Ο Νικόλαος Λάσκαρης να μετράει τη μύτη μιας υποψήφιας "Αθηνάς", στα γυρίσματα της πρώτης ελληνικής ταινίας μυθοπλασίας
Ο Νικόλαος Λάσκαρης να μετράει τη μύτη μιας υποψήφιας "Αθηνάς", στα γυρίσματα της πρώτης ελληνικής ταινίας μυθοπλασίας

 

O Αργύρης Τσιάπος έχει κάνει ένα τιτάνιο έργο, ερευνώντας αλλά και καταγράφοντας την ιστορία του προπολεμικού ελληνικού σινεμά. Ο ίδιος γεννήθηκε και μεγάλωσε στις Σέρρες σπούδασε Νομική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ απέκτησε και μεταπτυχιακό δίπλωμα στο Διεθνές Δίκαιο - και πάλι από το Α.Π.Θ. Προς το παρόν είναι μέλος του δικηγορικού συλλόγου Σερρών ενώ το Δεκέμβριο του 2016 τυπώθηκε στις Σέρρες το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο "Η απελευθέρωση των Σερρών στα δημοσιεύματα του τύπου (Ιούνιος - Αύγουστος 1913)".

 

Το πρώτο του βιβλίο με τίτλο "Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου" και υπότιτλο "Η ιστορία του προπολεμικού ελληνικού σινεμά", που τυπώθηκε με ίδια έξοδα στις Σέρρες το 2015 και δεν πωλείται πουθενά, έγινε μπλογκ, ώστε μακροπρόθεσμα να επικοινωνήσει το περιεχόμενό του σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και παράλληλα να ανανεώσει το ενδιαφέρον (ερευνητικό και αναγνωστικό) για τα άγνωστα, πρώτα χρόνια του ελληνικού κινηματογράφου:

 

«Πρόκειται για τη δουλειά ενός ερασιτέχνη ερευνητή, η οποία όμως έγινε με επαγγελματική προδιάθεση, για να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα», λέει ο συγγραφέας. «Πρόκειται για μια ολότελα πρωτότυπη έρευνα με μελέτη όλων των διαθέσιμων, ψηφιοποιημένων ελληνικών και ξένων εφημερίδων και περιοδικών, καθώς και ενός πολύ μικρού αριθμού σεναρίων ελληνικών ταινιών της εποχής εκείνης. Τα νέα στοιχεία, που έρχονται για πρώτη φορά στο φως, είναι πάρα πολλά και αυτό μπορεί να πιστοποιηθεί από τον κάθε αναγνώστη – ανεξάρτητα από το αν μείνει ικανοποιημένος από τον τρόπο γραφής μου ή από τον τρόπο οργάνωσης του υλικού – αντιπαραβάλλοντας τα όσα διαβάσει εδώ με τα περιεχόμενα όσων βιβλίων ή άρθρων έχουν γραφτεί ειδικά για το προπολεμικό ελληνικό σινεμά.»

 

Δείτε επίσης: ΣΕ ΠΟΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

 

Ένα μακροσκελές απόσπασμα δημοσιεύουμε σήμερα με την άδεια του συγγραφέα, και δύο φωτογραφίες που ο ίδιος έδωσε στο LIFO.gr, από τα γυρίσματα της ταινίας. 

 

Ήταν η τελευταία μέρα του Μαρτίου (σύμφωνα με το ιουλιανό ημερολόγιο που ίσχυε στην Ελλάδα), η πρώτη της Μεγάλης Εβδομάδας του έτους 1914. Όπως κάθε μέρα εκείνο το διάστημα, ο θεατρικός συγγραφέας Νικόλαος Λάσκαρης καθόταν στο γραφείο του και επεξεργαζόταν το λιμπρέτο της νέας οπερέτας του Θεόφραστου Σακελλαρίδη με τίτλο «Στα παραπήγματα». Ξαφνικά όρμησε μέσα φουριόζος ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Γεώργιος Τσοκόπουλος. Ο Λάσκαρης δεν θα μπορούσε να μαντέψει το λόγο της ξαφνικής αυτής επίσκεψης, ότι δηλαδή θα δεχόταν πρόταση να πρωταγωνιστήσει στην πρώτη ελληνική ταινία μυθοπλασίας, μια κωμωδία μικρού μήκους σε σενάριο του Τσοκόπουλου!

