Τα μάτια όλου του πλανήτη είναι στραμμένα στις ΗΠΑ σήμερα, εν αναμονή του ονόματος που θα λάβει τη λαϊκή εντολή για να κυβερνήσει τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Οι προεδρικές εκλογές μονοπωλούν το ενδιαφέρον με απευθείας τηλεοπτικές συνδέσεις, συνεχή ενημέρωση σε σάιτ και social media, συζητήσεις επί συζητήσεων, αντεγκλήσεις, ανησυχία και προσμονή. Και είναι εκλογές όπου, λόγω του πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος που ισχύει, νικητής δεν είναι απαραίτητα εκείνος που έλαβε τις περισσότερες ψήφους, κάτι που συνέβη π.χ. και στις εκλογές του 2016, όπου ο Τραμπ εξελέγη με λιγότερες ψήφους από την Χίλαρυ Κλίντον.


Να διευκρινίσουμε στο σημείο αυτό, ότι το σύστημα οργάνωσης του αμερικανικού πολιτεύματος είναι αρκετά σύνθετο, με την εκτελεστική εξουσία να ανήκει στον Πρόεδρο και τη νομοθετική σε δύο όργανα, τη Γερουσία, που εκπροσωπεί τις πολιτείες, και τη Βουλή των Αντιπροσώπων, που αντιπροσωπεύει τον λαό του ομοσπονδιακού κράτους. Ο Πρόεδρος εκλέγεται από τον λαό έμμεσα, μέσω σώματος εκλεκτόρων. Kάθε πολιτεία έχει αριθμό εκλεκτόρων ανάλογο με τον αριθμό των αντιπροσώπων της στη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Περισσότερα για το αμερικανικό πολιτικό σύστημα μπορείτε να διαβάσετε στο εύληπτο και κατατοπιστικό κείμενο του Ευτύχη Βαρδουλάκη

 

Oι ΗΠΑ μας έχουν δώσει τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, από τα ριζοσπαστικότερα και πιο φιλελεύθερα κείμενα που γράφτηκαν ποτέ. Μας έδωσαν επίσης το γραπτό Σύνταγμα – το Σύνταγμα τους ήταν το πρώτο και είναι το μακροβιότερο. Η συνεισφορά τους στη διαμόρφωση της σύγχρονης δημοκρατίας ήταν καταλυτική.


Πέραν του διαδικαστικού σκέλους των εκλογών, που μόνο λόγω της περίστασης αφορά, επί της ουσίας οι ΗΠΑ μας έχουν δώσει τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, από τα ριζοσπαστικότερα και πιο φιλελεύθερα κείμενα που γράφτηκαν ποτέ. Μας έδωσαν επίσης το γραπτό Σύνταγμα – το Σύνταγμα τους ήταν το πρώτο και είναι το μακροβιότερο. Η συνεισφορά τους στη διαμόρφωση της σύγχρονης δημοκρατίας ήταν καταλυτική.


Οι ταινίες της λίστας αναφέρονται είτε στην εκλογική διαδικασία, είτε σε κάποια άλλη πτυχή του αμερικανικού πολιτεύματος και ίσως να φαντάζουν ειδικού ενδιαφέροντος σε μερίδα του κοινού. Όλες τους όμως αναφέρονται με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο στη δημοκρατικότητα και τις διεργασίες της, στις ατέλειες και τις δυσλειτουργίες της, στην ανάγκη ισχυροποίησής της, στην έννοια του Homo politicus. Και από αυτή την άποψη μας ενδιαφέρουν όλους. Ή θα έπρεπε να μας ενδιαφέρουν.

 

Mr. Smith goes to Washington (1939)

του Φρανκ Κάπρα

Ο χαρακτήρας του κυρίου Σμιθ θα φαινόταν αναληθοφανής, αν δεν τον υποδυόταν ο Τζέιμς Στιούαρτ.
Ο χαρακτήρας του κυρίου Σμιθ θα φαινόταν αναληθοφανής, αν δεν τον υποδυόταν ο Τζέιμς Στιούαρτ.

