ΒΡΙΣΚΟΜΟΥΝ ΣΕ ΕΝΑ στενό σοκάκι της Αστυπάλαιας, μπροστά από ένα λευκό σπίτι με μπλε παραθυρόφυλλα, και για αρκετή ώρα παρατηρούσα τα κρεμασμένα πλεκτά ρούχα που ταλαντεύονταν από τον αέρα, φωτισμένα υπέροχα από το πορτοκαλί φως του νησιώτικου δειλινού. Για δύο ώρες εξερευνούσα τη Xώρα, χαμένη, παρακινούμενη από ένα γόνιμο αίσθημα εξερεύνησης που διαισθητικά σε οδηγεί στην ανακάλυψη αναπάντεχων θησαυρών ‒ συνήθως είναι άνθρωποι καθισμένοι σε μια γωνιά, συνοδευμένοι από χαμηλό φωτισμό ή κάποια μελωδία, σκυμμένοι με προσήλωση και ηρεμία, καλλιεργώντας «αυτό» που αγαπούν και τους γεμίζει.


«Γεια σου», είπε η Ειρήνη Ευριπίδου καθώς ξεπρόβαλε στην πόρτα. «Γεια» απάντησα. «Θες να περάσεις μέσα»; «Αμέ» είπα και πέρασα.

 

Η μόνη μας ελπίδα είναι η τέχνη, το ωραίο, που πάντα υπάρχει και θα υπάρχει και από κει πρέπει να ξεκινάμε.


Ο χώρος του «A Majestic Islander» δήλωνε ξεκάθαρα πως πρόκειται για εργαστήρι. Κλωστές, νήματα, μεζούρες, βελόνες, χειροτεχνίες, πατρόν, κρεμάστρες με ρούχα, χρώματα, δαχτυλήθρες, στον τοίχο ζωγραφιές και εικόνες από μιαν άλλη εποχή. Η Ειρήνη στεκόταν ανάμεσά τους με διακριτικότητα και σχεδίαζε πατρόν καθώς συζητούσαμε. Η φυσιογνωμία της, σε συνδυασμό με τον τρόπο που μιλούσε και κινούνταν στον χώρο, ξεδίπλωνε τον χαρακτήρα μιας γυναίκας σταθερής, καλλιεργημένης, εργατικής, που διαθέτει ισχυρή επιμονή, μεθοδικότητα, αφοσίωση και δημιουργικότητα.

 

Κατά τη διάρκεια της πολύωρης κουβέντας μας εγώ καθόμουν αναπαυτικά στην καρέκλα ανάμεσα στα πολύχρωμα ρούχα που είχε δημιουργήσει και την παρατηρούσα συνεπαρμένη. Είναι πάντα, μα πάντα, τόσο ευχάριστο να έχεις μπροστά σου έναν άνθρωπο που έχει πλήρη επίγνωση των δεξιοτήτων του, που τις αξιοποιεί και τις εξελίσσει αδιάλειπτα. Είναι πάντα τόσο ωραίο να γνωρίζεις αναπάντεχα δραστήριους ανθρώπους που κάθονται σε μια μικρή γωνιά, αποφασισμένοι να πετύχουν τον στόχο τους ‒ και είναι σίγουρο πως θα το καταφέρουν.

 

------------------

 

Γεννήθηκα στη Λευκωσία 10 χρόνια μετά την εισβολή, σε μεσοαστικό προάστιο που δημιουργήθηκε κυρίως τα χρόνια μετά το '74. Μεγάλωσα με τη μαμά και τη γιαγιά μου, που έμενε από κάτω μας. Το σπίτι μας βρισκόταν σε μια λεωφόρο όπου τα αυτοκίνητα δεν σταματούσαν σχεδόν ποτέ. Χωριό δεν υπήρχε, μια και το χωριό της γιαγιάς μου χάθηκε το '74. Μοναδικός συνδετικός κρίκος με το παρελθόν ήταν η προγιαγιά μου, που διέμενε στα πίσω σπιτάκια.


Η μαμά μου, καλλιτέχνις, από πολύ νωρίς μας είχε με τον αδερφό μου στα θέατρα, στη μουσική και στις εκθέσεις. Πιο έντονα θυμάμαι τις ζωγραφικές εξορμήσεις μας σε χωριά με περίεργα ονόματα και χωρίς κανονικούς δρόμους, τη μυρωδιά από τα διαλυτικά της λαδομπογιάς, τα ρούχα για κούκλες που μου έφτιαχνε, τους περιπάτους μας στην παλιά πόλη, την κλασική μουσική τις Κυριακές τα πρωινά και τη «Φαύστα» του Μποστ στο Δημοτικό Θέατρο.