 

Η έκπληξή του αποτυπώθηκε με απολαυστικό τρόπο σε χρονογράφημα του, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος την ημέρα προβολής της ταινίας:

 

«Την Μεγάλην Δευτέραν το πρωί, ενώ κατεγινόμην εις το γραφείον μου να τακτοποιήσω τας σκηνάς της νέας οπερέττας του συνεργάτου μου κ. Σακελλαρίδου, ανοίγεται αποτόμως η θύρα και εισορμά ως λαίλαψ ο φίλτατος Τσοκόπουλος όστις, χωρίς να με καλημερήση ο κακοαναθρεμμένος, μου φωνάζει δεικνύων τα επί του γραφείου μου χειρόγραφα ως αν είχε πιάσει το σπίτι μου φωτιά·
- Άστα, Άστα!
- Νιέλσεν; του απαντώ διά να ειπώ κάτι.
- Ναι, ναι, Νιέλσεν... δηλαδή όχι ακριβώς Νιέλσεν... αλλά κάτι τι σχετικόν... Ψιλάντερ!
- Ετρελλάθης; τον ηρώτησα αρχίζων να υποπτεύωμαι περί της διανοητικής καταστάσεώς του.
- Όχι. Αλλά θα κάνης τον Ψιλάντερ!... Έλα μην ειπής όχι διότι το πράγμα είνε αποφασισμένον... είσαι ο μόνος κατάλληλος.
- Για να σου 'πω, του λέγω, δεν νομίζεις πως πρέπει να κυτταχθής;
- Αυτό που σου λέω. Απεφασίσθη να κάνωμε μια ταινίαν κινηματογραφικήν και πρέπει να παίξης τον πρώτο ρόλο... » 

 

Όλα είχαν ξεκινήσει λίγες εβδομάδες νωρίτερα, όταν οι κυρίες της Ηπειρωτικής Επιτροπής, που δραστηριοποιούνταν έντονα υπέρ της οικονομικής ενίσχυσης των Βορειοηπειρωτών, πρότειναν στον Τσοκόπουλο να γράψει το σενάριο μιας ταινίας, για να προβληθεί στα πλαίσια δύο εσπερίδων του συλλόγου τους. Εκείνος, όπως θα παραδεχόταν σε χρονογράφημα του, είχε αρκετές επιφυλάξεις, αφού δεν διέθετε σχετική πείρα, ούτε άλλωστε υπήρχε κινηματογραφική παράδοση στην Ελλάδα. Ωστόσο, υπό την πίε­ση των κυριών οι όποιες επιφυλάξεις του κάμφθηκαν και δέχτηκε την πρόκληση.


Και κάπως έτσι γεννήθηκε «Η μύτη της Αθηνάς» (με υπότιτλο «Όνειρον αρχαιολόγου»), η πρώτη ελληνική ταινία μυθοπλασίας σε σενάριο Τσοκόπουλου και σκηνοθεσία του κινηματογραφικά έμπειρου φωτογράφου Λέστερ.

 

Αρχικά, η Πάλλη επρόκειτο να υποδυθεί την υπηρέτρια του αρχαιολόγου, ωστόσο το σενάριο άλλαξε αιφνιδιαστικά λίγο πριν την έναρξη των γυρισμάτων για να παίξει τη σύζυγο. Ήταν άραγε αυτός ο πρώτος βεντετισμός στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου;

 

Σε γενικές γραμμές, το σενάριο της ταινίας είχε ως εξής:

