Αυτές τις μέρες που σκαλίζαμε τα παλιά βρεθήκαμε στην πιο παλιά και αναρχική ζώνη του LIFO.gr. Tη ζώνη των πρώτων του blogs. Μόλις είχε εγκαινιαστεί το σάιτ, με ελάχιστο μπάτζετ αλλά όρεξη για καινοτομίες, είχαμε την ιδέα να μπορεί ο οποιοσδήποτε ανώνυμος αναγνώστης να ανοίγει το δικό του μπλογκ της LIFO, χωρίς οποιονδήποτε έλεγχο, και να ανεβάζει επίσης χωρίς έλεγχο όποια ανάρτηση ήθελε. Το ίδιο ίσχυε και για τα σχόλια. Το πράγμα ξεκίνησε θριαμβευτικά, δίνοντας φωνή σε πολλά ταλέντα, αλλά μετά από κάνα χρόνο, εκτροχιάστηκε και τελικά καταργήθηκε. Τα social media ανέλαβαν τη δουλειά.

Πλέον, όλος εκείνος ο δημιουργικός (και ασύδοτος) χώρος είναι μη προσβάσιμος στους αναγνώστες· με αφορμή όμως τη γιορτή μας, ανασύραμε μερικά άρθρα από τη λήθη. Ο Λεωνίδας του άρθρου ήρθε μετά και στη LIFO και δούλεψε μαζί μας για ένα φεγγάρι. Ήταν τότε 20 χρονών.

The LIFOTEAM

 


 

 


ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΗ ΛΕΩΝΙΔΑ

Blog: Leonidas
Δημοσίευση: Ιούνιος 2007


 

Η Πέμπτη είναι σίγουρα μέρα σινεμά. Είναι πολύ δύσκολο όμως να βρείς αυτό που ψάχνεις σε μία πόλη γεμάτη μούλτιπλεξ που προβάλλουν μόνο άνευρες αμερικανιές. Γι' αυτό και εμείς πήγαμε στην Ομόνοια αναζητώντας κάτι πραγματικά ποιοτικό. Με έκπληξη ανακαλύψαμε ότι κάπου ανάμεσα στους ναρκομανείς και τις εκδιδόμενες γυναίκες, ανάμεσα στα κοινωνικά συντρίμια, η τέχνη μπορεί να ανθίσει ως ένα ελπιδοφόρο κυκλάμινο. Ροζ κυκλάμινο. Τσοντοσινεμά.

 

Είμασταν 2 κορίτσια και 2 αγόρια (οι δυο 16). Δεν τέθηκε θέμα για τις ηλικίες μας (ούτε καν η κλασική ερώτηση, «μήπως είστε ανήλικοι» που συνοδεύεται απο κλείσιμο ματιού - μειδίαμα). Οι περισσότερες ερωτήσεις έγιναν από εμάς που με έκπληξη ανακαλύψαμε ότι το σινεμά δεν διέθετε καντίνα. Έκπληξη όμως ήταν και για τον πωλητή εισιτηρίων η απορία για το πότε αρχίζει η επόμενη παράσταση. Η προβολή ήταν συνεχόμενη με τη μία ταινία μέτα την άλλη. Μπορούσες να μπείς όσες φορές ήθελες και ο κόσμος μπαινόβγαινε καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας. Θα έκοβα το ένα μου δάχτυλο ότι από εκεί εμπνεύστηκε ο Παπαιωάννου το ΜΕΣΑ.

