Ανταπόκριση από τη Βενετία για τη νέα ταινία της Κατρίν Ντενέβ: Η «αλήθεια» έχει πάντα δύο όψεις

Ανταπόκριση από τη Βενετία για τη νέα ταινία της Κατρίν Ντενέβ: Η «αλήθεια» έχει πάντα δύο όψεις Facebook Twitter
0

Η Κατρίν Ντενέβ έχει περάσει προ πολλού στη σφαίρα του ζωντανού θρύλου. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σκέψη για να καταλάβει κάποιος το γιατί: με αυτό το πρόσωπο, την κατατομή του οποίου δανείστηκε η Μαριάν-σύμβολο της γαλλικής Δημοκρατίας και με τέτοια πορεία στο διεθνές σινεμά, από τις Ομπρέλες του Χερβούργου, τον πρώιμο Πολάνσκι και τον ώριμο Μπουνιουέλ, μέχρι την επική Ινδοκίνα, τον ανατρεπτικό Λαρς φον Τρίερ και το τρελό Hunger, για να μην αναφέρουμε μια στρατιά από νέους σκηνοθέτες που δε σνόμπαρε ποτέ, διατηρώντας σταθερά την πίστη της σε παλιούς αγαπημένους, όπως ο Αντρέ Τεσινέ, στην ασταμάτητη ανάγκη της να δίνει το παρών, να παραμένει μάχιμη, ζωντανή δίχως άλλο.

 

Στο κυνήγι της διαρκούς παρουσίας, το στατιστικό ρίσκο δεν την άφησε ανέγγιχτη, συνεπώς δεν έχει βιώσει πάντα ευτυχείς στιγμές (Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι;). Η Ντενέβ δεν υπήρξε ποτέ πρόθυμη να «σπάσει» με συμβατικούς, μελοδραματικούς, ή νεο-method τρόπους, για χάρη της Τέχνης. Της ταίριαζε περισσότερο η εσωτερικά πονεμένη Σεβερίν, χωρίς πολλές επεξηγήσεις, η ωραία της ημέρας, έτοιμη να δεχθεί τον πόνο επί χρήμασι, παρά να τον προλάβει με υπερβολικές εκφράσεις ή έκδηλη συγκίνηση, επιδεικτικά αφιλοκερδώς.

 

Το μοντέλο του Ιβ Σεν Λοράν, ατσαλάκωτο και αγέρωχο, φαίνεται να μην καταδέχτηκε να υποκύψει σε μια συμβατική επίκληση του συναισθήματος για να εξιλεώσει τους ατελείς χαρακτήρες που υποδύθηκε. Τους έπαιξε, προφανώς ευχήθηκε να αγγίξουν τον κόσμο, και προχώρησε στο επόμενο βήμα, μειδιώντας πολύ ελαφρώς και σηκώνοντας το φρύδι πολύ πιο αδιόρατα. Αυτό ήταν το στιλ της, και σε όποιον αρέσει.

 

Γι' αυτό και πολλοί θεατές, ενώ τη γνωρίζουν φυσικά, την παρακολουθούν εδώ και δεκαετίες και την εκτιμούν, δεν κρύβουν την απορία τους για τις υποκριτικές της ικανότητες, συγκρίνοντάς την με τις κολορατούρες του επαγγέλματος. Το μοντέλο του Ιβ Σεν Λοράν, ατσαλάκωτο και αγέρωχο, φαίνεται να μην καταδέχτηκε να υποκύψει σε μια συμβατική επίκληση του συναισθήματος για να εξιλεώσει τους ατελείς χαρακτήρες που υποδύθηκε. Τους έπαιξε, προφανώς ευχήθηκε να αγγίξουν τον κόσμο, και προχώρησε στο επόμενο βήμα, μειδιώντας πολύ ελαφρώς και σηκώνοντας το φρύδι πολύ πιο αδιόρατα. Αυτό ήταν το στιλ της, και σε όποιον αρέσει.