Ένας Νορβηγός αρχαιολόγος κατέχεται από την ψύχωση ότι το εξαφανισμένο από αρχαιοτάτων χρόνων άγαλμα της Αθηνάς της Ακρόπολης δεν χάθηκε στην πραγματικότητα, αλλά κάπου υπάρχει και ο ίδιος μπορεί να το ανακαλύψει, αρκεί να προσπαθήσει. Ενώ καταγίνεται στο γραφείο του σε υπολογισμούς για την ανακάλυψη του αγάλματος, του παρουσιάζεται ξαφνικά η θεά σε όραμα και του λέει ότι θα μπορούσε ν' ανακαλύψει το άγαλμα της, αν το αναζητούσε στην Ελλάδα. Του τόνισε, όμως, ότι θα πρέπει να προσέχει κάθε γυναίκα που θα συναντά, κατά πόσο μοιάζει στη θεά, διότι το άγαλμά της αναζούσε στο σώμα μιας Αθηναίας. Και για να είναι βέβαιος ότι θα βρει την πραγματική «Αθηνά» και δεν θα εξαπατηθεί από κάποια τυχαία ομοιότητα, του συνέστησε να προχωρήσει στην ταυτοποίηση μέσω... μύτης. Η θεά έβαλε τον αρχαιολόγο να μετρήσει κατ' αρχήν τη δικιά της μύτη, ενώ το ίδιο θα έπρεπε να κάνει και με τις Ελληνίδες που θα συναντούσε στο ταξίδι του, ώστε να πιστοποιηθεί η αυθεντική «Αθηνά»! Ενθουσιασμένος από το όραμα, ο αρχαιολόγος οπλίζεται μ' ένα μέτρο και μαζί με την ζηλιάρα σύζυγό του κατεβαίνουν στην Αθήνα, όπου αρχίζει να μετρά τη μύτη κάθε γυναίκας που συναντά. Κι έτσι εκτυλίσσονται επί της οθόνης σειρά κωμικών επεισοδίων, με τον αρχαιολόγο να επιτίθεται απρόοπτα με τη μεζούρα του εναντίον κάθε γυναικείας μύτης, μέχρι που στο τέλος βρήκε τη μία.

 

Εκτός από τον Λάσκαρη, που υποδύθηκε τον εκκεντρικό Νορβηγό αρχαιολόγο ονόματι Νόλαφ Λάσκαμπεργ, στην ταινία συμμετείχε επίσης η Μαρία Σακορράφου στο ρόλο της θεάς Αθηνάς, ενώ η Λιλή (ή Μπέμπη) Πάλλη υποδύθηκε την ζηλιάρα σύζυγο. Αρχικά, η Πάλλη επρόκειτο να υποδυθεί την υπηρέτρια του αρχαιολόγου, που απλά θα τον συνόδευε στο ταξίδι του, ωστόσο το σενάριο άλλαξε αιφνιδιαστικά λίγο πριν την έναρξη των γυρισμάτων. Ήταν άραγε αυτός ο πρώτος βεντετισμός στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου; Τέλος, οι Κυριακίδης και Καμάρας υποδύθηκαν τους δύο ξεναγούς του Λάσκαμπεργ και της συζύγου του.

 

Κανείς δεν ήταν επαγγελματίας ηθοποιός. Οι Τσοκόπουλος και Λέστερ σνόμπαραν τους πρωταγωνιστές του ελληνικού θεάτρου, αλλά επέλεξαν ερασιτέχνες, κάτι που αργότερα θα φαινόταν και επί της οθόνης. Δεν έλειψαν οι απαραίτητοι, πολυάριθμοι κομπάρσοι, δηλαδή... όλη σχεδόν η κοσμική Αθήνα της εποχής - ακόμη και μέλη της βασιλικής οικογένειας. Την τιμητική τους είχαν ιδίως οι κοσμικές κυρίες και δεσποινίδες, οι οποίες πρόσφεραν τις... μύτες τους για την έβδομη τέχνη!

 

Το συνολικό κόστος ανήλθε σε περίπου 500 δραχμές, ένα μικρό ποσό, καθώς μέρος των εξόδων καλύφθηκε από ιδιώτες. Δεν έλειπαν όμως και οι δύσπιστοι, που αμφισβητούσαν στοιχεία και προθέσεις.

