Η νέα ταινία του Σταύρου Τσιώλη, Γυναίκες που Περάσατε από Δω, περιγράφεται στον υπότιτλό της ως «ακίνητη ταινία δρόμου». Το οξύμωρο δικαιολογείται εύκολα, αφού οι δυο πρωταγωνιστές της έχουν αράξει σε ένα συγκεκριμένο σημείο της Αθήνας και γύρω τους περαστικοί περιγράφουν τα ταξίδια τους στον χωροχρόνο.

 

Κάπως έτσι είχε τοποθετήσει ο Τσιώλης και δύο αντίστοιχους ήρωες, 26 χρόνια πριν, σε μια εκκλησία στην ορεινή Αρκαδία όπου γύρω τους συνέβαινε μια σειρά από σουρεαλιστικά γεγονότα. Ήταν η αρχή μιας παράδοξης τριλογίας, από τις σπάνιες περιπτώσεις στο ελληνικό σινεμά που ένας σκηνοθέτης επιχειρούσε κάτι τέτοιο.


Η περίπτωση του Τσιώλη άλλωστε μοιάζει μοναδική στο εγχώριο σινεμά μας. Παιδί της Φίνος Φιλμς, βοηθός του Δαλιανίδη, έκανε δικές του ταινίες στα τελευταία μεγάλα χρόνια της εταιρείας, σταμάτησε για μια 15ετία όπου εργάστηκε κυρίως ως πωλητής ειδών λαϊκής τέχνης.

 

Επανήλθε στον χώρο το 1985 με το Μια Τόσο Μακρινή Απουσία που θριάμβευσε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και συνέχισε κάνοντας πολύ προσωπικές δουλειές, όχι όμως αυτό για το οποίο του είχαν πει κάποτε στη Φίνος, ότι είναι δηλαδή γεννημένος για κωμωδίες και θα έπρεπε να ασχοληθεί σοβαρότερα με αυτές. Η φιλία που ξεκινά με τον Χρήστο Βακαλόπουλο αλλά και τον Αργύρη Μπακιρτζή τους φέρνει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Αρκαδία, όπου στα βουνά της φτιάχνουν μια κωμωδία που όμοια με τη δική της ήταν δύσκολο να βρεις.

 

Η τριλογία του, βαθύτατα ελληνική και σχεδόν αδύνατο να μεταφραστεί επαρκώς σε άλλη γλώσσα, είναι ένα πολύτιμο δώρο του ίδιου προς το κοινό, δοσμένο με τις βασικές αρχές που έμαθε στον Φίνο, τη μεθοδολογία δηλαδή για ένα αξιοσέβαστο και εύστροφο λαϊκό (και διόλου λαϊκίστικο) σινεμά, πλημμυρισμένο από τη δική του τάση για διαρκείς αφηγήσεις με έναν τρόπο τόσο ξεχωριστό που γίνεται εύκολα trademark. 


Το Παρακαλώ Γυναίκες Μην Κλαίτε (μια «έγχρωμη κωμωδία») είναι η ιστορία του Θεοφάνη και του Θεοδόση (Δημήτρης Βλάχος, Αργύρης Μπακιρτζής αντίστοιχα), δυο αγιογράφων που τους περιμένουν οι επίτροποι της εκκλησίας ενός χωριού με ανυπομονησία. Άφραγκοι και περιφερόμενοι ως νομάδες, θα σταματήσουν το ταξίδι τους σε μια παλιά εκκλησία και θα εγκατασταθούν προσωρινά εκεί.

 

Κατά τη διαμονή θα εμφανιστούν στο καταφύγιό τους γυναίκες που προσπαθούν να ξεχάσουν το παρελθόν τους και ψάχνουν μια νέα ζωή, ντόπιοι μικροπωλητές που σπρώχνουν από κλεμμένα πικάπ μέχρι θρόνους του Βασιλιά Γεωργίου, τσοπάνηδες, λαϊκά μουσικά σχήματα, φιλαρμονικές ορχήστρες, μέχρι και το φάντασμα μιας ηλικιωμένης.