 

Οποιαδήποτε συζήτηση για αμερικανικό πολιτικό σινεμά, όπου και οι δύο επιθετικοί προσδιορισμοί να έχουν ισόποση σημασία, ξεκινά από το Mr. Smith Goes to Washington. Στην ταινία ένας νεαρός ιδεαλιστής διορίζεται αντικαταστάτης αποδημήσαντα γερουσιαστή και πασχίζει να υπενθυμίσει στο Σώμα ότι στη Δημοκρατία έχουμε κυβέρνηση του Λαού, από τον Λαό και για τον Λαό – το τρίτο σκέλος είθισται, δυστυχώς, να παραλείπεται. Ο χαρακτήρας του κυρίου Σμιθ θα φαινόταν αναληθοφανής, αν δεν τον υποδυόταν ο Τζέιμς Στιούαρτ, ο δε Κάπρα χειραγωγεί τα συναισθήματα σου, μα, όπως έλεγε κι ο μακαρίτης ο Ρότζερ Έμπερτ, «δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με έναν σκηνοθέτη που θέλει να χειραγωγήσει το συναίσθημα σου, αρκεί να το κάνει σωστά».


Advise and Consent (1962)

του Ότο Πρέμινγκερ

 

 

Αφηγηματικά ρηξικέλευθη, με ένα χαρακτηρολογικό γαϊτανάκι που βάζει κάτω τα μωσαϊκά του Ρόμπερτ Άλτμαν και αναδεικνύει τις δαιδαλώδεις, διαπλεκόμενες ζυμώσεις της πολιτικής διεργασίας, η ταινία του Ότο Πρέμινγκερ διανύει την απόσταση από το πολιτικό δέον στο δραματικά υπολειπόμενο είναι, θρηνώντας την αποτυχία, αν όχι την εγγενή αδυναμία προσέγγισής του στο συγκλονιστικό φινάλε της. Ίσως φαίνεται να υπερθεματίζουμε, αλλά πρόκειται δίχως ίχνος υπερβολής για ένα καθαρό, άγνωστο αριστούργημα, το οποίο περιμένει να ανακαλυφθεί από ένα ευρύτερο κοινό. Οι φαν του είδους το βλέπετε χτες, που λέμε.


The Candidate (1972)

του Μάικλ Ρίτσι

 

 

Χαρακτηριστικό δείγμα πολιτικοποιημένου σινεμά αλά '70s, από τις βασικές ταινίες του Ρέντφορντ τότε, είχε πάρει και Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου, μα στην πορεία η φήμη του ξεθώριασε – δυστυχώς οι ταινίες πεθαίνουν, αν δεν μιλούν και αν δεν γράφουν για αυτές, ειδικά σήμερα που η επικαιρότητα είναι το Α και το Ω και οτιδήποτε δεν την αφορά είναι σαν να μην υφίσταται. Μεγάλο κρίμα για μια εύστοχη, κυνική ματιά πάνω στις ηθικές, πολιτικές, ιδεολογικές και πάσης άλλης φύσεως εκπτώσεις που συνοδεύουν την επίτευξη μιας εκλογικής νίκης. Ενδείκνυται για double-bill με το «αδερφάκι» του, το The Ides of March (2011) του Τζορτζ Κλούνεϊ.


Shampoo (1974)

του Χαλ Άσμπι

Ο Γουόρεν Μπίτι και η Γκόλντι Χόουν σε σκηνή από την ταινία.
Ο Γουόρεν Μπίτι και η Γκόλντι Χόουν σε σκηνή από την ταινία.

