ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΕΔΩ ΚΑΙ ΔΥΟ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ έχουμε χορτάσει δυστοπίες, (παν)ανθρώπινα δράματα σε μετα-αποκαλυπτικό φόντο, δυσοίωνες εκδοχές ενός πιθανού μέλλοντος, όλα τους αποκυήματα μιας εσχατολογικής παραφιλολογίας που είχε αρχίσει να γίνεται εντονότερη ήδη λίγο πριν από το τέλος της δεύτερης χιλιετίας, όταν ο ιός του millennium θα κατέστρεφε τον δυτικό πολιτισμό όπως τον ξέραμε. Τότε ασπαστήκαμε τους αγαπημένους μας, συμφιλιωθήκαμε με τους εχθρούς μας, τα βρήκαμε και με τους θεούς και την παραμονή Πρωτοχρονιάς μετρήσαμε αντίστροφα με τα χέρια στην ανάταση. Το 2000 ήρθε, αλλά ο Αρμαγεδδών δεν ήρθε μαζί του κι έτσι το τέλος του κόσμου αναβλήθηκε για τις 21/12/2012, τότε που το είχαν προβλέψει οι Μάγια. Το τέλος του κόσμου δεν ήρθε ούτε τότε, ήρθε όμως το box-set με τη φιλμογραφία του Μελβίλ που είχε παραγγείλει ο υπογράφων από το amazon, κάτι που τον έκανε πολύ χαρούμενο.


Εκείνο που (μάλλον) θέλω να πω είναι πως έχουμε καταναλώσει τόση δυστοπική εικονογραφία και τέτοιο όγκο δυσοίωνων πληροφοριών για ένα διαρκώς επερχόμενο τέλος του κόσμου, που θα περίμενε κανείς ότι μια κατάσταση σαν αυτή που βιώνουμε τις τελευταίες μέρες θα μας ήταν περισσότερο οικεία, θα είχαμε το απαραίτητο ψυχολογικό οπλοστάσιο για να την αντιμετωπίσουμε. Μια κατάσταση που τέλος του κόσμου δεν είναι, ασφαλώς, και αν τυχόν είναι το τέλος του κόσμου όπως τον ξέραμε ή, έστω, ένα τέλος εποχής, θα το μάθουμε στην πορεία. Σίγουρα, πάντως, είναι μια κατάσταση παρεμφερής όσων είδαμε σε επιδημιολογικά θρίλερ, μια κατάσταση στην οποία έχουμε αναφερθεί σκωπτικά αρκετές φορές στο παρελθόν από απόσταση ασφαλείας και με την εγκατεστημένη πεποίθηση της απίθανης πραγμάτωσής της. Μα, έλα που η πραγματικότητα δεν έχει ούτε την ασφάλεια ενός έργου τέχνης ούτε την απόσταση μιας αυστηρά ακαδημαϊκής συζήτησης. Και να που βρεθήκαμε ξαφνικά αντιμέτωποι με μια πραγματική πανδημία, να που η καραντίνα θα ενταχθεί με τρόπο βιωματικό στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, να που κάτι το οποίο στον δυτικό κόσμο το θεωρούσαμε δεδομένο, όπως η ελευθερία και η ασφάλεια των μετακινήσεων, τίθεται σε αμφισβήτηση. Και πέσαμε από τα σύννεφα.

 

Κι αν τελικά έρθει κάποτε το τέλος του κόσμου, είμαι πεπεισμένος ότι θα μας βρει όπως στο «Perfect Sense» του Ντέιβιντ ΜακΚένζι, μονιασμένους. Έστω και με επτά πακέτα ρυζογκοφρέτες και οκτώ ρολά υγείας παραπάνω.

 

Στην αρχή δεν το πήραμε και τόσο σοβαρά. Διάβαζαν π.χ. κάποιοι ότι αναβάλλεται το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και ωρύονταν για την υπερβολή του μέτρου. Άλλοι έλεγαν ότι ο κορωνοϊός είναι μια κατασκευή για να περάσουν μέτρα καταστολής, άλλοι ένα τέχνασμα για να πουλήσουν εμβόλια –ποιοι και πώς, όταν δεν υπάρχει εμβόλιο;‒, άλλοι ότι ο ιός δεν αντέχει τη ζέστη της Ελλάδας και ότι περισσότερο και από τα εμβόλια φοβάται τον Χριστό μας. Οι εξελίξεις περιόρισαν φωνές σαν τις παραπάνω σε μια γραφική μειοψηφία. Μέτρα πρωτοφανή, αδιανόητα, θαρρείς, στο πλαίσιο μιας σύγχρονης δημοκρατίας, μα απολύτως απαραίτητα, εφαρμόστηκαν στη γειτονική Ιταλία και σταδιακά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσά τους και στη δική μας. Και είναι η αντίδρασή μας σε αυτά τα μέτρα που με κάνει να αισιοδοξώ για το μέλλον.