 

 

Σκηνή από το «Παρακαλώ Γυναίκες Μην Κλαίτε»


Οι διάλογοι δεν είναι ακριβώς σπαρταριστοί αλλά διακρίνεις μέσα τους ένα υπόγειο, ραφινάτο χιούμορ, εντελώς ξένο με τις μορφές που το εκφέρουν, και η αντίθεση αυτή δένει υπέροχα με τη διττή υπόσταση των πρωταγωνιστών. Κατεργάρηδες αλλά και έντιμοι, μπατίρηδες αλλά και αριστοκράτες, κλέφτες παγκαριού αλλά και θεοσεβούμενοι, μιλούν απαξιωτικά και ταυτόχρονα με ύμνους για το γυναικείο φύλο.

 

Το τελευταίο χαρακτηριστικό γίνεται σήμα κατατεθέν των επόμενων ταινιών του, η ασταμάτητη ανάγκη για την κατανόηση του γυναικείου ψυχισμού από μια σειρά ετερόκλητων ανδρών που όσο υποτιμητικά και αν μιλήσουν γι' αυτές, στο τέλος αντιλαμβάνονται πως υπήρξαν απλά τυφλωμένοι από τον έρωτά τους.


Έξι χρόνια αργότερα, το 1998, ο Τσιώλης υπογράφει την ταινία που έμελλε να είναι η δημοφιλέστερή του μέχρι σήμερα. Το Ας Περιμένουν οι Γυναίκες («μια καλοκαιρινή μακεδονική κωμωδία») ακολουθεί 3 μπατζανάκηδες (Ζουγανέλης, Μπακιρτζής, Μπουλάς) που φεύγουν από τη Θεσσαλονίκη για τη Θάσο όπου τους περιμένουν οι γυναίκες τους για καλοκαιρινές διακοπές, αλλά δεν φτάνουν ποτέ, ζώντας μια νεοελληνική Οδύσσεια, γεμάτη από γυναίκες-μάγισσες, καζίνο, ΠΑΣΟΚ και μουσική από CD (όχι ραδιόφωνο), χαμένοι ανάμεσα σε υπαρξιακές και πολιτικές αναλύσεις.

 

Η ταινία ήταν πετυχημένη στην εποχή της, κανείς όμως δε μπορούσε να διανοηθεί αυτό που θα ξεκινούσε να συμβαίνει περίπου 10 χρόνια αργότερα και συνεχίζεται ως τώρα.

 

 

«Ας περιμένουν οι γυναίκες»


Το φιλμ ξεπέρασε κατά πολύ το όνομα και το έργο του Τσιώλη, καθώς το ανέβασμα των κορυφαίων στιγμών του σε μικρά βίντεο στο Διαδίκτυο, παράλληλα με την ξαφνική τάση επιστροφής στο καλτ που ξεκίνησε στα πρώτα χρόνια της κρίσης, μετέτρεψε Μπουλά και Σία σε προφήτες, και ο εύστοχος (για τα βελούδινα late '90s) λόγος του Τσιώλη έγινε κάτι σαν εθνικό κειμήλιο.

 

Η λατρεία αυτή αναπτύχθηκε από ένα κοινό που είχε ανάγκη να βρει αυτούς που «τα έλεγαν τότε αλλά δεν τους ακούγαμε», πάνω περίπου στην ίδια λογική που από τη διάδοση ενός καλτ βίντεο έφερε στη βουλή τον Λεβέντη.

 

Χωρίς να ευθύνεται γι' αυτό η ίδια η ταινία, που κατά το μεγαλύτερο μέρος της είναι απολαυστική, έγινε εξαιρετικά δημοφιλής σε κόσμο που πιθανά και να μην την έχει δει ολόκληρη, αλλά ούτε και να έχει μπει στον κόπο να βρει άλλη ταινία του σκηνοθέτη.