 

Στην Αλήθεια, η πραγματικότητα συγχέεται με τη φαντασία με πολλές λεπτομέρειες που προσκαλούν σε προσεκτική ανάγνωση της πλοκής. Η Ντενέβ υποδύεται την Φαμπιέν, μια φτασμένη, δύστροπη στα όρια της ντίβας ηθοποιό, που δέχεται επίσκεψη από την μοναχοκόρη της, Λουμίρ, (Ζυλιέτ Μπινός), τον ηθοποιό σύζυγό της (Ίθαν Χοκ) και την χαριτωμένη εγγονή της, ενώ ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει την αυτοβιογραφία της και να γυρίσει μια ταινία που ξυπνά δυσάρεστες αναμνήσεις, ξαναζωντανεύοντας το αδάμαστο, γενναιόδωρο πνεύμα της καλύτερης της φίλης, εξαιρετικής ηθοποιού, και ψυχομάνας της Μπινός, που ωστόσο έφυγε νωρίς από τη ζωή, σε αμφιλεγόμενες συνθήκες.

 

Στην επιστημονικής φαντασίας ταινία μέσα στην ταινία, η Ντενέβ παίζει την ηλικιωμένη κόρη μιας γυναίκας που δεν γερνάει ποτέ, κι έτσι αναγκάζεται, μέσα από μύχιες σκηνές, να αντιμετωπίσει τύψεις και ενοχές, που κανείς δεν υποψιαζόταν πως μπορεί να έχει, δεδομένης μιας χρόνιας σκληρής, ωμής σχεδόν, συμπεριφοράς σε όλους αδιακρίτως.

 

Το πραγματικό ονοματεπώνυμο της Ντενέβ είναι Κατρίν Φαμπιέν Ντορλεάκ, είχε μια πολύ ταλαντούχα αδελφή, την Φρανσουάζ, που χάθηκε νωρίς σε ένα δυστύχημα, είναι 75 ετών ενώ στην ταινία δύο μόλις χρόνια νεότερη (για το γούστο της παλιάς κοκεταρίας) και κυρίως, μοιράζει πικρά φιλοδωρήματα ειλικρινούς άποψης στους πολύ δικούς της ανθρώπους, ενώ αποφεύγει να κουτουλήσει τον εαυτό της. Θυμίζει πολύ το θέμα της Φθινοπωρινής Σονάτας του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, αλλά εδώ η σχέση μάνας κόρης δεν ενέχει σπαραγμό και απωθημένη εξομολογητικότητα, δεν είναι ίδιες οι αποστάσεις των δυο γυναικών, ούτε βέβαια οι διαδρομές τους.

 

 

Ο Κορε-έντα, συνήθως πράος στη σκηνοθετική του γραμμή, περιβάλλει με νευρικότητα την Φαμπιέν. Μετακινείται συνεχώς, σα να μην την χωρά ο τόπος στο ίδιο της το σπίτι, καπνίζει ασταμάτητα, ακόμη κι εκεί που απαγορεύεται για τους κοινούς θνητούς (κανείς άλλος δεν κρατά τσιγάρο στην ταινία), σχολιάζει αρνητικά δημιουργώντας εκνευρισμό, και αμέσως αναποδογυρίζει την ατμόσφαιρα με μια ευγενέστατη φιλοφρόνηση, ειδικά όταν δέχεται λόγια θαυμασμού.

 

Είναι αθεράπευτα, ξεδιάντροπα ηθοποιός, που αναπνέει για το είδωλο που έχει χτίσει, και το παραδέχεται. Παραλείπει ολόκληρα κεφάλαια και σημαντικούς ανθρώπους από το βιβλίο της, εξοργίζοντας τους. Η ίδια, φαινομενικά αδιάφορη με τις αντιδράσεις, δεν καταλαβαίνει το νόημα του θυμού - το εκλαμβάνει ως αδυναμία. Κάνει μια δουλειά, όπως υποστηρίζει, όπου επιλέγει ποιά ειναι η αλήθεια, και αν δεν την ενδιαφέρει, απλώς την σβήνει, ή την αντικαθιστά. Στην πρώτη του ταινία εκτός Ιαπωνίας, ακολουθώντας το παράδειγμα εδραιωμένων auteurs που βρίσκουν φιλόξενη την αγκαλιά της Γαλλίας, ο Κορε-έντα χαρίζει στην Κατρίν Ντενέβ μια από τις πιο αξέχαστες σκηνές μιας μεστής καριέρας.