 

Από την άλλη, η γιαγιά ήταν ένας άνθρωπος σκληρός, μια αληθινή χωριάτισσα που της την έδινε η πόλη, τη μισούσε και πάντοτε ήταν σαν θηρίο σε κλουβί. Πιο έντονα θυμάμαι το βελονάκι, τις ρόμπες και τα μισοφόρια που φόραγε το καλοκαίρι, την άψογη κατάσταση στην οποία ήθελε να βρίσκεται οτιδήποτε υπήρχε γύρω της: την τελειομανία της, την εξώπορτα του σπιτιού της με τις σιδεριές σε τουρκικό στυλ, τον ξυλόφουρνο στην πίσω αυλή (ναι, στην πόλη!), τις πίτες με λίπος και τα λαϊκά που άκουγε στο ράδιο. Η παρουσία αυτών των δύο γυναικών στη ζωή μου, με τις εκ διαμέτρου αντίθετες προσωπικότητες, υπήρξε καταλυτική.

 

Από αυτό το σχεδόν στρατιωτικό δίδυμο έμαθα, κυρίως, να δίνω αξία, χωρίς διακρίσεις, σε όλο τον κόσμο, να είμαι φιλόξενη, να ακούω, να ξέρω το δίκιο μου,να διεκδικώ, να είμαι ανεξάρτητη και, το σημαντικότερο, να δίνω λύσεις στα προβλήματα.

 

Προσπαθώ να επιλέγω υφάσματα φιλικά στο δέρμα, που δεν σε πνίγουν όταν τα φοράς. Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO
Προσπαθώ να επιλέγω υφάσματα φιλικά στο δέρμα, που δεν σε πνίγουν όταν τα φοράς. Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO


Ήμουν παιδί πολύ παρατηρητικό, κλειστό και σκεπτόμενο. Διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου με μανία, πράγματα που δεν ήταν της ηλικίας μου από πολύ μικρή. Δεν είμαι πολύ σίγουρη πια αν μου έκανε καλό. Κάθε ηλικία έχει άλλες ανάγκες και μάλλον υπερτροφοδότησα τον εαυτό μου με πληροφορία, που με έκανε να σκέφτομαι πιο πολύ απ' όσο έπρεπε. Και μετά κουράστηκα.

 

 

Το σχολείο το αγαπούσα. Αληθινά και βαθιά το αγαπούσα. Μόλις πήγαινε 20 Αυγούστου ξεκινούσα να μετράω αντίστροφα και, αν μπορούσα, θα καθόμουν από τότε έτοιμη, με τη στολή και τα παπούτσια, να περιμένω κοιτώντας την πόρτα. Συνήθως ήμουν δεύτερη και όχι πρώτη στην τάξη, γιατί βαριόμουν να διαβάζω ό,τι δεν με ενδιέφερε κι αυτό πάντα με ενοχλούσε. Δυστυχώς, δεν έμαθα ποτέ να συμβιβάζομαι με ό,τι δεν μου αρέσει αλλά ούτε και να έρχομαι δεύτερη κι αυτό το θεωρώ ένα από τα ελαττώματά μου. Σε ό,τι με ενδιέφερε αφιερωνόμουν ολοκληρωτικά, σχεδόν εμμονικά, και τότε ήμουν πρώτη.

 

Η τέχνη δεν ήταν το αγαπημένο μου μάθημα, γιατί μας βάζανε να ζωγραφίζουμε μόνο και καθόλου μελέτη, αλλά ούτε και τα θεωρητικά τα αγαπούσα, γιατί εκεί δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω τη δημιουργικότητά μου, έλειπε η τέχνη. Μόνο στις εργασίες ένιωθα να βρίσκω τον εαυτό μου, επειδή εμπεριείχαν έρευνα, άρα μελέτη και κάποια καλλιτεχνία. Κείμενο συνοδεία σχεδίων, χαρτοκοπτικής κ.λπ. – τότε δεν είχαμε υπολογιστές.


