Hey - watermelon man
Hey you with the red truck
Watermelon man

 

 

Big Mama Thornton - Watermelon Man (Herbie Hancock)

 

Τον Οκτώβριο του 2014 η Boston Herald, μια από τις εγκυρότερες και μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα, δημοσιεύει ένα σκίτσο που ξεσηκώνει την Αφροαμερικανική κοινότητα, αλλά και τους οπαδούς της πολιτικής ορθότητας, ως ρατσιστικό και μειωτικό. Το σκίτσο παρουσιάζει έναν εισβολέα στο Προεδρικό μπάνιο (ειρωνικό σχόλιο για την πανταχού παρουσία του Secret service) να ρωτά τον έκπληκτο Ομπάμα που πλένει αμέριμνος τα δόντια του ''αν δοκίμασε τη νέα οδοντόκρεμα με γεύση καρπούζι''. Ο καρτουνίστας Jerry Holbert απολογήθηκε δημόσια για την επιλογή του στη ''γεύση καρπούζι'' επιμένοντας ότι δεν είχε καμμία ρατσιστική πρόθεση - ''κατηγορείστε με για βλάκα,αφελή,ηλίθιο,αλλά όχι για ρατσιστή.... ήταν μια άτυχη στιγμή...'' δήλωσε μετά τη θύελλα διαμαρτυριών που ανάγκασαν την εφημερίδα να δημοσιεύσει μια νέα εκδοχή με ''γεύση φράουλα'' αντί για καρπούζι για να ηρεμήσει τα πνεύματα.


Την ίδια χρονιά δημιουργήθηκε σάλος στα Κρατικά Λογοτεχνικά βραβεία, όταν ο (λευκός) συγγραφέας Daniel Hadler αστειεύτηκε την ώρα που παρέδιδε το βραβείο Νεανικής λογοτεχνίας στη (μαύρη) φίλη του Jacqueline Woodson (για το βιβλίο της Brown Girl Dreaming ) αποκαλώντας την συγγραφέα "αλλεργική στο καρπούζι''. Η "αλλεργία" της Woodson στο συγκεκριμένο φρούτο (που λειτούργησε στερεοτυπικά αιώνες σαν σύμβολο απαξίωσης και αποκλεισμού της αφροαμερικανικής κοινότητας), οδήγησε σ' ένα οργισμένο άρθρο της στους New York Times (Νovember,28,2014) με τον τίτλο The Pain of the Watermelon Joke. Η ''αλλεργική'' στο καρπούζι Τζάκι μιλά για τα δύσκολα παιδικά της χρόνια στο (σχεδόν) γκέτο, την οργή της στην στερεοτυπική χρήση του αγαπημένου της φρούτου σαν μειωτικό της καταγωγής της και στην απόφασή της να μην ξαναφάει καρπούζι σαν μια μικρή προσωπική επανάσταση. Με την τελευταία της φράση ''γράφω για να μην μπορεί κανένας ν' ανέβει στη σκηνή ένα βράδυ και να χαχανίσει με το επώδυνο παρελθόν κάποιου άλλου'',τσακίζει τον Hadler και τις δικαιολογίες του περί ανώδυνου αστείου.


Γιατί όμως αυτό το δροσερό,νόστιμο και δημοφιλές φρούτο (που απολαμβάνουν όλοι ανεξαρτήτως χρώματος ή καταγωγής) αποτελεί την πιο ευαίσθητη πύλη εισόδου ρατσιστικών και μειωτικών συνυποδηλώσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες; H απάντηση βρίσκεται στο ιστορικό παρελθόν. Tο καρπούζι αποτέλεσε το κεντρικό σημείο της μεθοδευμένης ρατσιστικής εικονογραφίας από τις αρχές του 19ου αιώνα, συνεχίζοντας να λειτουργεί στερεοτυπικά έως σήμερα. Η εικόνα του αφελούς, ηλίθιου, οριακής νοημοσύνης νέγρου που χαίρεται απολαμβάνοντας μια φέτα καρπούζι (''όλη του η κοινωνική επιθυμία ήταν ένα δροσερό καρπούζι'') ξεκίνησε από τα χρόνια της δουλείας και κορυφώθηκε με την κατάργησή της στο τέλος του Αμερικάνικου Εμφύλιου (Σύνταγμα του 1865). Τα Μinstrel shows, ένα είδος βαριετέ ιδιαίτερα δημοφιλούς, παρουσίαζαν τους νέγρους ως μπουρλέσκ καρικατούρες που τρώνε κοτόπουλο και καρπούζι σαν άγρια ζώα. Οι picaninny, οι κλασσικές φιγούρες με μικρούς νέγρους–χαμίνια που κυκλοφορούσαν στις περίφημες coon cards επέτεινε το στερεότυπο του ζωώδους νέγρου που ο παράδεισός του είναι μια φέτα καρπούζι. Σκηνοθέτες όπως ο Γκρίφιθ (με την περίφημη ''Γέννηση ενός έθνους'' το 1915), αλλά και συνθέτες όπως ο Γκέρσουιν (Porgy and Bess,1935) συνέχισαν την μεθοδευμένη (ή μη) στερεοτυπική εικόνα του άχρηστου μαύρου που "τρώει καρπούζι ακόμα κι όταν το σύμπαν καίγεται".


Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι απελεύθεροι αφροαμερικανοί προσπαθώντας να εξασφαλίσουν τα ελάχιστα προς την επιβίωσή τους ασχολήθηκαν με το εμπόριο φρούτων, κυρίως καρπουζιών, ως πλανόδιοι μικροπωλητές. Η εικόνα του μαύρου "καρπουζά" που διαλαλεί την πραμάτειά του έγινε γρήγορα συνώνυμο του τεμπέλη νέγρου, του ανίκανου να χρησιμοποιήσει το δώρο της ελευθερίας που του χάρισαν οι καλοί λευκοί και χρησιμοποιήθηκε προπαγανδιστικά από τους πολέμιους της ισότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το καρπούζι για την μετεμφυλιακή Αμερική ήταν το μόνο μέσον για τους πρώην σκλάβους να σταθούν αξιοπρεπώς στα πόδια τους και να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, γεγονός που ενοχλούσε τα πρώην αφεντικά τους, ιδίως στον βαθιά ρατσιστικό Νότο. Όταν ο (αφροαμερικανός) Herbie Hancock έγραψε τη μελωδία για το Watermelon Man, ένα από τα τραγούδια που σημάδεψε τον σόουλ ήχο, δήλωνε προβληματισμένος για το αν συμμετέχει στη συνέχιση του καρπουζιού ως στερεότυπου κατά των μαύρων, αν κι ο ίδιος μόνο τέτοια πρόθεση δεν είχε μια που η μουσική ερχόταν από το βάθος της παιδικής του ηλικίας, "τότε που άκουγε την καρότσα με τον ''καρπουζά'' να σπινιάρει στον χωματόδρομο κλαίγοντας"...


Ο μαύρος που τρώει καρπούζι και φτύνει τα κουκούτσια έγινε γρήγορα καρικατούρα του υπάνθρωπου, ανίκανου για πολιτική σκέψη ή κοινωνική δραστηριότητα. Παρόλες τις προσπάθειες να ξεχαστεί το στερεότυπο (κυρίως στην δεκαετία του'70) αυτό επιβίωσε μέχρι τις μέρες της Προεδρίας του Ομπάμα. Στην προεκλογική του εκστρατεία μάλιστα, το 2008, οι αντίπαλοί τον παρουσίαζαν συχνά σε μονταρισμένες φωτογραφίες αγκαλιά μ' ένα καρπούζι ρίχνοντας την πολιτική ορθότητα στον Καιάδα.

 

To αθώο φρούτο αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί σύμβολο απαξίωσης και αποκλεισμού της αφροαμερικανικής κοινότητας
To αθώο φρούτο αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί σύμβολο απαξίωσης και αποκλεισμού της αφροαμερικανικής κοινότητας


Στην μαύρη Αμερική του σημερινού λευκού προέδρου Τραμπ (που σε προεκλογική του ομιλία πριν το χρίσμα δήλωνε προκλητικά "θα γίνω πιο δημοφιλής απ'το τηγανητό κοτόπουλο και το καρπούζι στους μαύρους ψηφοφόρους, θα δείτε...") το έργο συνεχίζεται.΄Ισως η ελπίδα έρχεται από ανθρώπους σαν τον αφροαμερικανό συγγραφέα Paul Beatty που κέρδισε το Βραβείο Booker του 2016 για το Sellout (Ο Πουλημένος), ένα ιερόσυλο χιπ-χοπ, γεμάτο χιούμορ, θυμό και πόνο μυθιστόρημα στα χνάρια του Κουρτ Βόνεγκατ. Ο Πωλ Μπέιτι παίζει άγρια μ' όλα τα φυλετικά και πολιτικά ταμπού, βάζοντας τον εκκεντρικό ήρωά του να αναλαμβάνει μια εξωφρενική πρωτοβουλία: την επαναφορά της δουλείας και τον φυλετικό διαχωρισμό στο τοπικό Λύκειο καταλήγοντας σε μια άνευ προηγουμένου δίκη στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο ήρωάς του τρώει συνέχεια τηγανητό κοτόπουλο και καρπούζι, διαιωνίζοντας δηκτικά τα στερεότυπα και εξοργίζοντας τους bougies, την πνευματική ελίτ των αφροαμερικανών.


Απαντώντας στις οργισμένες κατηγορίες ο Μπέιτι δήλωσε πως γράφει για τους dum dum donut, τη γενιά των ακομπλεξάριστων μαύρων νέων που δεν έχουν πρόβλημα να φάνε ένα καρπούζι δημοσίως. "Το χιούμορ είναι η μόνη μας ρεβάνς,η μόνη μας δυνατότητα να φάμε το καρπούζι όπως εμείς θέλουμε...", συνέχισε ,δίνοντας μια αμυδρή ,αλλά ουσιαστική ελπίδα στον ύπουλο πόλεμο του καρπουζιού.