 

Η Λουμίρ φωλιάζει στην αγκαλιά της, μετά από αντεγκλήσεις και false alarms, κακιούλες και ψήγματα ουσιαστικών αναδρομών σε ένα παρελθόν θολό, και για πρώτη φορά, εδώ και πολύ καιρό, βρίσκει την πραγματική μητέρα της, όχι το βιολογικό άβατάρ της. Αλλά και η Φαμπιέν, σαν από έκπληξη, ταυτίζεται. Με την κόρη της, αλλά και το συναίσθημα. Τόσο πολύ, που διακόπτει τη «φάση», επειδή τσαντίστηκε που δεν τα κατάφερε εξίσου καλά με την κινηματογραφική της λήψη, λίγο νωρίτερα, στο πλατό!

 

Ε, δεν τρώγεται, τόσο πετρινη καρδιά. Αλλά επειδή είναι η Ντενέβ, που παίζει τη Φαμπιέν, που τόσο καλά γνωρίζει, πείσθηκα αμέσως, και για την εκχώρηση της τρυφερής στιγμής, και για την αυτόματη ανάκλησή της.

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ένας «Μινώταυρος» για Χρυσό Φοίνικα

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Ένας «Μινώταυρος» για Χρυσό Φοίνικα

Ο σπουδαίος Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ επιστρέφει με ένα υπαινικτικό αριστούργημα για τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, ενσωματώνοντας σε αυτό ιδιοφυώς την «Άπιστη Σύζυγο» του Κλοντ Σαμπρόλ.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Πικρές Γιορτές»: Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ αμφισβητεί τις προθέσεις του

Ανταπόκριση από τις Κάννες / «Πικρές Γιορτές»: Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ αμφισβητεί τις προθέσεις του

Ο σπουδαίος Ισπανός σκηνοθέτης επιστρέφει για 7η φορά στο Φεστιβάλ Καννών με έναν αυτοαναφορικό στοχασμό πάνω στα λανθασμένα κίνητρα και στη δεύτερη ευκαιρία μέσα από την καλλιτεχνική δημιουργία.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Paper Tiger»: Μυστικά και ψέματα στις γειτονιές της Νέας Υόρκης

Ανταπόκριση από τις Κάννες / «Paper Tiger»: Μυστικά και ψέματα στις γειτονιές της Νέας Υόρκης

Μια σειρά από τραύματα κρύβει η ήσυχη καθημερινότητα μιας οικογένειας Αμερικανών εβραϊκής καταγωγής που μέχρι να μετακομίσει από το Κουίνς θα υποχρεωθεί να υποστεί σκληρή δοκιμασία.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
PARALLEL TALES

Ανταπόκριση από τις Κάννες / «Παράλληλες Ιστορίες»: Η Ιζαμπέλ Ιπέρ σε ένα σοφιστικέ ψυχολογικό δράμα

Ο Ασγκάρ Φαραντί εμπνέεται από τον Κισλόφσκι φτιάχνοντας μια διεισδυτική, αν και αργοκίνητη ταινία παράλληλων ιστοριών πάνω στο αγαπημένο του θέμα της δυαδικότητας.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
TEENAGE SEX AND DEATH IN CAMP MIASMA ΟΡΓΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΙΝΕΦΙΛ HORROR ΜΕ ΤΗΝ ΤΖΙΛΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΟΝ

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Οργασμός και σινεφίλ horror με την Τζίλιαν Άντερσον