Πρόσεχα την εικόνα μου από πολύ μικρή. Πηγαίναμε με τη μαμά να ψωνίσουμε τις γιορτές και τα ήθελα όλα συνδυασμένα. Και το κοκαλάκι για τα μαλλιά και τα παπούτσια και τα μπιζού και, αν μπορούσα, και τα ρούχα της κούκλας που θα κράταγα. Πάντα μου άρεσαν τα κραυγαλέα χρώματα και μοτίφ, από μικρή ήμουν μαξιμαλίστρια, νομίζω. Μέχρι τα 15 μου έντυνα και χτένιζα κούκλες. Κι ακόμη και τώρα το κάνω κάποιες φορές! Στο θέατρο ήθελα να πηγαίνω για να χαζεύω τα κοστούμια, στο μπαλέτο ήθελα να πηγαίνω για να φοράω τα ωραία φορέματα στις γιορτές που κάναμε, το πατινάζ το λάτρευα για τα θεαματικά κορμάκια και τα καρναβάλια ήταν η αγαπημένη μου γιορτή, επειδή θα φορούσα κάτι που θα με έκανε μια άλλη και όλοι θα με θαύμαζαν. Η αξία της καρναβαλικής στολής ήταν τεράστια για μένα. Ένα ρούχο που καθόριζε το ποια ήμουνα για μία ημέρα.

 

Εκεί όμως που φάνηκε ξεκάθαρα η διάθεσή μου ήταν στα θεατρικά που ανεβάζαμε με τη φίλη μου τη Δέσποινα για τα αδέρφια μας. Αυτή έγραφε τα έργα που θα παίζαμε κι εγώ διάλεγα τα κοστούμια μας μέσα από διάφορα κουρέλια που είχαμε μαζέψει και τα βαφτιστικά ρούχα των αδερφιών μας. Η σκηνή ήταν μια υπερυψωμένη βεράντα. Το πρώτο μου ρούχο το έραψα στα 14 και ήταν ένα τοπ πάτσγουερκ από κολάν που μου είχε φέρει δώρο η μαμά από την Ιταλία το '93. Το λάτρευα αυτό το ρούχο, αλλά μεγαλώνοντας δεν μου έκανε πια. Το φύλαξα και μετά το έκανα τοπ.

 

Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO
Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO


Η πρώτη μου δουλειά ήταν σε ένα εργοστάσιο με μπισκότα ‒ ήμουν ακόμα μαθήτρια. Κατά καιρούς έχω δουλέψει σέρβις σε μαγαζιά. Τον πολύ κόσμο δεν τον αντέχω καθόλου. Καθοριστική υπήρξε η περίοδος που δούλευα σε μεγάλο βιντεοκλάμπ της Αθηνας, γιατί είχα πρόσβαση σε άπειρες ταινίες. Είχαμε μεγάλο υπόγειο με χιλιάδες βιντεοκασέτες και πάρα πολλά DVD, που τότε ήταν πολύ στη μόδα. Εκείνα τα χρόνια είδα πάρα πολύ σινεμά. Μετά μπήκα στο retail, αρχικά στην πώληση και μετά στο visual merchandising, στο οποίο εξελίχθηκα εσωτερικά. Στον χώρο αυτό έμεινα περίπου μία δεκαετία, δουλεύοντας για δύο μεγάλες εταιρείες έτοιμου ενδύματος. Τις γνώσεις που απέκτησα μέσα από την εμπειρία μου στον χώρο αυτό θα χρειαζόμουν δύο πτυχία για να τις αποκτήσω. Ήταν μεγάλο σχολείο.

 

Το 2001 πέρασα στη Φιλοσοφική Αθηνών, στο Ιστορικό Αρχαιολογικό. Ακόμη και τώρα αναρωτιέμαι πώς μπήκα με τόση σιγουριά ότι κάνω το σωστό, ενώ τα μισά μαθήματα του τμήματος στην πραγματικότητα τα έβρισκα βαρετά. Και νομίζω ότι ποτέ δεν είναι αργά να παραδεχτώ πως βιάστηκα να επιλέξω σχολή, γιατί ήθελα πάση θυσία να βρεθώ στην Αθήνα των βιβλίων και των τραγουδιών. Η συνειδητοποίση που έφερε την απογοήτευση ξεκίνησε από νωρίς, μετά από κάποια εξάμηνα αρχαίων, λατινικών, παιδαγωγικών και ψυχολογίας.

