«ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ
ως την ηλικία των 7 και θα σας δώσω τον άνθρωπο». Η φράση που κατά άλλους ανήκει στον άγιο Φραγκίσκο Χαβιέρ των Ιησουιτών και κατά άλλους στον Αριστοτέλη σύστησε ένα σύνολο 14 παιδιών μαζεμένων από διάφορα σχολεία της Αγγλίας. Τα παιδιά αποτελούσαν ένα δείγμα των βασικών κοινωνικών τάξεων της χώρας, γι’ αυτό και τα σχολεία από όπου προήλθαν επιλέχθηκαν ανάμεσα από υποβαθμισμένες ως πολύ καλές περιοχές της χώρας.


Το περιεχόμενο που θα προέκυπτε ήταν ένα ωριαίο ντοκιμαντέρ που θα παρουσίαζε στο κοινό «αυτούς που θα τρέχουν τη χώρα το 2000», μια δηλαδή αφηρημένη μελέτη για τα παιδιά του μέλλοντος.

 

Ένας φέρελπις τότε σκηνοθέτης, ο Μάικλ Άπτεντ, βρήκε σε αυτό το ντοκιμαντέρ μία από τις πρώτες του δουλειές, λειτουργώντας ως ερευνητής στην ομάδα που θα επέλεγε τα παιδιά.Τα επόμενα χρόνια συνέχισε να δουλεύει για την τηλεόραση και το 1970 του προτάθηκε να αναλάβει κάτι σαν συνέχεια των συνεντεύξεων με εκείνα παιδιά, με σκοπό να δώσει στο όλο project έναν τελείως διαφορετικό δρόμο, βασισμένο σε ένα αντίστοιχο πείραμα που ξεκίνησε το 1961 από τους Βίνφριντ και Μπάρμπαρα Γιούνγκε και ονομάστηκε «Τα Παιδιά του Γκόλτσοφ».

 

Ο Άπτεντ τους ξαναβρήκε, το κοινό αγάπησε αυτό το άλμα στο χρόνο και όλοι αντιλήφθηκαν πως αυτό θα πρέπει να επαναλαμβάνεται. Έτσι, κάθε 7 χρόνια, η ίδια ομάδα συναντούσε τα ίδια παιδιά, που μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν, χώρισαν, είδαν όνειρα να μην εκπληρώνονται, έμειναν άστεγοι, ορθοπόδησαν, κάποιοι πέθαναν και οι υπόλοιποι έφτασαν να μιλούν για τελευταία φορά το 2019, στα 63 τους. Κι όσο εξακολουθούσαν να μιλούν, το κοινό βλέπει να ξετυλίγεται η αληθινή ζωή, ολόκληρη, μέσα σε λίγες ώρες.

 

Φυσικά, οι πρωταγωνιστές του project αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, μετά από κάποιες επταετίες, ως τηλεοπτικές περσόνες οπότε οι συνεντεύξεις για τα όσα έκαναν στη ζωή τους δε συνάδουν πάντα με την αλήθεια. Είναι όμως αυτή η πανίσχυρη αλήθεια της εικόνας που τις περισσότερες φορές καταπίνει το ίδιο το αντικείμενο και καμία λεκτική ωραιοποίηση δεν μπορεί να την ανατρέψει.

 

Στα χρόνια του binge watching, το «Up!» είναι από τις λίγες περιπτώσεις που μπορούν να σοκάρουν όποιον αποφασίσει να αφιερώσει μαζεμένες ώρες σε αυτήν. Δεν είναι μόνο ότι παρακολουθεί ένα αληθινό χρονικό ταξίδι, ούτε ότι του δημιουργείται η περιέργεια, αντίστοιχη με αυτή μιας αφήγησης σειράς, για το τι θα γίνει στη συνέχεια.

 

Είναι ότι η σειρά, με ένα περιεχόμενο που δεν ήταν προσχεδιασμένο, άθελά της καταρρίπτει κατά ένα μεγάλο ποσοστό το απρόβλεπτο της ζωής, παρουσιάζοντας παιδιά τα οποία κάποιος μπορεί να τα τοποθετήσει μέσα σε κύκλους στερεοτύπων για να δει, λίγα επεισόδια μετά, πως δικαιώνεται. Το «Up» είναι η πιο εμφανής απόδειξη ότι το κενό ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, τουλάχιστον στην Αγγλία, παραμένει μεγάλο και η κινητικότητα ανάμεσα σε αυτές είναι μάλλον η εξαίρεση.

 

Φυσικά οι πρωταγωνιστές του project αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, μετά από κάποιες επταετίες, ως τηλεοπτικές περσόνες οπότε οι συνεντεύξεις για τα όσα έκαναν στη ζωή τους δεν συνάδουν πάντα με την αλήθεια. Είναι όμως αυτή η πανίσχυρη αλήθεια της εικόνας που τις περισσότερες φορές καταπίνει το ίδιο το αντικείμενο και καμία λεκτική ωραιοποίηση δεν μπορεί να την ανατρέψει.

 

Το «μαγκάκι» που περνούσε καλά στο σχολείο χαίρεται με την περιπετειώδη ζωή που κάνει και το ταξί που οδηγεί, οι όμορφες έφηβες που ονειρεύονται γάμο και οικογένεια μοιάζουν εξαντλημένες στα 30 τους απο τον γάμο και την οικογένεια, το προνομιούχο «καλό παιδί» γίνεται εύκολα ανώτερος δικηγόρος και ζει συντηρητικά προσπαθώντας να μεγαλώσει παιδιά κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του.

 

 

 

Το εντυπωσιακότερο στοιχείο της σύνδεσης του Μάικλ Άπτεντ, του οποίου ο θάνατος στα 79 ανακοινώθηκε χθες, με τη σειρά είναι πως δεν την εγκατέλειψε παρά το γεγονός ότι από τη δεκαετία του ‘80 και έπειτα ακολούθησε κινηματογραφική σκηνοθετική καριέρα, δουλεύοντας σε ταινίες πρώτης γραμμής.

 

Έκανε την «Κόρη του Ανθρακωρύχου» που έδωσε στη Σίσι Σπέισεκ Όσκαρ ερμηνείας, ενώ άλλες δύο πρωταγωνίστριές του ήταν υποψήφιες αργότερα, η Σιγκούρνι Γουίβερ για το χιλιοπαιγμένο στην ελληνική τηλεόραση «Γορίλες στην Ομίχλη» και η Τζόντι Φόστερ για το «Νελ». Έκανε επίσης ένα από τα γνωστότερα κατασκοπικά φιλμ των ‘80s, το «Έγκλημα στο Γκόρκι Παρκ», μέχρι και ταινία Τζέιμς Μποντ, το «The World Is not Enough», που θα το θυμόμαστε για το ατμοσφαιρικό ομώνυμο τραγούδι των Garbage και την camp ιδέα να υποδυθεί η Ντενίζ Ρίτσαρντς μια πυρηνική φυσικό.

 

Το μεγαλύτερό του κληροδότημα όμως θα είναι το «Up», που αφηγήθηκε επιτυχώς 9 επταετίες σε 9 αντίστοιχα ντοκιμαντέρ, παρακολουθώντας τους ίδιους ανθρώπους από τα 7 ως τα 63 τους χρόνια, με τελευταίο μέρος αυτό του 2019. Χωρίς καμία ανάγκη για ίντριγκες και trash, είναι το απόλυτο υπόδειγμα reality τηλεόρασης ως σήμερα, αναντικατάστατο σε αξία και μάλλον απίθανο να επαναληφθεί με την αντίστοιχη πειθαρχία στο μέλλον.