TEΛΕΥΤΑΙΟ ΒΡΑΔΥ
στην ταράτσα της Κυψέλης. Από κάτω δεκάδες υπνωτισμένα φανάρια αναβοσβήνουν διαδοχικά φωτίζοντας το κενό. Ένα παγωμένο φεγγάρι μετεωρίζεται από πάνω μας, σαν μακρινός λευκός δορυφόρος. Σύντομοι αποχαιρετισμοί. Πακετάρισμα. Βαλίτσα γεμάτη ρούχα που δε θα φορέσω παρά μόνο στο σπίτι. Βαλίτσα γεμάτη βιβλία που ελπίζω να μην έχω τον χρόνο να τα διαβάσω. Επιστροφή στο νησί. Δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει και πολλά. Ο χειμώνας εδώ πάντα έμοιαζε με καραντίνα. Άσκοπες βόλτες με το αυτοκίνητο. Χαζεύω τις πινακίδες. Οι Κεφαλονίτες είχαν ανέκαθεν μια ροπή στο μαύρο χιούμορ. Το ότι το χωριό αυτό το λένε «Καραντινάτα» όμως καταντάει φορσέ.

 

Επιστροφή στους κλασικούς. Μια ανάγκη για να κρατηθώ από κάτι σταθερό. Κάτι που να μένει αναλλοίωτο μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Διαβάζω ξανά το Άριελ της Σύλβια Πλαθ. «έρωτα, έρωτα, εποχή μου». Ο έρωτας ως εποχή. Τι όμορφη ιδέα σκέφτομαι και μετά: είναι η χειρότερη εποχή για την ωραιότερη «εποχή». Τα αγόρια μένουν κλεισμένα στα δωμάτια τους, τα κορίτσια στα δικά τους και η καύλα πάει περίπατο - η μόνη που επιτρέπεται να πάει, εδώ που τα λέμε, εν μέσω απαγόρευσης κυκλοφορίας.

 

Επιστροφή στο νησί. Επιστροφή στους κλασικούς. Επιστροφή στο σπίτι. Αργότερα συνειδητοποιώ πως δεν είναι η σταθερότητα αυτή που με καθησυχάζει αλλά η επιστροφή καθ'εαυτήν. Η δυνατότητα του να μπορείς να γυρίζεις πίσω σε κάτι. Σε κάτι που σου λείπει.

 

Τις τελευταίες μέρες εκπαιδευόμαστε στην απεκμάθηση των τρυφερών αγγιγμάτων. Τα πράγματα στο μέλλον θα γίνονται αλλιώς. Ήδη ξεκίνησαν. Μιλάμε με βίντεο-κλήσεις, ανταλλάσουμε γλυκά ή πρόστυχα μηνύματα, πηγαίνουμε διαδικτυακές βόλτες στα μουσεία και τις γκαλερί του κόσμου, βλέπουμε παραστάσεις. Όλα γύρω μας παριστάνουν την κανονικότητα με μεγάλη επιτυχία.

 

Πάνω από τα κεφάλια μας, τα χελιδόνια σκορπίζουν την άνοιξη σε κάθε τους φτερούγισμα, σε κάθε τους πέταγμα προς καινούργιους χειμώνες. Ο ουρανός άλλοτε γκρίζος, σπάνια ροζ, συνήθως μπλε συνεχίζει να σκοτεινιάζει και να φωτίζεται. Η θάλασσα έρχεται και ξανάρχεται, δεν έχει ιδέα για όλα αυτά που ανησυχούμε. Τα δέντρα θροϊζουν με την ίδια νωχελικότητα που το έκαναν πάντα. Τα σκυλιά πιο χαρούμενα από ποτέ. Ποιος να τους το'λεγε; Χίλιες Βόλτες τη μέρα.

 

Σε λίγο καιρό, Μεγάλη Παρασκευή. Πρώτη φορά δεν πρόκειται να πάει κανείς στον επιτάφιο. Πόσο άνθρωπος να αισθανθεί άραγε φέτος ο Χριστός; Πόσο μόνος του, όπως όλοι μας; Πάσχα σε απομόνωση. Λιτανεία για έναν άνθρωπο μόνο.