 

Το Shampoo εξελίσσεται την ημέρα των προεδρικών εκλογών του 1968, στις οποίες αναδείχθηκε νικητής ο Νίξον, και αφηγείται τις σεξουαλικές περιπέτειες ενός διάσημου κομμωτή. Η πολιτική υπάρχει στο background, ο ήρωας όμως αδιαφορεί παντελώς για αυτή, σε ετούτη την ιδιοφυή κριτική των Χαλ Ασμπι και Ρόμπερτ Τάουνι στη σεξουαλική επανάσταση των '60s και τα απόνερά της. Από τη μία είναι μια ταινία της εποχής της και αρκετοί θα βρουν παρωχημένα τα sex politics της, από την άλλη συνέλαβε άθελα της τον αυτοαπορροφώμενο, επί της ουσίας απολιτικό ανθρωπότυπο που κυριαρχεί σήμερα. Κι αυτό είναι ικανό να της δώσει μια δεύτερη ζωή.


Βob Roberts (1992)

του Τιμ Ρόμπινς

Η προειδοποιητική σάτιρα του Τιμ Ρόμπινς δεν εισακούστηκε...
Η προειδοποιητική σάτιρα του Τιμ Ρόμπινς δεν εισακούστηκε...

 

Το ψευδοντοκιμαντέρ του Τιμ Ρόμπινς, όπου μια right-wing περσόνα βάζει υποψηφιότητα για γερουσιαστής και εκμεταλλεύεται το πολωτικό κλίμα και τη δυσαρέσκεια μέρους του πληθυσμού, καλώντας τους να «ξαναπάρουν πίσω την Αμερική» –από ποιους;–, σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό. Η προειδοποιητική σάτιρα του Τιμ Ρόμπινς όχι μόνο δεν εισακούστηκε, αλλά θαρρείς προφήτευσε ότι δύο δεκαετίες μετά ένας πραγματικός Μπομπ Ρόμπερτς θα τοποθετούνταν με λαϊκή εντολή στον Λευκό Οίκο, με τη δυσάρεστη συνέχεια να είναι γνωστή σε όλους.


Dave (1993)

του Ιβάν Ράιτμαν

 

 

Το συχνό φαντασιωτικό μας παραλήρημα, που ξεκινά με τη φράση «άμα γινόμουν Πρόεδρος», παίρνει σάρκα και οστά στην ταινία του Ιβάν Ράιτμαν, όπου ένας σωσίας του Προέδρου των ΗΠΑ προσλαμβάνεται για να τον αντικαταστήσει σε μια κοινωνική υποχρέωση και βρίσκεται να εκπληρώνει τα καθήκοντά του για περισσότερο καιρό, όταν ο πραγματικός Πρόεδρος πέφτει σε κώμα την ώρα του σεξ. Υπάρχει κάτι γλυκόπικρο στην ιδέα ενός ηγέτη που εκτελεί τα καθήκοντα του ανιδιοτελώς και με γνώμονα το ευρύτερο καλό, όπως στο φιλμ. Γλυκό γιατί έτσι θα έπρεπε να είναι, πικρό γιατί πρόκειται για μια φιλμική ουτοπία. Βασική ταινία κυριακάτικου μεσημεριού.


Wag the Dog (1997)

του Μπάρι Λέβινσον

Ντάστιν Χόφμαν και Γούντι Χάρελσον με τον σκηνοθέτη Μπάρι Λέβινσον στα γυρίσματα της ταινίας.
Ντάστιν Χόφμαν και Γούντι Χάρελσον με τον σκηνοθέτη Μπάρι Λέβινσον στα γυρίσματα της ταινίας.

 

Δύο εβδομάδες πριν τις εκλογές ο νυν Πρόεδρος των ΗΠΑ εμπλέκεται σε σεξουαλικό σκάνδαλο και, προκειμένου να κερδίσει ξανά, το επιτελείο του στήνει έναν εικονικό πόλεμο με την Αλβανία. Από τις περιπτώσεις που η πραγματικότητα μιμήθηκε το σινεμά, η ταινία βγήκε στις αίθουσες λίγες μέρες πριν ξεσπάσει το σκάνδαλο Λεβίνσκι, μα δυστυχώς οι βομβαρδισμοί που ακολούθησαν σε Ιράκ και Κόσσοβο δεν ήταν εικονικοί. Κοφτεροί διάλογοι από τον Ντέιβιντ Μάμετ και αψεγάδιαστος συγχρονισμός μεταξύ Ντάστιν Χόφμαν, Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Αν Χες. Οι κιθαρισμοί του Μαρκ Νόπφλερ δίνουν ακόμα περισσότερη ενέργεια στο θέαμα και, εκεί που νομίζεις ότι η ταινία είχε παίξει όλα τα χαρτιά της, εμφανίζεται ο χαρακτήρας του Γούντι Χάρελσον και δεν μένει άντερο.