 

Στο τρίτο έτος, που έπρεπε να επιλέξουμε κατεύθυνση και πήρα την Αρχαιολογία και Ιστορία Τέχνης, εκεί ολοκληρώθηκα. Αν και αργά, παραδέχομαι ότι δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή μου χωρίς αυτήν τη σχολή. Μέσα από τα μαθήματα της Ιστορίας της Τέχνης, του κινηματογράφου και της αρχαιολογίας ανακάλυψα τι θέλω και τι μου λείπει, ποια είμαι και πού μπορώ να φτάσω. Η μόνη μας ελπίδα είναι η τέχνη, το ωραίο, που πάντα υπάρχει και θα υπάρχει και από κει πρέπει να ξεκινάμε.


Δούλευα ήδη στον χώρο του έτοιμου ενδύματος, στην πώληση, είχα στρωμένη δουλειά και αναλόγως καλό μισθό όταν τελείωσα τη σχολή. Παίρνοντας το πτυχίο μου, ήμουν βέβαιη ότι δεν θα μπορούσε να βρεθεί εύκολα κάποια δουλειά σχετική με το αντικείμενο σπουδών μου που να μου δίνει τόσα χρήματα χωρίς ιδιαίτερο κόπο και χωρίς να πρέπει να εξαρτώμαι οικονομικά από τη μαμά μου. Ήθελα πάντα να είμαι οικονομικά ανεξάρτητη. Με λίγα λόγια, το αντικείμενο των σπουδών μου δεν μπορούσε να με ζήσει. Ήταν πρωτίστως πρακτικοί οι λόγοι που δεν το κυνήγησα.

 

Το 2001 πέρασα στη Φιλοσοφική Αθηνών, στο Ιστορικό Αρχαιολογικό. Ακόμη και τώρα αναρωτιέμαι πώς μπήκα με τόση σιγουριά ότι κάνω το σωστό, ενώ τα μισά μαθήματα του τμήματος στην πραγματικότητα τα έβρισκα βαρετά. Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO
Το 2001 πέρασα στη Φιλοσοφική Αθηνών, στο Ιστορικό Αρχαιολογικό. Ακόμη και τώρα αναρωτιέμαι πώς μπήκα με τόση σιγουριά ότι κάνω το σωστό, ενώ τα μισά μαθήματα του τμήματος στην πραγματικότητα τα έβρισκα βαρετά. Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO


Αποφάσισα να στραφώ στη μοδιστρική όταν συνειδητόποιησα ότι δεν θα μπορούσα να κάνω τη σκληρή δουλειά του visual merchandiser για πάντα, αλλά ούτε ήθελα να μπλέξω με το ελληνικό δημόσιο και τη μιζέρια των διαγωνισμών. Ήταν αναπόφευκτο ότι θα κατέληγα εκεί για επανεκπαίδευση. Δεν το θεωρώ επιλογή.


Στη σχολή μοντελίστ μπήκα στα 34 μου. Λίγες μέρες πριν είχα αγοράσει την πρώτη μου ραπτομηχανή, την οποία μόλις είχα μάθει να χρησιμοποιώ. Μια μέρα περνούσα απέξω με ένα μισοτελειωμένο μαντό υπό μάλης, μια και είχα κατέβει να ψωνίσω κάποια υλικά. Θυμάμαι ότι κοντοστάθηκα κοιτώντας με αμφιβολία, όπως τόσες άλλες φορές, κι ευθύς αμέσως, προτού αλλάξω γνώμη, μπούκαρα μέσα. Όταν ξεκίνησα τα μαθήματα, ήμουν πλέον σίγουρη ότι αυτή η σχολή δεν ήταν απλώς μια επανεκπαίδευση αλλά αυτό που θα έπρεπε να είχα κάνει εξαρχής. Είχα βρεθεί στο φυσικό μου περιβάλλον. Δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια αυτό που είδα στα μάτια των καθηγητών μου την ημέρα παρουσίασης του τελικού πρότζεκτ. Το ύφος τους απλώς επιβεβαίωσε τις υποψίες μου για τον δρόμο μου, που τον είχα επιτέλους βρει.


Νομίζω ότι οι αρετές που με διακρίνουν είναι η πειθαρχία, η συνέπεια και η αφοσίωση, με αυτήν τη σειρά. Αυτές τις ποιότητες τις κληρονόμησα, δεν τις ανέπτυξα ξαφνικά. Δυστυχώς, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την καθημερινότητά μου σε αυτήν τη χώρα και ομολογώ ότι πολύ συχνά αναρωτιέμαι τι κάνω εδώ. Μετά κοιτάω έξω από το παράθυρο το φως και συνέρχομαι. 