 

Η ταινία είχε έναν καθαρά καλλιτεχνικό προσανατολισμό. Η σκηνοθεσία ήταν σχεδόν ερασιτεχνική με τα κουνημένα πλάνα να εξισορροπούν τα μεγέθη φαλλών και στηθών -που παρέπεμπαν σε εφέ επιστημονικής φαντασίας- προσθέτοντας κάτι γήινο. Οι ηθοποιοί απαλαγμένοι από ρούχα και κοινωνικούς ρόλους απλά γαμι*σαντο πάνω σε κρεβάτια χωρίς να παριστάνουν κηπουρούς, δασκάλες keoutokathexis. Δεν υπήρχαν προκαταρκτικά, σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί η ουσία της ταινίας. Εξίσου λακωνικοί ήταν και οι διάλογοι χωρίς τα κλισέ και χιλιοειπωμένα αχ, ουχ και γέα, φακ μάι φέις. Οφείλω βέβαια να ομολογήσω ότι όλες οι ταινίες ήταν αρκετά μονότονες. Ίσως επειδή απλά λειτουργούσαν ως φόντο για αυτά που συνέβαιναν στο κοινό.

 

Αχχ! το κοινό. Αν η μαλ*κία ήταν φτέρνισμα θα ήταν όλοι συναχωμένοι. Το ατέρμονο χλατς χλατς αποτελούσε το τέλειο ηχητικό φόντο για την περίσταση θυμίζοντας βρύση που στάζει (ή μάλλον τρέχει).

 

Αχχ! το κοινό. Αν η μαλ*κία ήταν φτέρνισμα θα ήταν όλοι συναχωμένοι. Το ατέρμονο χλατς χλατς αποτελούσε το τέλειο ηχητικό φόντο για την περίσταση θυμίζοντας βρύση που στάζει (ή μάλλον τρέχει). Κάποιες θέσεις ήταν καλυμμένες με χαρτοπετσέτες ενώ κάποια στιγμή βγήκαμε έξω φοβούμενοι μη χυσ*υν τη μια από τις κοπέλες στα μαλλιά. Στον πάνω όροφο, όπου η ατμόσφαιρα ήταν πιο ρομαντική, κάποιοι επιδίδονταν σε στοματικό ενώ όταν κόρωσε το πάθος, δυο θαμώνες καβαλίκεψαν συμπαίκτες τους. Με μάγεψε η συντροφικότητα και η αγάπη που εξέφραζαν όλοι απέναντι σε άγνωστους ανθρώπους. Τελικά οι Έλληνες είναι όντως πολύ ζεστοί άνθρωποι.

 

Το σκηνικό σίγουρα εντάσσεται μέσα στο τοπ τεν των δε-το-ζω-αυτό εμπειριών μου. Όλα όσα περιγράφονται παραπάνω όμως, δεν είναι ο μόνος λόγος. Υπάρχει και ένας άλλος. Ο Αντόνιο. Αρχικά ήρθε και με ωμαγκάλιασε (αυτό το φιλικό αγκάλιασμα όπου το χέρι του ενός τυλίγει σαν κασκόλ τον ώμο του άλλου επιτρέποντας το περπάτημα την ώρα της αγκαλιάς).

Αντόνιο.


― Λεωνίδας, χάρηκα.
― Καλά, εσείς? Φυστίκια θέλετε (αγοράσαμε τελικά από ένα περίπτερο);
― Όχι
― Εσείς (εγώ και ο διπλανός μου) πώς και δεεεν (χειρονομία που παραπέμπει σε αυνανισμό);

 

Πάνω που έψαχνα έξοδο κινδύνου θεωρώντας αγένεια να αρνηθώ έστω χειρωνακτική ανακούφιση στην πηγή του έρωτα, ανακάλυψα ότι οι προθέσεις του ανθρώπου ήταν αγνές. Ήθελε παρτούζα με τους 4 μας. Τουλάχιστον για αυτό, έπρεπε να δικαιολογηθούμε όλοι μαζί (και δεν πείστηκε απλά με το «είμαστε δεσμευμένοι»). Με ρώτησε αν οι κοπέλες έχουν υπάρξει άντρες, αν σκοπεύουμε να το κάνουμε μεταξύ μας, αν προηγουμένως αυνανιζόμασταν και δεν μας πρόλαβε. Στο τελευταίο απάντησα πως οι κοπέλες αυνανίστηκαν λίγο, πράγμα που επιτέλους τον έστειλε από την άλλη πλευρά της τετράδας.

