τους και οι πολέμιοι, επίσης. Το πείραμα αποδεικνύει την ισχυρή επίδραση της προκατειλημμένης επιβεβαίωσης κατά τον Lord και την ομάδα του.

 

Στη δεύτερη φάση του πειράματος, ο Lord ζήτησε από τους εθελοντές να πάρουν μία απόφαση για ένα δυνητικό περιστατικό, αποφασίζοντας αμερόληπτα και αντικειμενικά, ωσάν να ήταν δικαστές. Εξετάζοντας μόνο τα γεγονότα, τις αποδείξεις, τα ντοκουμέντα και επιχειρώντας να σκεφτούν όπως τα μέλη της απέναντι ομάδας, αφήνοντας κατά μέρους τις προσωπικές τους πεποιθήσεις. Οι εθελοντές στον βαθμό που μπόρεσαν, το έπραξαν. Και πάλι, όμως, οι αποφάσεις τους αντανακλούσαν το πρίσμα των πεποιθήσεων τους, με τις όποιες εξομαλύνσεις και τις όποιες βελτιώσεις. 

 

Κατά τον Stafford αυτό δεν πρέπει να μας απογοητεύει. Αντίθετα, αποδεικνύει την ισχυρή ανθρώπινη φύση στη λήψη αποφάσεων. Δεν είναι ότι δεν θέλουμε να φτάσουμε στην αλήθεια, να επανεξετάσουμε μια θέση μας, που μπορεί -στη χειρότερη περίπτωση- να κοστίσει τη ζωή ενός αθώου, τη ζωή ενός ανθρώπου, γενικώς. Απλώς, συνήθως, μας λείπει η στρατηγική για να ξεπεράσουμε την κοντόφθαλμη φύση μας. Το να θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί και δίκαιοι δεν είναι αρκετό. Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι πρακτικές μεθόδους που να διορθώνουν την περιορισμένη λογική μας επάρκεια και την επίσης περιορισμένη φαντασία μας για το πώς θα ήταν τα πράγματα, αν παίρναμε μία απόφαση διαφορετική από αυτή που φαίνεται να είναι η αυθόρμητη τάση μας. Μια από αυτές τις μεθόδους είναι το να ακούει κανείς προσεκτικά όλες τις εναλλακτικές και να μπαίνει στη διαδικασία να φαντάζεται τον εαυτό του -και τον κόσμο γύρω του- αν τις υιοθετούσε. Για την ιστορία, με αυτό το παράδειγμα, ο ψυχολόγος προσπαθεί να εξηγήσει την απόφαση όσων ψήφισαν τον Ντόναλντ Τραμπ για Πρόεδρο των ΗΠΑ... 

 

Με στοιχεία από το BBC