Swing Vote (2008)

του Τζόσουα Μάικλ Στερν

 

 

«Καπρική» –εκ του Φρανκ Κάπρα– παραβολή πάνω στη σημασία της ατομικής ψήφου, που θέλει το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών να εξαρτάται από την ψήφο ενός μοναδικού ψηφοφόρου, του μέχρι πρότινος αδιάφορου Κέβιν Κόστνερ. Οι προσπάθειες των δύο υποψηφίων να εξασφαλίσουν την ψήφο του είναι ενίοτε απολαυστικές, το «μήνυμα» είναι ότι οι υποψήφιοι προσεγγίζουν τον λαό αποκλειστικά ως εκλογικό σώμα, η μέριμνα τους για αυτόν ξεκινά και τελειώνει με την εκλογική περίοδο κι αυτή είναι μια πρακτική που πρέπει να σταματήσει.


Lincoln (2012)

του Στίβεν Σπίλμπεργκ

 

 

Με αρωγούς ένα καταπληκτικό σενάριο του Τόνι Κούσνερ και τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις, που άφησε το σώμα του να «καταληφθεί» από το πνεύμα του Λίνκολν, ο Σπίλμπεργκ πέτυχε τη μεγάλη αμερικανική ταινία που κυνηγούσε χρόνια. Συγκερασμός ιστορικής πληροφορίας, αμερικανικού ιδεαλισμού και σύνθετης δραματουργίας σε μια ταινία πάνω στο ηγετικό πρότυπο, την έννοια της δημοκρατικότητας, το κόστος της διαφύλαξής της, αλλά και τη διαφύλαξή της με κάθε κόστος. Η ταινία κορυφώνεται σε μια σκηνή ψηφοφορίας με αντικείμενο την 13η τροπολογία του Αμερικανικού Συντάγματος, η οποία αφορούσε την απελευθέρωση του μαύρου πληθυσμού. Γεννά δηλαδή δράμα και σασπένς γύρω από τη νομοθετική διαδικασία.


Τhe Campaign (2012)

του Τζέι Ρόουτς

Ζακ Γαλιφιανάκης και Γουίλ Φάρελ στου πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ζακ Γαλιφιανάκης και Γουίλ Φάρελ στου πρωταγωνιστικούς ρόλους.

 

Ένας από τους χαρισματικότερους κωμικούς που ξεπήδησαν την τελευταία εικοσαετία είναι ο Γουίλ Φέρελ. Η κωμική περσόνα που έχτισε, αρχής γενομένης από το Anchorman (2004), ειρωνεύεται καυστικά το αμερικανικό πρότυπο. Στο Campaign η περσόνα του τοποθετείται στην κορυφαία θέση του αμερικανικού αξιακού συστήματος, εκείνη του πολιτικού προσώπου, και δίνεται έτσι η αφορμή για μια αφελή, πλην ξέφρενη διακωμώδηση των μηχανισμών ανάδειξης της πολιτικής ηγεσίας αλλά και των στερεοτυπικών συμπεριφορών που καλούνται να ακολουθήσουν οι κατά καιρούς υποψήφιοι των δύο βασικών παρατάξεων. Συμπαραστάτης του στην κωμωδία ο Ζακ Γαλιφιανάκης, που εδώ εντάσσει για πρώτη φορά στη δική του περσόνα στοιχεία ανθρώπινης ύπαρξης, καθιστώντας την πιο συμπαθητική.