 

Απρίλης ο μήνας ο σκληρός. Απρίλης ο καριόλης ο σκληρός. Όσο θα ψάχνουμε στη νεκρή γη για πασχαλιές, οι μέρες θα συνεχίσουν να περνάνε απ'το παράθυρο μας. Κι η Άνοιξη θα επιμένει με παρελθοντικές εικόνες ομορφιάς ως προβολές σε ένα αβέβαιο μέλλον:


Τα κορίτσια φορούν τα πιο ελαφρά φουστάνια τους και βολτάρουν στη Σταδίου ή στην Κολοκοτρώνη, στη λαϊκή της Καλλιδρομίου με τα πρώτα δροσερά καθημερινά φορέματα και τα μαλλιά τους πιασμένα σε έναν πρόχειρο κότσο. Οι πρώτες σταγόνες ιδρώτα του καλοκαιριού στο λαιμό κυλούν ως το στήθος, το ίδιο σημαντικές για την έναρξη της αλλαγής των εποχών όσο κι οι πρώτες σταγόνες της βροχής το φθινόπωρο.

 

Πίσω στο σπίτι, τα παραθυρόφυλλα ανοιχτά. Να εκτεθούμε στο φως και τις υποσχέσεις του. Επιστροφή στους κλασικούς. Ξανά και ξανά. Μετά την Πλαθ, σειρά έχει ο Καρούζος. «Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη να φανερωθεί ολόκληρη». Να καιρός τώρα. Μέσα στην τόση απουσία, η αγάπη φανερώνεται πιο εύκολα. Αναλογιζόμαστε πόσο δεδομένες είχαμε πάρει τις αγκαλιές, τα φιλιά, τα χάδια. Να ζήσουμε να τα θυμόμαστε.

 

Κατά τ' άλλα τηλεόραση. «Άνθρωποι πεθαίνουν» λένε στις ειδήσεις. Είναι οδυνηρό αυτό; Ναι, σίγουρα. Πάντα όμως πέθαιναν άνθρωποι, κάθε μέρα. Ίσως όχι τόσο μαζικά. Ίσως όχι στην Ευρώπη. Αναρωτιέμαι ποια είναι η βαθύτερη είδηση σε όλο αυτό. Σκέφτομαι το πιο σκληρό headline στο πιο αμείλικτο δελτίο ειδήσεων «άνθρωποι πεθαίνουν, μόνοι». Αυτό νομίζω είναι το πιο γαμημένο. Δε μπορούμε να τους δούμε, να τους αγγίξουμε, να τους κουβαλήσουμε. Άνθρωποι πεθαίνουν μόνοι κι εμείς πλένουμε τα χέρια μας. Τι άλλο μένει;

 

Οι ώρες κυλούν αργά κι η ερημιά που επικρατεί έξω από τα σπίτια, τις πολυκατοικίες, τα νοσοκομεία μελαγχολική, σκοτεινή κι ακαθόριστη. Πλησιάζεις κατά λάθος κάποιον στο δρόμο κι εκείνος σε κοιτάζει αγριεμένα μέσα απ' το πυκνό δάσος των συλλογισμών του. Ευτυχώς λες που ανάμεσα σε σένα κι αυτόν μεσολαβεί μια οργιώδης βλάστηση από φόβο και μικροβιοφοβία γιατί αλλιώς μάλλον θα σου χυμούσε.

 

Τις νύχτες μικρά μοναχικά φαντάσματα στοιχειώνουν τη σκέψη μας. Δύσκολο να πιστέψουμε πως όλα αυτά συμβαίνουν πράγματι. Ακούω τη φίλη μου να κλαίει απ'την άλλη μεριά του ακουστικού. Κι οι δυό γονείς της στο νοσοκομείο. Οι λυγμοί της είναι σαν να βγαίνουν μόνο απ'τα χείλη της. Χωρίς κάποια σπλαχνική συμμετοχή. Σαν όλη αυτή η ασχήμια να συμβαίνει σε κάποιον άλλον κι εκείνη μου μεταφέρει απλώς τα λυπηρά του νέα.