 

ΠΡΟΒΟΛΕΣ

Η πρώτη προβολή της «Μύτης της Αθηνάς» πραγματοποιήθηκε στις 25 Απριλίου 1914 στο Βασιλικό θέατρο στα πλαίσια εκδήλωσης της Ηπειρωτικής Επιτροπής των Ελ. Δαγκλή, Λίνα Λάμπρου, Αικ. Κουτσαλέξη, Α. Βότσαρη, Σοφία Πάλλη, Νινή Αραβαντινού, Νέλλη Μελά και Χρ. Δαγκλή υπό την εποπτεία του πρίγκιπα Χριστόφορου.

 

Η εκδήλωση ξεκίνησε στις 21.30΄ και περιελάμβανε πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα, χωρισμένο σε δύο μέρη. «Εμβατήριον, το γράμμα του στρατιώτου (ελληνική χωρική σκηνή), Ελληνικά τραγούδια, Πλαστικαί εικόνες, Αναπαραστάσεις αρχαίων αγγειογραφιών, Ταναγραία ειδύλλια» συνέθεταν το πρώτο μέρος της βραδιάς, ενώ το δεύτερο αποτελούταν από: «Κινηματογραφική σκηνή, Η μύτη της Αθηνάς (Όνειρον αρχαιολόγου), ελληνικά τραγούδια, Πολεμικαί εικόνες (εις τας προφυλακάς. Το στεφάνι της δάφνης)».

 

Η εκδήλωση επαναλήφθηκε την επόμενη βραδιά, ενώ η ελληνική ταινία θα προβαλλόταν για τρίτη φορά - πιθανότατα η τελευταία - στο Δημοτικό θέατρο στις 30 Απριλίου, στα διαλείμματα της οπερέτας «Πόλεμος εν πολέμω» του Σαμάρα.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

«Αι κοσμικαί Αθήναι είνε αναστατωμέναι απόψε διά την παράστασιν του Βασιλικού, όπου θα ιδούν την περίφημον ταινίαν με την μύτην της Αθηνάς» προανήγγειλε με ενθουσιασμό το Έθνος την ημέρα της πρώτης προβολής, αλλά το τελικό αποτέλεσμα δεν ικανοποίησε πολλούς.

 

«Η κινηματογραφική σκηνή με την μύτην της Αθηνάς προεκάλεσεν αβίαστον γέλωτα των παρισταμένων» σημείωσε η Νέα Ελλάς στο μοναδικό θετικό σχόλιο που γράφτηκε! Το Νέον Άστυ και η Σημαία εκτίμησαν ότι «Η ταινία δεν ήτο τόσον επιτυχημένη. Προεκάλεσεν όμως αφθονώτατα και συχνώτατα τα γέλοια των θεατών, εις πάσαν εμφάνισιν γνωστής αθηναϊκής φυσιογνωμίας».

 

Οι Καιροί παρατήρησαν ότι η ταινία «κατά πολύ υστέρησεν» και «εκούρασε πολύ τα μάτια των θεατών». «Δυστυχώς οι τόσοι κόποι των προσώπων τα οποία έπαιξαν δεν ικανοποιήθησαν» σχολίασαν μετριοπαθώς η Αστραπή και το Σκριπ, όμως οι υπόλοιπες εφημερίδες δεν ήταν το ίδιο διακριτικές.

 

Ο δημοσιογράφος της εφημερίδας Αθήναι χαρακτήρισε μεν «λαμπρά ως ιδέα» την κινηματογραφική ταινία, ωστόσο την έκρινε «ατυχεστάτη ως φωτογραφική εκτέλεσις και ατυχεστέρα ως εμφάνισις προσώπων», μιας και «όλοι μετέβησαν διά να ποζάρουν».