 

Ναι, αδειάσαμε τα ράφια με τις ρυζογκοφρέτες κι ας είναι, ως γνωστόν, φελιζόλ με καλό δημοσιοσχετίστα, ναι, μονομαχήσαμε στο Ελ Πάσο για ένα ρολό χαρτί υγείας, ναι, κάποιοι αστείοι βγήκαν και για ένα «τελευταίο ποτό λευτεριάς» την περασμένη Παρασκευή, ενώ είχε ανακοινωθεί το κλείσιμο των χώρων διασκέδασης, και, ναι, μερικοί ξεχύθηκαν στις παραλίες το Σαββατοκύριακο. Αλλά ήταν λίγοι. Η πλειονότητα σεβάστηκε –και σέβεται‒ τα μέτρα κι ας μην ανήκει στις ευπαθείς ομάδες. Εικόνες πλιάτσικου, επιδρομών σε σπίτια, μαζικής οπλοχρησίας και πλήρους ανομίας που έχουμε δει σε τόσες και τόσες ταινίες δεν συνέβησαν ούτε καν στην Ιταλία, τη χώρα που επλήγη περισσότερο από τον ιό και στην οποία εφαρμόστηκαν τα αυστηρότερα μέτρα. Λέμε συχνά ότι σε συνθήκες πανικού, τρόμου και άμεσου, μαζικού κινδύνου ο άνθρωπος θα δείξει το πραγματικό του πρόσωπο, θα γυρίσει στη φυσική του κατάσταση. Ε, λοιπόν, αυτές οι συνθήκες ήρθαν κι ακόμα δεν έβγαλε τη χειρότερη πλευρά του. Αντ' αυτού έδειξε σύνεση, κατανόηση, μετρημένες κινήσεις πανικού, αλληλεγγύη και σύμπνοια. Σε συντριπτικό ποσοστό.


Δεν ξέρω τι θα συμβεί τις μέρες που έρχονται. Κανείς δεν ξέρει και όποιος σου πει ότι ξέρει, κάτι θέλει από σένα και δύσκολο να είναι καλό. Μπορεί αυτή η εικόνα που περιέγραψα να είναι περισσότερο προϊόν αρχικού σοκ, μπορεί να επιβεβαιωθούν οι εσχατολόγοι και οι κυνικοί τις μέρες που θα ακολουθήσουν. Είναι και ο εγκλεισμός στη μέση που καλό στα νεύρα δεν κάνει. Καλό, όμως, γενικότερο σίγουρα θα κάνει. Σε πρώτη φάση έτσι θα έχουμε λιγότερα κρούσματα και θα θρηνήσουμε λιγότερα θύματα – αυτό είναι και το σημαντικό. Μακροπρόθεσμα ίσως να καταφέρει καίριο χτύπημα σε όσα πλήττουν την ευζωία μας, στη διάσπαση προσοχής και στην ψυχαναγκαστική ανάγκη να ζούμε διαρκώς στο μετά. Όχι, κακό δεν θα μας κάνει να ζήσουμε και λίγο (σ)το παρόν, να πάρουμε λίγο χρόνο να σκεφτούμε ποιοι είμαστε, ποιοι θέλουμε να είμαστε, ποιοι θέλουμε να είναι γύρω μας και πώς θέλουμε να είναι γύρω μας. Έτσι θα γίνουμε ακόμα καλύτεροι άνθρωποι. Γιατί, ότι μπορούμε να είμαστε (και) καλοί άνθρωποι, το αποδείξαμε αυτές τις μέρες.


Κι αν τελικά έρθει κάποτε το τέλος του κόσμου, είμαι πεπεισμένος ότι θα μας βρει όπως στο «Perfect Sense» του Ντέιβιντ ΜακΚένζι, μονιασμένους. Έστω και με επτά πακέτα ρυζογκοφρέτες και οκτώ ρολά υγείας παραπάνω.