 

Πίσω στο πατρικό. Ο ανηψιός μου, στο κατώφλι της πόρτας. Ανάμεσα μας χίλια χιλιόμετρα μοναξιάς στριμωγμένα σε τρία μέτρα . Δεν επιτρέπεται να τον αγκαλιάσω, προοληπτικά. Το πάντα τριανταφυλλένιο προσωπάκι του είναι λιγάκι πιο χλωμόθωρο αυτές τις μέρες. Μπορεί να είναι και ιδέα μου. Μπορεί να χλωμιάζει το βλέμμα μου όταν τον κοιτάω, επειδή ξέρω πως δε μπορώ να τον πλησιάσω.

 

Από κάπου ακούγεται ένα τραγούδι. Ένα μικρός συνειρμός κι ένα αναπάντεχο φωτεινό διάλειμμα. Σκέφτομαι ένα εξωτικό κορίτσι από τις μέρες πριν την καραντίνα. Η ομορφιά της ήταν τόσο εξωπραγματική που θα πίστευα με βεβαιότητα ότι δεν είναι αληθινή. Παρ'όλα αυτά, το άγγιγμα της, το φιλί της, το σώμα της πάνω στο δικό μου, αποτελούσαν αναμφίβολη υπέρ του αντιθέτου ένδειξη. Πού είναι τώρα; Η μικρή λευκή ιθαγενής μου. Σκέφτομαι πως θα το αντιλήφθηκε ο μάγος της φυλής της πως την έκλεψα και τώρα θα την αναζητούν σε όλη την Αθήνα. Κουκάκι, Εξάρχεια, Κολωνάκι, Πατήσια, Κυψέλη, Γαλάτσι, φύλλο και φτερό για να μου την πάρουν πίσω. Ελπίζω να τους κρύβεται καλά και να την ξαναβρώ όταν γυρίσω.

 

Μέχρι τότε, πάλι τηλεόραση. Μπροστά απ'το φακό παρελαύνουν ασταμάτητα γιατροί, πολιτικοί, λοιμοξιωλόγοι, επιστήμονες. Τα πρόσωπα τους έχουν κάτι το Αρκτικό, μοιάζουν με ξηρά παγωμένα τοπία. Αναρωτιέμαι αν θα λιώσουν, μόλις ανοίξει λίγο ο καιρός. Πλάνα αρχείου από Αθήνα και Γουχάν. Η σκέψη μου γυρνάει στους χιλιάδες Ασιάτες με τις χειρουργικές μάσκες που συναντούσα τόσα χρόνια από δω κι από εκεί. Πάντα απέφευγα να τους κοιτάξω. Μάλλον από διακριτικότητα ή από έναν ελαφρύ κρύφιο φόβο. Ετεροχρονισμένα, έχω την εντύπωση πως κάτι θέλαν να μας πούν. Κάτι πολύ σημαντικό. Μα δυστυχώς τα λόγια τους δε διαπέρασαν με επιτυχία το λεπτό ύφασμα των μασκών που κάλυπταν τα στόματα τους.

 

Ακολουθούμε εντολές. Τις τελευταίες μέρες εκπαιδευόμαστε στην απεκμάθηση των τρυφερών αγγιγμάτων. Τα πράγματα στο μέλλον θα γίνονται αλλιώς. Ήδη ξεκίνησαν. Μιλάμε με βίντεο-κλήσεις, ανταλλάσουμε γλυκά ή πρόστυχα μηνύματα, πηγαίνουμε διαδικτυακές βόλτες στα μουσεία και τις γκαλερί του κόσμου, βλέπουμε παραστάσεις. Όλα γύρω μας παριστάνουν την κανονικότητα με μεγάλη επιτυχία. Όπως τα αναπαυτικά έπιπλα, τα μπαρ και οι πισίνες σε ένα υπερωκεάνιο που προσπαθούν να σε πείσουν πως δε βρίσκεσαι στη μέση της θάλασσας.

 

Η αλήθεια είναι όμως πως βρισκόμαστε στη μέση της θάλασσας. Κι έχουμε ακόμα μίλια να διανύσουμε. Και φυσικά ούτε λόγος για υπερωκεάνιο. Πιο πολύ για παντόφλα που καλύπτει κοντινές αποστάσεις στις Κυκλάδες φαίνεται. Δε μας αγχώνει όμως αυτό στις καλοκαιρινές μας διακοπές, γιατί να μας αγχώσει τώρα; Στο τέλος της ημέρας, ευτυχώς που ξέρουμε κολύμπι. Και το καλοκαίρι είναι κοντά.