 

«Κρίμα» αναφωνούσε η Εστία. «Η κινηματογραφική εκτέλεσίς της εσημείωσεν οικτράν αποτυχίαν από τεχνικής απόψεως. Εκτός όμως του τεχνίτου (;) πταίουν όχι ολίγον και οι μετασχόντες ερασιτέχναι. Εάν εδοκίμαζαν κατ' αρχάς μίαν μόνον σκηνήν, θα έβλεπαν τα λάθη των και θα τα εδιόρθωναν. Είνε δε τα λάθη αυτά η διαρκής πόζα, η προσοχή των εις τον φακόν και μία καταπληκτική περίσσεια χειρών. Όλο και χέρια ήσαν όλοι των, εις βαθμόν ώστε να δικαιολογηθή εν απαίσιον καλαμπούρι ότι τάχα έπαιζαν α-κατρ-μαιν! Οι μόνοι που ξεχωρίζουν εις φυσικότητα είνε οι τυχαίοι διαβάται που δεν είχον ιδέαν του φακού, και η πριγκήπισσα Ελένη. Ας θεωρηθή οπωσδήποτε η ταινία αυτή ως γενική δοκιμή νέων ομοίας φύσεως ωραίων πραγμάτων».

 

Αδυσώπητη ήταν η κριτική της Νέας Ημέρας: «Το όνειρον του Αρχαιολόγου, κινηματογραφική σκηνή, υπό τον τίτλον «Η μύτη της Αθηνάς», αφήκε το κοινόν ψυχρόν και αδιάφορον. Το όλον ήτο μία ασυναρτησία, από την οποίαν έλειπεν ενδιαφέρον και πνεύμα. Οι κινηματογραφηθέντες ωμοίαζον διαδήλωσιν χαμινίων, διέκρινε δε τις ότι όλοι προσεπάθουν από ματαιοδοξίαν να ποζάρουν εις τον κινηματογράφον. Αι χειρονομίαι έδιδον την εικόνα Χάβρας Εβραϊκής ή αυλής φρενοκομείου. Από πολλούς παρετηρήθη ότι ηδύνατο να λείπη από την ακατανόητον αυτήν σαχλαμάραν, εκτελεσθείσαν ελεεινώς, η Α.Β.Υ. ο Διάδοχος και ο Πρίγκηψ Χριστόφορος».

 

Η Ακρόπολις ασχολήθηκε δύο μέρες με τη «Μύτη της Αθηνάς». Στις 26 Απριλίου περιέγραφε την κινηματογραφική σκηνή ως «το μόνον σόλικον μέρος του προγράμματος... αποτυχία ως ταινία, αποτυχία ως υπόκρισις, αποτυχία ως, ως, ως», ενώ μεταξύ των περισσότερων πρωταγωνιστών επικρατούσε «μία αγρία άμιλλα.... ποίος θα πρωτοποζάρη».

 

Την επομένη, η εφημερίδα επανήλθε με ακόμη πιο επιθετική διάθεση περιγράφοντας έναν κινηματογράφο «θαμπό, ανόητο, ακατανόητο, και μέχρι απανθρωπίας μονότονο», ενώ «το μόνον που ελάττωνε την μελαγχολία και την αθυμία [...] ήσαν αι αλλεπάλληλαι συγκρούσεις - σωστή μάχη - για να εξασφαλισθή η παράταξις όλων στην πρώτη γραμμή. Μεταξύ άλλων εθεάθη και γνωστός σαλονικός κύριος ο οποίος απεδόθη και εις μαραθωνοδρομίαν, κατορθώσας να προσπεράση και αυτοκίνητα ακόμη για να μη αποκρυφθή η πολύτιμος θέα του»!


Όμως ο κοσμικός εκείνος κύριος, που ακκιζόταν μπροστά στην κινηματογραφική κάμερα, δεν ήταν ο μοναδικός: «Άλλο ρουσφέτι ευθυμίας για το κοινόν ήτο η παράταξις των αυτοκινήτων και η βραδυτάτη πορεία των κατόχων αυτών για να αναγνωρισθούν, είχον δε σκαρφαλώσει επ' αυτών και διάφοροι άλλοι, ελπίζοντες ότι θα εμπερδεύοντο τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας». Εκφράζοντας την απορία «δεν έγιναν δοκιμαί σ' αυτόν τον κινηματογράφο; Πώς δεν υπερίσχυσεν η κοκεταρία των λαβουσών μέρος να αποφύγουν με κάθε τρόπο την γελοιοποίησι αυτή;», ο συντάκτης διέσωσε μόνο την ερμηνεία της Πάλλη και του Λάσκαρη σχολιάζοντας ότι «εσώθησαν από το γενικόν ναυάγιον, αφελέστατοι και φυσικοί», ενώ «πολλά συγχαρητήρια» έδωσε στον Ψαρούδα, «την ψυχήν, τα νεύρα, την ζωήν του Συλλόγου των Ερασιτεχνών».

