Η Κατρίν Ντενέβ έχει περάσει προ πολλού στη σφαίρα του ζωντανού θρύλου. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σκέψη για να καταλάβει κάποιος το γιατί: με αυτό το πρόσωπο, την κατατομή του οποίου δανείστηκε η Μαριάν-σύμβολο της γαλλικής Δημοκρατίας και με τέτοια πορεία στο διεθνές σινεμά, από τις Ομπρέλες του Χερβούργου, τον πρώιμο Πολάνσκι και τον ώριμο Μπουνιουέλ, μέχρι την επική Ινδοκίνα, τον ανατρεπτικό Λαρς φον Τρίερ και το τρελό Hunger, για να μην αναφέρουμε μια στρατιά από νέους σκηνοθέτες που δε σνόμπαρε ποτέ, διατηρώντας σταθερά την πίστη της σε παλιούς αγαπημένους, όπως ο Αντρέ Τεσινέ, στην ασταμάτητη ανάγκη της να δίνει το παρών, να παραμένει μάχιμη, ζωντανή δίχως άλλο.

 

Στο κυνήγι της διαρκούς παρουσίας, το στατιστικό ρίσκο δεν την άφησε ανέγγιχτη, συνεπώς δεν έχει βιώσει πάντα ευτυχείς στιγμές (Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι;). Η Ντενέβ δεν υπήρξε ποτέ πρόθυμη να «σπάσει» με συμβατικούς, μελοδραματικούς, ή νεο-method τρόπους, για χάρη της Τέχνης. Της ταίριαζε περισσότερο η εσωτερικά πονεμένη Σεβερίν, χωρίς πολλές επεξηγήσεις, η ωραία της ημέρας, έτοιμη να δεχθεί τον πόνο επί χρήμασι, παρά να τον προλάβει με υπερβολικές εκφράσεις ή έκδηλη συγκίνηση, επιδεικτικά αφιλοκερδώς.

 

Το μοντέλο του Ιβ Σεν Λοράν, ατσαλάκωτο και αγέρωχο, φαίνεται να μην καταδέχτηκε να υποκύψει σε μια συμβατική επίκληση του συναισθήματος για να εξιλεώσει τους ατελείς χαρακτήρες που υποδύθηκε. Τους έπαιξε, προφανώς ευχήθηκε να αγγίξουν τον κόσμο, και προχώρησε στο επόμενο βήμα, μειδιώντας πολύ ελαφρώς και σηκώνοντας το φρύδι πολύ πιο αδιόρατα. Αυτό ήταν το στιλ της, και σε όποιον αρέσει.

 

Γι' αυτό και πολλοί θεατές, ενώ τη γνωρίζουν φυσικά, την παρακολουθούν εδώ και δεκαετίες και την εκτιμούν, δεν κρύβουν την απορία τους για τις υποκριτικές της ικανότητες, συγκρίνοντάς την με τις κολορατούρες του επαγγέλματος. Το μοντέλο του Ιβ Σεν Λοράν, ατσαλάκωτο και αγέρωχο, φαίνεται να μην καταδέχτηκε να υποκύψει σε μια συμβατική επίκληση του συναισθήματος για να εξιλεώσει τους ατελείς χαρακτήρες που υποδύθηκε. Τους έπαιξε, προφανώς ευχήθηκε να αγγίξουν τον κόσμο, και προχώρησε στο επόμενο βήμα, μειδιώντας πολύ ελαφρώς και σηκώνοντας το φρύδι πολύ πιο αδιόρατα. Αυτό ήταν το στιλ της, και σε όποιον αρέσει.

 

Στην Αλήθεια, η πραγματικότητα συγχέεται με τη φαντασία με πολλές λεπτομέρειες που προσκαλούν σε προσεκτική ανάγνωση της πλοκής. Η Ντενέβ υποδύεται την Φαμπιέν, μια φτασμένη, δύστροπη στα όρια της ντίβας ηθοποιό, που δέχεται επίσκεψη από την μοναχοκόρη της, Λουμίρ, (Ζυλιέτ Μπινός), τον ηθοποιό σύζυγό της (Ίθαν Χοκ) και την χαριτωμένη εγγονή της, ενώ ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει την αυτοβιογραφία της και να γυρίσει μια ταινία που ξυπνά δυσάρεστες αναμνήσεις, ξαναζωντανεύοντας το αδάμαστο, γενναιόδωρο πνεύμα της καλύτερης της φίλης, εξαιρετικής ηθοποιού, και ψυχομάνας της Μπινός, που ωστόσο έφυγε νωρίς από τη ζωή, σε αμφιλεγόμενες συνθήκες.