 

Μέτα βγήκαμε έξω και μας ακολούθησε. Χαιρετιστήκαμε και φύγαμε από αντίθετες κατευθύνσεις. Μόλις στρίψαμε στη γωνία, αποφασίσαμε να γυρίσουμε (το να πληρώσουμε 5 ευρώ χωρίς να πάμε στον πάνω όροφο θα ήταν σαν να τρώμε μόνο την σοκολάτα από μια ντανέτ). Γυρίζουμε λοιπόν πίσω, πάμε πάνω και να σου δίπλα μας ο Αντόνιο (ξαναλέω, είχαμε φύγει από αντίθετες καυτευθύνσεις – ευτυχώς από τότε έχει περάσει μια βδομάδα και δεν τον έχουμε ξαναδεί). Αυτή τη φορά είχαμε κάτσει, αγόρι-κορίτσι-κορίτσι-αγόρι ώστε να υπάρχει ένα αρσενικό τοίχος σε κάθε πλευρά και να προστατεύει τις κοπέλες που όλοι κοίταζαν σαν ξερολούκουμα. Κάθεται λοιπόν πάλι δίπλα μου ο Αντόνιο για να μιλήσει στην Τ.

 

Μπούρου μπούρου μπούρου μπούρου, τα μάθαμε όλα για τον Αντόνιο. Βούλγαρος, 5 μήνες στην Ελλάδα, τέλεια ελληνικά (σου έρχεται μετά η Καλομοίρα, 10 χρόνια στην Ελλάδα και μιλάει greeklish). Μας έδειξε την ταυτότητα του και όλοι συμφωνήσαμε ότι ήταν καλύτερη από την Ελληνική (έμοιαζε με πιστωτική κάρτα). Μας έδειξε και μια φωτογραφία της κοπέλας του, που επίσης όλοι συμφωνήσαμε ότι ήταν πολύ άσχημη για εκείνον (όχι μπροστά του). Μας είπε ότι σημασία δεν έχει μόνο η ομορφιά αλλά και το τι βγάζει μια κοπέλα (ότι θα το άκουγα αυτό σε τσοντοσινεμά, ομολογώ, δεν το περίμενα) και είπε σε έναν τύπο που καθόταν πίσω μας να μετακινηθεί (όταν του είπα ότι προηγουμένως φύγαμε γιατί φοβόμασταν αυτόν – που παρεπιπτόντως ήρθε και ξανακάθισε πίσω μας όταν ξαναμπήκαμε και αλλάξαμε θέση). Εν τω μεταξύ το χλατς χλατς άρχισε να διακόπτεται από τς τς των γύρω θαμώνων που τους ενοχλούσε η συζήτηση μας οπότε φύγαμε, οριστικά αυτή τη φορά, αφού ο Αντόνιο ζητήσε τηλέφωνο, τσιμπώντας το μάγουλο της κοπέλας.

 

Παρόλο που αν διάβαζα τις παραπάνω 800 λέξεις δεν θα πίστευα τίποτα, είναι μια πολύ λακωνική περίληψη των όσων ζήσαμε εκεί μέσα (θα μπορούσα να γράψω διατριβή). Αυτό όμως που με εντυπωσίασε περισσότερο είναι ότι στην Αθήνα που 9/10 θα σε λοξοκοιτάξουν αν φορέσεις ένα περίεργο παντελόνι, στο κέντρο αυτής της ηθικής κοινωνίας, υπάρχει μια σκοτεινή αίθουσα (πιστέψτε με, εντυπωσιακά γεμάτη) όπου όλοι την παίζουν φόρα παρτίδα. Αυτή η αίθουσα χωρίζεται από το δρόμο από μια πόρτα και μια κουρτίνα – ένας, κάπως λεπτός, διαχωρισμός του «καλού» και του «κακού»...