 

Ο Τσοκόπουλος ανέλαβε να υπερασπιστεί την ταινία του μέσα από τη στήλη του στο Έθνος, όπου υπέγραφε το καθημερινό χρονογράφημα της εφημερίδας με το ψευδώνυμο «Ο Ριπ». Αναγνωρίζοντας την έλλειψη μέσων («ένα κινηματογραφικόν έργον το κάμνουν οι ηθοποιοί... Έπειτα χρειάζεται αφθονία μέσων, αυτοκίνητα, ιππασία, κολύμπημα, βάρκες, φάροι κ.τ.λ. Κατόπιν είνε ανάγκη ενός ειδικού ρεζισέρ ο οποίος να έχη σπουδάσει ιδιαιτέρως την κινηματογραφικήν σκηνήν. Και τέλος χρειάζεται ο κινηματογραφικός εκτελεστής με τρία τουλάχιστον μηχανήματα»), δήλωνε ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα: «Δύο ερασιτέχναι, ο Λάσκαρης και η δεσποινίς Πάλλη, εδείχθησαν αριστοτέχναι. Το Ζάππειον το είδαν οι Αθηναίοι και δεν το ανεγνώρισαν. Η παρέλασις των αυτοκινήτων εις την λεωφόρον Ακροπόλεως γραφικωτάτη. Τα Προπύλαια θαύμα επιβλητικότητος. Τι είναι αυτό; Ο σταθμός του σιδηροδρόμου; Μπα, ενόμιζα πως είμαι στο Παρίσι. Τι άλλο ηθέλατε, κύριοί μου, από μίαν κινηματογραφικήν ταινίαν;».

 

«Η κινηματογραφική σκηνή με την μύτην της Αθηνάς προεκάλεσεν αβίαστον γέλωτα των παρισταμένων» σημείωσε η Νέα Ελλάς στο μοναδικό θετικό σχόλιο που γράφτηκε!

 

Η "οδύσσεια" των γυρισμάτων

Επιστρέφουμε λοιπόν στην 31η Μαρτίου 1914, τότε που ο Τσοκόπουλος εισέβαλε στο γραφείο του Λάσκαρη. Ο θεατρικός συγγραφέας δεν χρειάστηκε πάνω από μισή ώρα για να πειστεί να πρωταγωνιστήσει στην ταινία και λίγες ώρες αργότερα, το απόγευμα της ίδιας μέρας έγινε η πρώτη συνάντηση των πρωταγωνιστών στο μέγαρο Πάλλη. Εκεί επιχειρήθηκε μια πρώτη, πρόχειρη πρόβα, ενώ τα γυρίσματα ξεκίνησαν επισήμως την επομένη στο γραφείο του μεγάρου Σλήμαν (Ιλίου Μέλαθρον, ιδιοκτησίας του Αγαμέμνονα Σλήμαν) επί της οδού Ακαδημίας. Δεν ήταν ψέμα... Ο ελληνικός κινηματογράφος άρχισε ν' ανακαλύπτει τη μυθοπλασία μια πρωταπριλιά!

 

Το γραφείο του Σλήμαν θα χρησιμοποιούταν ως σκηνικό για το υποτιθέμενο γραφείο του αρχαιολόγου ήρωα της ταινίας. Αυτή τουλάχιστον ήταν η αρχική πρόθεση. Δεν υπήρξε κάποια σκηνογραφική παρέμβαση, αλλά αυτό ήταν ασήμαντη λεπτομέρεια μπροστά στα τόσα τεχνικά προβλήματα.

