ΑΣ ΠΟΥΜΕ ότι δώσαμε ρεπό στην πόλη που ξέραμε. Ότι αφήσαμε τα αγάλματα σε ημιανάπαυση και τα εμπορικά κέντρα σε ρεμβασμό. Σταματήσαμε για λίγο τη βοτανολογία του πεζοδρομίου. Διακόψαμε προσωρινά το παρατηρητήριο της μοναξιάς. Αλλάξαμε διαδρομή, περιοχή, όριο, κόμβο,τοπόσημο. Πλάνητες μιας άλλης αστικής εμπειρίας, μιάς νέας πολεοδομίας γεγονότων.


Εβδομήντα, ενενήντα, εκατόν δέκα τετραγωνικά πόλη. Πρόσκαιρη πόλη. Ημιαυτόνομη. Ημιανεξάρτητη. Με ενσωματωμένες τις φιλοδοξίες, τις ελπίδες, τις αποτυχίες μας. Με την πολιτιστική μας κληρονομιά να στεγνώνει στην απλώστρα. Με το κρυμμένο μας φανερό και το φανερό μας κρυμμένο. Με τα παιδικά μας χρόνια, τους μύθους και τους θρύλους μας σε ελεύθερη προβολή. Με τις επιτύμβιες στήλες των ματαιωμένων ερώτων μας στην κουζίνα. Με τα ηχεία ν' αναγγέλουν μέτρα υπέρ της σωτηρίας μας.


Είναι η νέα πόλη μας. Εμείς χαράξαμε τα όριά της. Ξεπετάξαμε μουσεία, θέατρα, ζαχαροπλαστεία. Χτίσαμε στοές να βγάζουμε βόλτα τις πειθήνιες χελώνες μας. Εμείς την οικοδομήσαμε σε μια νύχτα, εμείς κόψαμε την κορδέλα των εγκαινίων με το ψαλιδάκι των νυχιών.


Και τη γυρνάμε πάνω κάτω και πλαγίως τη νέα μας πόλη. Δεσμώτες της πιο απροσδόκητης ψυχογεωγραφίας. Κόβουμε παπαρούνες στο σαλόνι. Φωτογραφίζουμε τα πελώρια κύματα που σκάνε στα πλακάκια. Τραγουδάμε με μια μπύρα στο χέρι την καντέντσα της άνοιξης καθώς περιμένουμε ν' ανάψει το πράσινο στο καθιστικό.