 

 Το πρώτο μου ρούχο το έραψα στα 14 και ήταν ένα τοπ πάτσγουερκ από κολάν που μου είχε φέρει δώρο η μαμά από την Ιταλία το '93. Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO
Το πρώτο μου ρούχο το έραψα στα 14 και ήταν ένα τοπ πάτσγουερκ από κολάν που μου είχε φέρει δώρο η μαμά από την Ιταλία το '93. Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO


Είχα φτάσει στα όριά μου. Η δουλειά μου στα μαγαζιά με είχε κουράσει πάρα πολύ. Ήταν η δεύτερη φορά που εγκατέλειπα την Αθήνα. Οι ρυθμοί ήταν πολύ έντονοι και οι απαιτήσεις υψηλές, με πολύ μικρή ανταποδοτικότητα. Η συγκυρία της σχέσης μου μού εξασφάλισε τη διαμονή, έτσι τα παράτησα όλα και ήρθα στην Αστυπάλαια. Έχω την αίσθηση πως όταν νιώσεις ότι αρχίζει να κλονίζεται η υγεία σου, καλό είναι να τα βάζεις όλα στην άκρη και να προχωρείς μπροστά. Ο δρόμος, άλλωστε, πάντα κάπου βγάζει. Τώρα, το αν θα βρεθείς σε αδιέξοδο ή αν θα οδηγηθείς κάπου δεν νομίζω ότι πρέπει να σε απασχολεί, ειδικά αν έχεις φτάσει σε οριακό σημείο.

 

Η ζωή εδώ είναι απλή και ήσυχη, ό,τι πρέπει για όποιον θέλει να ξεφύγει. Άμα έχεις ενδιαφέροντα και τα 'χεις βρει με τον εαυτό σου, η μέρα δεν σε φτάνει. Προσωπικά, σπανίως με απασχολούν οι άνθρωποι στα μέρη όπου πάω. Επιλέγω θέση βωβού παρατηρητή, γι' αυτό δεν έχω πολλά να πω για τον κόσμο. Αν, παρ' όλα αυτά, δεν έχεις ενδιαφέροντα και δεν τα έχεις βρει με τον εαυτό σου, ώστε να μπορείς να ζήσεις με λίγα στην ερημιά, αν η εξωτερική ερημιά μπαίνει μέσα σου και σε ορίζει, τότε μάλλον θα τα βρεις σκούρα.


Στο νησί νιώθω κυρίως καθαρή, κάτι που δεν το ένιωθα στην Αθήνα για χρόνια. Η καθαριότητα είναι μεγάλο πράγμα για την ψυχή, γιατί σε ηρεμεί, είναι ένα λιμάνι. Ύστερα, νιώθω εσωτερική ησυχία, γαλήνη, γιατί σε αυτό το νησί αναγνώρισα τα όριά μου και άκουσα την ανάγκη μου. Η απόσταση δεν αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα για τη δουλειά, από τη στιγμή που τα πάντα γίνονται μέσω Διαδικτύου. Αλλά την εποχή της καραντίνας ήταν σαφώς δυσκολότερα τα πράγματα με τις μεταφορές. Επειδή τα ρούχα προορίζονται κυρίως για την κυπριακή αγορά υπήρξαν ακυρώσεις, αλλά αυτά είναι μέσα στο παιχνίδι, δεν μπορείς να τα βάζεις κάτω με την πρώτη αναποδιά.

 

Πάντα μου άρεσαν τα κραυγαλέα χρώματα και μοτίφ, από μικρή ήμουν μαξιμαλίστρια, νομίζω. Μέχρι τα 15 μου έντυνα και χτένιζα κούκλες. Κι ακόμη και τώρα το κάνω κάποιες φορές! Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO
Πάντα μου άρεσαν τα κραυγαλέα χρώματα και μοτίφ, από μικρή ήμουν μαξιμαλίστρια, νομίζω. Μέχρι τα 15 μου έντυνα και χτένιζα κούκλες. Κι ακόμη και τώρα το κάνω κάποιες φορές! Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO

 

Το νησί με δίδαξε ότι η καλλιέργεια της εσωτερικής μας ελευθερίας πρέπει να αποτελεί ύψιστο μέλημά μας και ότι η παρατήρηση της φύσης μάς βοηθάει να απαντήσουμε σε κρίσιμα ερωτήματα για τη ζωή και τον άνθρωπο. Βλέποντας τη μεγάλη εικόνα, γινόμαστε λίγο πιο υποφερτοί άνθρωποι.