 

Καλύτερα προετοιμασμένος εμφανίστηκε ο Νικόλαος Λάσκαρης, ο οποίος είχε την έμπνευση να φορέσει μια ξανθιά περούκα, ώστε να μοιάζει περισσότερο Νορβηγός. Μόνο που το χρώμα της περούκας δεν ήταν ακριβώς ξανθό, αλλά... καναρινί, ώστε η παρουσία του και μόνο προκάλεσε τα γέλια των παρευρισκόμενων καθυστερώντας την έναρξη των γυρισμάτων. Βέβαια, όπως έντρομος θα πληροφορούταν αργότερα ο πρωταγωνιστής, το ανοιχτό χρώμα της περούκας δεν θα μπορούσε ν' αποτυπωθεί στο φιλμ, όμως ο Λέστερ τον καθησύχασε ότι θα φρόντιζε το θέμα κατά την επεξεργασία. Αν το πέτυχε ή όχι, αυτό μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ.

 

Με τα σπαστά του ελληνικά, ο σκηνοθέτης Εμίλ Λέστερ επέπληττε διαρκώς τους - ανίδεους από κινηματογράφο - πρωταγωνιστές του να μην φεύγουν από τις θέσεις τους, γιατί χάνονταν από το πλάνο. Εκείνοι, όμως, επέμεναν να του κάνουν την ζωή δύσκολη όχι μόνο με την υπερκινητικότητά τους, αλλά και με συνεχή, αυθόρμητα γέλια.

 

Κάποια στιγμή τα γέλια κόπασαν και ακούστηκε το πρώτο «πάμε», ωστόσο γρήγορα αποδείχτηκε ότι το γραφείο του Σλήμαν δεν ήταν ο πλέον ιδανικός χώρος για το γύρισμα μιας ταινίας. Το φόντο ήταν πολύ σκούρο, ώστε δεν διακρινόταν καν η Αθηνά, η μύτη της οποίας βρισκόταν στο επίκεντρο του σεναρίου. Έτσι, η Σακορράφου, ντυμένη ως αρχαία θεά με χρυσό θώρακα, κράνος και δόρυ βγήκε στον εξώστη του μεγάρου, όπου επιχειρήθηκε να συνεχιστεί η κινηματογράφηση.

 

Καθώς η ώρα είχε πάει 3 το μεσημέρι, η κίνηση στους δρόμους ήταν αυξημένη. Πολλοί περαστικοί, που αγνοούσαν τι ακριβώς συνέβαινε, σταματούσαν και σταυροκοπιόντουσαν βλέποντας το αξιοπερίεργο θέαμα μιας γυναίκας ντυμένης τόσο παράξενα να στέκεται στο μπαλκόνι του μεγάρου. Όλο αυτό προκάλεσε τον εκνευρισμό της Σακορράφου, που ένιωθε άβολα ν' αποτελεί αξιοθέατο της... μισής Αθήνας. Τελικά, ο Λέστερ δεν έμεινε ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα και - προς τρόμο των πρωταγωνιστών - αποφασίστηκε να επαναληφθεί το γύρισμα της ίδιας σκηνής την επόμενη μέρα στην αυλή του Βασιλικού θεάτρου, όπου υπήρχε καλύτερος φωτισμός.

 

Στο Βασιλικό Θέατρο

Το επόμενο πρωί, η αυλή του Βασιλικού θεάτρου μεταβλήθηκε σε σπουδαστήριο χάρη στη σκηνογραφική παρέμβαση του Κανακάκη. Όμως γρήγορα το νέο διαδόθηκε και επί τόπου έκανε την εμφάνισή του ο πρίγκιπας Χριστόφορος, συνοδευόμενος από δυο κυρίες, για να παρακολουθήσει το γύρισμα από κοντά. Εξάλλου, γεμάτα από κόσμο ήταν τα παράθυρα και τα μπαλκόνια των γειτονικών σπιτιών, αυξάνοντας το τρακ των ερασιτεχνών ηθοποιών. Αν και οι έντρομοι συντελεστές φλέρταραν με την ιδέα μιας αναβολής, τελικά όλα κύλησαν ομαλά.