Μετά το «I saw the TV Glow», το Τζέιν Σέμπρουν έρχεται στις Κάννες με το «Teenage sex and death at Camp Miasma», ένα δοκίμιο πάνω στο slasher από τη σκοπιά του fan του είδους και με την προοπτική της queer ανατροπής.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Πίτερ Τζάκσον, Το “Κακό Γούστο” δικαιώνεται στις Κάννες

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Πίτερ Τζάκσον: Το «Κακό Γούστο» δικαιώνεται στις Κάννες

O Aμερικανός κινηματογραφιστής έλαβε τον τιμητικό Χρυσό Φοίνικα για το σύνολο της καριέρας του, μια διάκριση που, όπως είπε ο ίδιος χαριτολογώντας, δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα έπαιρνε.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Τζένη Τζένη»: Σαν να μην πέρασε μια μέρα

The Review / «Τζένη Τζένη»: Σαν να μην πέρασε μια μέρα

Αναμενόμενη και δικαιολογημένη η μεγάλη επιτυχία της παράστασης που ανεβάζει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ο Νίκος Καραθάνος. Η Βένα Γεωργακοπούλου κουβεντιάζει με τον Χρήστο Παρίδη για το δύσκολο σκηνικό εγχείρημα, θυμούνται το παλιό ελληνικό σινεμά αλλά και το θρυλικό συγγραφικό δίδυμο Γιαλαμά-Πρετεντέρη.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Σουέλ»: Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη γίνεται ταινία

Οθόνες / «Σουέλ»: Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη γίνεται ταινία

Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το βραβευμένο λογοτεχνικό έργο γίνεται ταινία από τον Αλέξανδρο Βούλγαρη. Η LiFO βρέθηκε στα γυρίσματα και στην κοινή τους συνέντευξη, μητέρα και γιος, μιλούν για τη συνεργασία τους και τη μεταφορά του στον κινηματογράφο.
M. HULOT
«Μην πυροβολείτε τα ελληνικά blockbusters!»

The Review / «Μην πυροβολείτε τα ελληνικά blockbusters!»

«Βαλκανιζατέρ», «Ευτυχία», «Φόνισσα», «Υπάρχω», «Τελευταία Κλήση». Πίσω από τα μεγαλύτερα ελληνικά blockbusters βρίσκεται ο Διονύσης Σαμιώτης. Ποιο είναι το μυστικό του που φέρνει τον κόσμο στις αίθουσες; Υπάρχει μια «σχολή Σαμιώτη»; Τι πιστεύει για τον σημερινό ελληνικό κινηματογράφο;
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Ο πόλεμος στο επίκεντρο του 79ου Φεστιβάλ Καννών

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Τι θα δούμε στο 79ο Φεστιβάλ Καννών

Η φετινή διοργάνωση φιλοδοξεί να αποτυπώσει την τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια, φέρνοντας στο επίκεντρο ιστορικές συρράξεις, από τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο μέχρι τον Ψυχρό Πόλεμο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ο διάβολος φοράει Prada 2

Οθόνες / «Ο Διάβολος φοράει Prada 2»: Είδαμε την πιο αναμενόμενη ταινία της χρονιάς

Επανέρχονται οι αρχικοί συντελεστές, αλλά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τη μόδα, και την εντύπωση που προκαλεί, στη «δολοφονία» της δημιουργικότητας και του ταλέντου σε μια εποχή συγχωνεύσεων και πολιτιστικών εκπτώσεων.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Όταν η Κέιτ συνάντησε τον Λούσιαν

Οθόνες / Όταν η Κέιτ Μος συνάντησε τον Λούσιαν Φρόιντ

Τέλη Μαΐου βγαίνει στις βρετανικές αίθουσες τo «Moss & Freud» που αποτυπώνει τη σχέση της Κέιτ Μος με τον Λούσιαν Φρόιντ: το μοντέλο εξομολογήθηκε το όνειρό του να ποζάρει στον ζωγράφο και λίγους μήνες μετά προέκυψε το «Γυμνό Γεύμα» που πωλήθηκε για 5 εκατ. ευρώ.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