Πριν ζήσει η ταινία αυτή τη δεύτερη ζωή της, ο Τσιώλης συνέχισε το δρόμο του με το Φτάσαμεε! (2004) και από τότε παρέμενε κινηματογραφικά σιωπηλός. Η είδηση των γυρισμάτων του Γυναίκες που Περάσατε από Δω (για τα οποία δημιουργήθηκε και καμπάνια crowdfunding) έφερνε και το εύλογο ερώτημα. Θα έκλεινε μια τριλογία ή θα βλέπαμε ένα remake του Ας Περιμένουν οι Γυναίκες λόγω της πρωτοφανούς δημοφιλίας του;

 

Έντιμος κινηματογραφικά, ο Τσιώλης ασχολήθηκε αποκλειστικά με την πρώτη αποστολή, την ολοκλήρωση δηλαδή ενός σύμπαντος πονεμένων και συμπονετικών αμαρτωλών ανδρών, αιώνια ερωτευμένων με το γυναικείο φύλο και αδύναμων στο να χειριστούν αυτό το συναίσθημα.

 

 

Τρέιλερ της ταινίας: «Γυναίκες που Περάσατε από Δω»


Οι πρωταγωνιστές του εδώ, Κωνσταντίνος Τζούμας και Ερρίκος Λίτσης, χρησιμοποιούν τον χώρο σε αντιστοιχία με τους αγιογράφους της πρώτης ταινίας. Το δικό τους καταφύγιο είναι δυο καρέκλες και ένα τραπέζι, όπου με θέα την Αθήνα ακούν ιστορίες για αταίριαστα προξενιά, σατράπηδες συζύγους που δεν έχουν καταλάβει πόσο τυχεροί είναι και έρωτες βγαλμένους από τον μαγικό ρεαλισμό. Αστειεύονται, χαμογελούν φιλικά και στοχάζονται για τη ζωή και τον έρωτα, έχοντας πάντα στο τέλος έναν καλό λόγο για τους πρωταγωνιστές των περιπετειών.

 

Η περίφημη ατάκα του Μπακιρτζή από το Ας Περιμένουν οι Γυναίκες, «διότι οι άνθρωποι δε συγχωρούν αυτούς που από έρωτα εκπέσανε», είναι η βασική πρωταγωνίστρια στα όσα δράματα εξιστορούνται εδώ, με τη γραφή του Τσιώλη να χρησιμοποιεί λόγια-βάλσαμο προς τους ηττημένους ήρωές του.


Λειτουργώντας και απολογιστικά, η ταινία του υπενθυμίζει τις βασικές αρχές όσων προσπάθησε να πει ο σκηνοθέτης από τα όρη της Αρκαδίας πριν από 25 χρόνια. Ότι η ζωή μας φέρνει συχνά αντιμέτωπους, συναισθήματα και συμφέροντα δημιουργούν κρίσεις και δράματα, στο τέλος όμως η συγχώρεση είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία. Άνδρες και γυναίκες στη βάρκα του Τσιώλη είναι αλληλοεξαρτημένοι και ισότιμοι συνεπιβάτες στα ταξίδια του στην Ελλάδα που μετέφερε μέσα από τις ιστορίες του.

 

Η τριλογία του, βαθύτατα ελληνική και σχεδόν αδύνατο να μεταφραστεί επαρκώς σε άλλη γλώσσα, είναι ένα πολύτιμο δώρο του ίδιου προς το κοινό, δοσμένο με τις βασικές αρχές που έμαθε στον Φίνο, τη μεθοδολογία δηλαδή για ένα αξιοσέβαστο και εύστροφο λαϊκό (και διόλου λαϊκίστικο) σινεμά, πλημμυρισμένο από τη δική του τάση για διαρκείς αφηγήσεις με έναν τρόπο τόσο ξεχωριστό που γίνεται εύκολα trademark. Τον ευχαριστούμε πολύ.

 

Info

Η ταινία «Γυναίκες που Περάσατε από Δω» κυκλοφορεί στους κινηματογράφους την Πέμπτη 13/12, από την Tulip Entertainment.