ΕΧΩ ΠΕΡΑΣΕΙ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΦΟΡΕΣ
από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Ομολογώ ότι δεν είχα σταθεί ποτέ να παρακολουθήσω την αλλαγή φρουράς. Πόσο μάλλον να την απαθανατίσω. Πάντα βιαστικός, έριχνα μια φευγαλέα ματιά στους Εύζωνες και προσπερνούσα. Ίσως γιατί ενδόμυχα το θεωρούσα μια φολκλόρ τελετουργία που απευθύνεται στους επισκέπτες της πόλης.


Μέχρι χθες. Μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα. Είχα προηγουμένως διασχίσει την έρημη πόλη για τις ανάγκες του ρεπορτάζ. Οδήγησα και περπάτησα για ώρες στους σχεδόν άδειους δρόμους. Από την Κυψέλη στο Κουκάκι, από τα Εξάρχεια στην Ομόνοια, από το Μοναστηράκι στο Κολωνάκι. Οι πεζοί που συνάντησα ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα.

 

Η εικόνα όμως που δεν λέει να φύγει απ' το μυαλό μου είναι αυτή της εγκαταλειμμένης Πλατείας Συντάγματος. Τέσσερις, πέντε άνθρωποι όλοι κι όλοι παρεμβάλλονται στο μετα-αποκαλυπτικό σκηνικό: Ένας ταξιτζής που ατμίζει νευρικά, δύο βαριεστημένοι αστυνομικοί μπροστά από το Public, ο άπραγος θυρωρός του Athens Plaza. Μέσα στην πλατεία εντοπίζω μόνο έναν ηλικιωμένο που κάθεται γερμένος σε ένα παγκάκι και ταΐζει τα περιστέρια με τα τρίμματα μιας τυρόπιτας.

 

Όσο εισέπραττα αυτή την αφελή αίσθηση (ή ψευδαίσθηση) ιστορικότητας, αναρωτιόμουν τι σκέφτονταν οι ίδιοι Εύζωνες. Αν μοιράζονταν έστω και υποσυνείδητα αυτή την «once in a lifetime» εμπειρία. Αν θα θυμούνται για πάντα εκείνο το Πάσχα που εκτέλεσαν στην εντέλεια το τελετουργικό μονάχα για έναν θεατή.


Ανέβηκα τα σκαλιά, διέσχισα την Αμαλίας χωρίς να περιμένω το φανάρι και κοντοστάθηκα για να φωτογραφίσω τη Βουλή. Τότε μόνο τους πρόσεξα, τότε συνειδητοποίησα ότι αυτοί τουλάχιστον δεν θα μπορούσαν να λείπουν. Οι δύο Εύζωνες, ευθυτενείς στις σκοπιές τους και λίγα μέτρα στα δεξιά ο φρουρός που τους επέβλεπε.


Κι εγώ.

 

Στάθηκα απέναντί τους και παρακολούθησα ολόκληρο το τελετουργικό με μια απρόσμενη αίσθηση δέους κι έναν κόμπο στο στομάχι. Φωτο: Γιάννης Γορανίτης
Στάθηκα απέναντί τους και παρακολούθησα ολόκληρο το τελετουργικό με μια απρόσμενη αίσθηση δέους κι έναν κόμπο στο στομάχι. Φωτο: Γιάννης Γορανίτης


Στάθηκα απέναντί τους και παρακολούθησα ολόκληρο το τελετουργικό με μια απρόσμενη αίσθηση δέους κι έναν κόμπο στο στομάχι. Κάποια στιγμή σήκωσα το κινητό για να καταγράψω κάποια θραύσματα από αυτή την ιδιωτική «παράσταση». Αμφιβάλλω αν ποτέ στο παρελθόν είχε ποτέ κανείς το αντίστοιχο –ομολογουμένως αποκαρδιωτικό– προνόμιο. Όσο εισέπραττα αυτή την αφελή αίσθηση (ή ψευδαίσθηση) ιστορικότητας, αναρωτιόμουν τι σκέφτονταν οι ίδιοι Εύζωνες. Αν μοιράζονταν έστω και υποσυνείδητα αυτή την «once in a lifetime» εμπειρία. Αν θα θυμούνται για πάντα εκείνο το Πάσχα που εκτέλεσαν στην εντέλεια το τελετουργικό μονάχα για έναν θεατή.

 

Τις σκέψεις μου διέκοψαν οι πρώτες φωνές που άκουσα μετά από ώρες. Δύο δρομείς που έκαναν τζόγκινγκ στην άδεια Αμαλίας κοντοστάθηκαν κι αυτοί για να φωτογραφίσουν τους τσολιάδες.


Γύρισα και τους χαμογέλασα. Από απόσταση, όπως υποδεικνύει το savoir faire της εποχής. «Ποιος να μας το 'λεγε;» είπε ο ένας κι έκανε μια μεγάλη παύση. «Πως θα κάναμε Πάσχα με τους Εύζωνες» συμπλήρωσε.


«Ποιος να μας το 'λεγε;» αναρωτιόμουν κι εγώ όσο συνέχιζα τη σιωπηλή μου περιπλάνηση σε μια πόλη που δεν της ταιριάζει καθόλου η σιωπή.