 

Υπάρχουν άνθρωποι που με έχουν συγκινήσει σε αυτόν τον τόπο. Είναι μια κυρία, η Πόπη Αχλαδιώτου, που με έχει εμπνεύσει, η οποία με μεγάλο προσωπικό αγώνα και έξοδα ανακατασκεύασε τρία αντίγραφα των παραδοσιακών φορεσιών της Αστυπάλαιας (2 γυναικείες και 1 ανδρική), τις οποίες εκθέτει σε ένα μικρό λαογραφικό εκθετήριο που έχει δημιουργήσει. Οι στολές είναι σαν αχειροποίητες, αληθινά έργα τέχνης. Για μένα αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση σε κάθε επίπεδο, ένα αληθινό φως, που μακάρι να το έβλεπαν κι άλλοι.


Και μετά είναι ο κύριος Λευτέρης Ξάνθος, χωρίς τη συνδρομή του οποίου δεν θα είχα τον χώρο στον οποίο δουλεύω. Χαράκτης, εικονογράφος, συγγραφέας, επίσης ένας άνθρωπος νέος στο πνεύμα, ένας άνθρωπος των λύσεων. Ο χώρος είναι ιστορικός, λειτουργούσε κατά τις δεκαετίες του '80 και του '90 ως καλλιτεχνικό εργαστήριο χαρακτικής και από δω πέρασαν παιδιά του νησιού και πολλοί καλλιτέχνες. Μετά, για πολλά χρόνια ήταν κλειστός. Και ύστερα, χωρίς να γνωριζόμαστε καν και μιλώντας απλώς από το τηλέφωνο μου παραχώρησε τον χώρο για να μπορώ να δουλέψω. Κι έτσι, τώρα, μπαίνοντας κανείς, μπορεί να δει τη συνάντηση αυτών των δύο κόσμων. Από τη μια τα έργα και τα μηχανήματα χαρακτικής και από την άλλη τα πατρόν και τα rails με τα ρούχα.

 

Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO
Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO


Όταν δουλεύω είμαι πολύ συγκεντρωμένη και άδεια από σκέψεις. Η δουλειά αυτή θέλει ηρεμία εσωτερική και εξωτερική και κινήσεις προσεκτικές και σταθερές. Η Ελλάδα είναι η πηγή έμπνευσής μου. Η αρχαιολογία, η λαογραφία, η φύση, ο κινηματογράφος, όσα έμαθα στις δύο σχολές και όσα είδα στο λίγο που έχω ταξιδέψει.


Προσπαθώ να επιλέγω υφάσματα φιλικά στο δέρμα, που δεν σε πνίγουν όταν τα φοράς. Τα υφάσματα τα προμηθεύομαι από γνωστές αποθήκες του κέντρου της Αθήνας. Συνήθως επιλέγω αυτά που έχουν ως βάση το βαμβάκι ή το λινό, αλλά χρησιμοποιώ και συνθετικά. Επιλέγω μονόχρωμα για να μπορώ να δουλεύω το κέντημα και το βελονάκι. Εύχομαι κάποτε να διαθέτω την οικονομική δυνατότητα να επενδύω περισσότερο στην πρώτη ύλη. Παράλληλα, παρακολουθώ κάποια σεμινάρια φυσικής βαφής υφασμάτων, αλλά δεν νομίζω ότι είμαι ακόμα σε θέση να χρησιμοποιήσω αυτήν τη γνώση για τη δουλειά μου. Ο όρος sustainable fashion έχει καταντήσει trend, ενώ κάθε άλλο παρά αυτό είναι. Γι' αυτό κι εγώ δεν βιάζομαι. One step at a time. Ανακυκλώνω, παρ'όλα αυτά, αρκετό υλικό, ειδικά κεντήματα που τα χρησιμοποιώ στα τσαντάκια μου.


