EXEI MIA ΓΛΥΚΑ να αράζεις στις όχθες του Δούναβη. Ποταμίσια αμμουδιά. Ποταμίσιο άρωμα. Μαούνες φορτωμένες άμμο πηγαινοέρχονται στο εργοτάξιο της καινούργιας γέφυρας. Κάτι τύποι παραδίπλα πίνουν, γελάνε και ψαρεύουν ‒ το τελευταίο ως αφορμή για να κάνουν τα δύο πρώτα. Ένα νερόφιδο ελίσσεται ανάμεσα στα χαλίκια, στα άδεια μπουκάλια και στα τενεκεδάκια, μετά χάνεται βουτώντας στο νερό. Ηρεμία. Είναι από τα λίγα μέρη στο Βελιγράδι όπου μπορείς να ξεφύγεις από την κοινωνική παράνοια που πλανάται πάνω του, αντικαθιστώντας το νέφος της προ καραντίνας εποχής.


Πίσω στην πόλη, το ποσοστό μασκοφορεμένων και γαντοφορεμένων στον δρόμο δείχνει να έχει άμεση συσχέτιση με τις τιμές των ενοικίων: όσο ακριβότερη η περιοχή, τόσο περισσότερες οι μάσκες και τα γάντια. Στα «καλά» σούπερ μάρκετ η γνωστή παγκόσμια εικόνα με το 1,5 μέτρο απόσταση στα ταμεία. Στα μπακάλικα στις γειτονιές το γνωστό βαλκανικό μπούγιο, και όσοι φοράνε μάσκα, θα τη βγάλουν για να μιλήσουν στους υπαλλήλους.


«Υγειονομική βόμβα»; Η αλήθεια είναι ότι μέχρι στιγμής η Σερβία στάθηκε τυχερή. Κάτι η γεωγραφική απομόνωση, κάτι η γεωπολιτική απομόνωση, κάτι η έλλειψη τουρισμού (και δη χειμερινού), η ντόπια κοινωνία έχει μείνει μετέωρη ανάμεσα στο «έρχεται» και στο «μείναμε απ' έξω», έναν τρόπο ύπαρξης που οι Σέρβοι έχουν κάνει δεύτερη φύση τους άλλωστε τα τελευταία 30 χρόνια.

 

Μπορεί να μη χρειάζεται να βλέπω τη μάπα του Άδωνι, ούτε τη μεταμόρφωση του Χαρδαλιά σε ένα καγχάζον Εγώ τυλιγμένο σε κοστούμι, από την άλλη, όμως, βλέπω το ντόπιο αντίστοιχο σε όλο του το μεγαλείο να μου κουνάει το δάχτυλο.


Μετέωρη έχει μείνει και η πολιτική ζωή στη χώρα, με ελάχιστους αναλυτές να επισημαίνουν το προφανές: τα μέτρα που πάρθηκαν είναι δυσανάλογα με την κατάσταση. Η ρήση του Ιπποκράτη «καλύτερα να προλαμβάνεις παρά να θεραπεύεις» είναι φυσικά επίκαιρη όσο ποτέ, αλλά ο πρόεδρος Vučić, η πρωθυπουργός Brnabić και η Πρόεδρος της Βουλής Gojković φαίνεται να την τηρούν κατά γράμμα όχι τόσο για την προστασία της δημόσιας υγείας αλλά περισσότερο για την προστασία της εξουσίας. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική «Ουγγαρία light», αλλιώς «βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πέντε-έξι».


Υπάρχουν δύο διαφορετικές Σερβίες που αντιδρούν ανόμοια σε αυτό: η online Σερβία, με τα memes, το καυστικό, σχεδόν επιθετικό χιούμορ προς την κυβέρνηση, τον θυμό για την κατάσταση στην Υγεία, και η Σερβία του έξω κόσμου, της αληθινής ζωής: ημέρες αβεβαιότητας, ανυπόστατες φήμες που δίνουν και παίρνουν και ένας αδιόρατος φόβος για οτιδήποτε το αόρατο, από τα μικρόβια μέχρι τους μηχανισμούς της εξουσίας, που αρχίζει να σκοτεινιάζει τις απριλιάτικες ημέρες.

 

Έτσι, η κυβέρνηση κυριαρχεί στις δημοσκοπήσεις ως η μόνη λύση που μπορεί να προσφέρει ένα κάποιο αίσθημα ασφάλειας. Ταυτόχρονα, ο εγκλεισμός δείχνει να έχει γίνει ρουτίνα και η «έκτακτη ανάγκη» κανονικότητα. Καθολική απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 17:00 τις καθημερινές, καθολικός 48ωρος εγκλεισμός τα Σαββατοκύριακα.


Σαν τη σύζυγο κάποιου αυταρχικού γρόθου, η κοινωνία συνηθίζει σιγά-σιγά τους περιορισμούς και μαθαίνει να κρύβει τη μελανιασμένη της ελευθερία με μάσκες και γάντια αντί με μέικ-απ.


Το βραδάκι η ατμόσφαιρα μοιάζει σχεδόν ειδυλλιακή: ησυχία, ανοιξιάτικη αύρα και τα περιγράμματα των μπρουταλιστικών οικοδομών του '70 να διαγράφονται κόντρα στον μαβί ουρανό. Το καθιερωμένο χειροκρότημα των 20:00 στα μπαλκόνια, βγαλμένο λες από τα όνειρα κάποιου ξενέρωτου animator παιδικής κατασκήνωσης, ακούγεται παράξενα. Μοιάζει περισσότερο με μια έκφραση της ανάγκης των Σέρβων να συμμετέχουν σε κάτι το παγκόσμιο μετά από χρόνια στην απέξω, παρά με μια αυθόρμητη έκφραση συμπαράστασης σε γιατρούς και νοσοκόμους.


Έχοντας οικογενειακή σχέση με την Καστοριά και το Μιλάνο, άκουσα αρκετές ιστορίες που κάνουν το Βελιγράδι να μοιάζει με τη βίλα έξω από τη Φλωρεντία στο «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου. Ένα καταφύγιο όπου μπορεί κανείς να τη βγάλει καθαρή μέχρι να περάσουν τα χειρότερα. Όμως τίποτα δεν είναι τέλειο. Μπορεί να μη χρειάζεται να βλέπω τη μάπα του Άδωνι, ούτε τη μεταμόρφωση του Χαρδαλιά σε ένα καγχάζον Εγώ τυλιγμένο σε κοστούμι, από την άλλη, όμως, βλέπω το ντόπιο αντίστοιχο σε όλο του το μεγαλείο να μου κουνάει το δάχτυλο. Και καταλαβαίνω πως ναι, διαφορά υπάρχει, αλλά η απόσταση δεν είναι και τόσο μεγάλη. Αυτό μπορείτε να το πάρετε και ως προειδοποίηση για το μέλλον.


Σας φιλώ,


Γιώργος