 

Στην επιστημονικής φαντασίας ταινία μέσα στην ταινία, η Ντενέβ παίζει την ηλικιωμένη κόρη μιας γυναίκας που δεν γερνάει ποτέ, κι έτσι αναγκάζεται, μέσα από μύχιες σκηνές, να αντιμετωπίσει τύψεις και ενοχές, που κανείς δεν υποψιαζόταν πως μπορεί να έχει, δεδομένης μιας χρόνιας σκληρής, ωμής σχεδόν, συμπεριφοράς σε όλους αδιακρίτως.

 

Το πραγματικό ονοματεπώνυμο της Ντενέβ είναι Κατρίν Φαμπιέν Ντορλεάκ, είχε μια πολύ ταλαντούχα αδελφή, την Φρανσουάζ, που χάθηκε νωρίς σε ένα δυστύχημα, είναι 75 ετών ενώ στην ταινία δύο μόλις χρόνια νεότερη (για το γούστο της παλιάς κοκεταρίας) και κυρίως, μοιράζει πικρά φιλοδωρήματα ειλικρινούς άποψης στους πολύ δικούς της ανθρώπους, ενώ αποφεύγει να κουτουλήσει τον εαυτό της. Θυμίζει πολύ το θέμα της Φθινοπωρινής Σονάτας του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, αλλά εδώ η σχέση μάνας κόρης δεν ενέχει σπαραγμό και απωθημένη εξομολογητικότητα, δεν είναι ίδιες οι αποστάσεις των δυο γυναικών, ούτε βέβαια οι διαδρομές τους.

 

 

Ο Κορε-έντα, συνήθως πράος στη σκηνοθετική του γραμμή, περιβάλλει με νευρικότητα την Φαμπιέν. Μετακινείται συνεχώς, σα να μην την χωρά ο τόπος στο ίδιο της το σπίτι, καπνίζει ασταμάτητα, ακόμη κι εκεί που απαγορεύεται για τους κοινούς θνητούς (κανείς άλλος δεν κρατά τσιγάρο στην ταινία), σχολιάζει αρνητικά δημιουργώντας εκνευρισμό, και αμέσως αναποδογυρίζει την ατμόσφαιρα με μια ευγενέστατη φιλοφρόνηση, ειδικά όταν δέχεται λόγια θαυμασμού.

 

 

Είναι αθεράπευτα, ξεδιάντροπα ηθοποιός, που αναπνέει για το είδωλο που έχει χτίσει, και το παραδέχεται. Παραλείπει ολόκληρα κεφάλαια και σημαντικούς ανθρώπους από το βιβλίο της, εξοργίζοντας τους. Η ίδια, φαινομενικά αδιάφορη με τις αντιδράσεις, δεν καταλαβαίνει το νόημα του θυμού - το εκλαμβάνει ως αδυναμία. Κάνει μια δουλειά, όπως υποστηρίζει, όπου επιλέγει ποιά ειναι η αλήθεια, και αν δεν την ενδιαφέρει, απλώς την σβήνει, ή την αντικαθιστά. Στην πρώτη του ταινία εκτός Ιαπωνίας, ακολουθώντας το παράδειγμα εδραιωμένων auteurs που βρίσκουν φιλόξενη την αγκαλιά της Γαλλίας, ο Κορε-έντα χαρίζει στην Κατρίν Ντενέβ μια από τις πιο αξέχαστες σκηνές μιας μεστής καριέρας.

 

Η Λουμίρ φωλιάζει στην αγκαλιά της, μετά από αντεγκλήσεις και false alarms, κακιούλες και ψήγματα ουσιαστικών αναδρομών σε ένα παρελθόν θολό, και για πρώτη φορά, εδώ και πολύ καιρό, βρίσκει την πραγματική μητέρα της, όχι το βιολογικό άβατάρ της. Αλλά και η Φαμπιέν, σαν από έκπληξη, ταυτίζεται. Με την κόρη της, αλλά και το συναίσθημα. Τόσο πολύ, που διακόπτει τη «φάση», επειδή τσαντίστηκε που δεν τα κατάφερε εξίσου καλά με την κινηματογραφική της λήψη, λίγο νωρίτερα, στο πλατό!

 

Ε, δεν τρώγεται, τόσο πετρινη καρδιά. Αλλά επειδή είναι η Ντενέβ, που παίζει τη Φαμπιέν, που τόσο καλά γνωρίζει, πείσθηκα αμέσως, και για την εκχώρηση της τρυφερής στιγμής, και για την αυτόματη ανάκλησή της.