Όλα τα πατρόν κόβονται στο χέρι ένα προς ένα και τα ρούχα ράβονται στις δύο οικιακές ραπτομηχανές που έχω, μια και ακόμα δεν έχω προμηθευτεί επαγγελματικό μηχάνημα. Τα τελειώματα γίνονται στο χέρι με το βελόνι. Ανάλογα με το σχέδιο, μπορεί να προσθέσω κέντημα ή βελονάκι ή κάτι άλλο απλικέ. Η δουλειά στις οικιακές ραπτομηχανές είναι αρκετά δύσκολη, διότι δεν προσφέρει την ακρίβεια που έχουν τα επαγγελματικά μηχανήματα.

 

Όλα τα πατρόν κόβονται στο χέρι ένα προς ένα και τα ρούχα ράβονται στις δύο οικιακές ραπτομηχανές που έχω, μια και ακόμα δεν έχω προμηθευτεί επαγγελματικό μηχάνημα. Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO
Όλα τα πατρόν κόβονται στο χέρι ένα προς ένα και τα ρούχα ράβονται στις δύο οικιακές ραπτομηχανές που έχω, μια και ακόμα δεν έχω προμηθευτεί επαγγελματικό μηχάνημα. Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO


Τα ρούχα μου θυμίζουν τα νησιά και το φως, την Αθήνα άλλων εποχών, το ελληνικό σινεμά και τα ειδωλά του. Αυτό φαίνεται και από τον τρόπο που παρουσιάζονται τα προϊόντα στη σελίδα μου στο Instagram. Παρεμβάλλονται ανάμεσα σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες από την παλιά Ελλάδα. Έχουν σίγουρα μια vintage και κάπως κοριτσίστικη αισθητική. Επίσης, μου θυμίζουν τον εαυτό μου μικρή και όσα μου άρεσαν, τα χρώματα, τη φύση, την ελευθερία. Είναι ρούχα που μεταλλάσσονται και επειδή όλα μπορούν να γίνουν customized πάνω στις διαστάσεις κάθε πελάτισσας, είναι, έτσι κι αλλιώς, ξεχωριστά. Κάθε άνθρωπος έχει άλλο σχήμα μέσα στον χώρο.

 

Ο βασικός μου στόχος είναι να μπορώ να συντηρήσω τον εαυτό μου, κάνοντας αυτό που αγαπώ και δίνοντας χαρά σε όσους αποφασίσουν να φορέσουν αυτά τα ρούχα χωρίς να ξοδέψουν μια περιουσία. Ιδανικά, θέλω να δημιουργώ resort σειρές με πολύ περιορισμένο αριθμό τεμαχίων, μια και δεν θα ήθελα να συμμετέχουν πολλοί άνθρωποι εκτός από μένα στην παραγωγή. Σειρές για petite size και επιπλέον μια μικρή σειρά με παιδικά. Υπάρχουν πολλές γυναίκες γύρω μας μικρόσωμες, που τα περισσότερα ρούχα τούς πέφτουν περίεργα και φαίνονται ξένα. Θα ήθελα να ασχοληθώ λίγο με αυτά τα χαριτωμένα πλάσματα. Για την ώρα, όμως, θα ήθελα να εργαστώ σε ένα ατελιέ για να συνεχίσω να συλλέγω εμπειρίες.


Υπάρχει ένα παράλληλο σύμπαν στην υψηλή ραπτική, αυτό των ανθρώπων των οποίων τα ονόματα δεν θα τα μάθουμε ποτέ, που δουλεύουν πάντοτε αθόρυβα στο παρασκήνιο. Μια ιδέα για να γίνει πραγματικότητα χρειάζεται εργάτες. Το μότο μου είναι «κάνε τη δουλειά σου και όλα τα άλλα θα ακολουθήσουν». Μόνο αυτό χρειάζεται στην επαγγελματική μας ζωή, να κοιτάμε κατάματα αυτό που κάνουμε.


Μου φτάνει να κάνω απλώς αυτό που αγαπώ και να έχω μια ανάλογη αποδοχή από αυτούς που αγοράζουν τα ρούχα μου. Ρούχα για ανθρώπους με αληθινά κορμιά, με παιχνιδιάρικη, νοσταλγική διάθεση, που δεν δίνουν στις διακοπές μεγαλύτερη αξία από αυτό που πραγματικά είναι: δέκα μέρες με ήλιο, θάλασσα και άνεση.

 

Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO
Φωτ.: Άννα Κόκορη / LiFO

 

A Majestic Islander | Facebook | Instagram