 

Τη Μ. Πέμπτη, πρωταγωνιστές και απρόσκλητοι θεατές συγκεντρώθηκαν και πάλι στο Βασιλικό θέατρο για να παρακολουθήσουν το φιλμ από το γύρισμα της προηγούμενης ημέρας. Στην αρχή όλοι έδειχναν ικανοποιημένοι, ώσπου στο πλάνο εμφανίστηκε η Αθηνά να βγαίνει από τη βιβλιοθήκη, να καλύπτει τον εξαφανισμένο από το πλάνο Λάσκαρη και να μιλάει «σαν παλαβή», όπως ο ίδιος ο πρωταγωνιστής θα σχολίαζε σ' ένα χρονογραφήμά του. Αν και ο Λέστερ έδειχνε ευχαριστημένος, τελικά υπέκυψε στις πιέσεις να επαναληφθεί η κινηματογράφηση της σκηνής, όμως αυτή αναβλήθηκε για την επομένη λόγω ελλείψεως... κορδέλας. Δεν ακολούθησε άλλη δοκιμαστική προβολή και όλοι αρκέσθηκαν στις διαβεβαιώσεις του σκηνοθέτη ότι η σκηνή βγήκε καταπληκτική.

 

Ύστερα από ολιγοήμερες, πασχαλινές διακοπές, τα γυρίσματα συνεχίστηκαν την Τρίτη του Πάσχα (8 Απριλίου) στα Μέγαρα, όπου κινηματογραφήθηκε η σκηνή του χορού της Τράτας. Σύμφωνα με το σενάριο, εκεί ο αρχαιολόγος θ' ανακάλυπτε μια χορεύτρια, της οποίας τη μύτη θα μετρούσε. Τη χορεύτρια θα υποδυόταν η δεσποινίς Λάμπρου, ενώ στη σκηνή θα συμμετείχαν και πολλοί κομπάρσοι, δηλαδή σχεδόν η μισή κοσμική Αθήνα: από γυναίκες οι Ναντίν Σλήμαν, Ζυγομαλά, Δαγκλή, Μεσσηντέζη, Ευκλείδη, Σαριπόλου, Αριών, η βαρώνη Ντιντλώ κ.ά. και από άνδρες οι Σλήμαν, Μανέττας, Σημαντήρας, Τσο­κόπουλος, ο στρατηγός Δαγκλής, ο πρεσβευτής της Ρουμανίας Φιλοδώρ μαζί με τη σύζυγό του, το ζεύγος Ν. Θεοτόκη, το ζεύγος Υψηλάντη, το ζεύγος Βικέλα, ο Ρ. Καραντζάς, ο Κασνάβ, το ζεύγος Γρ. Σούτσου μαζί με την κόρη τους κ.ά.

 

Στο συνεργείο θα πρέπει να προστεθεί κι ένας υπάλληλος, η δουλειά του οποίου ήταν να μεταφέρει την καναρινί περούκα του Λάσκαρη! Και φυσικά παρόντες ήταν επίσης οι πρωταγωνιστές της ταινίας. Πώς μετακινήθηκαν όλοι αυτοί από την Αθήνα στα Μέγαρα; Με δύο βαγόνια του σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, πλήρως φορτωμένα!

 

Το κινηματογραφικό συνεργείο έφθασε απροειδοποίητα στην πόλη. Οι γυναίκες της περιοχής, ντυμένες ήδη με παραδοσιακές φορεσιές, αρνούνταν να χορέψουν την Τράτα μπροστά στην κάμερα, την οποία αντιμετώπιζαν περίπου όπως οι πρωτόγονοι τα καθρεφτάκια - ή τουλάχιστον αυτό άφηνε να εννοηθεί ο Λάσκαρης προφανώς με μια δόση υπερβολής. Ακόμη και η παρέμβαση του δημάρχου της πόλης δεν φαινόταν αρκετή να τις μεταπείσει, μέχρι που η Λάμπρου παρουσιάστηκε ντυμένη με παραδοσιακή στολή και τότε οι Μεγαρίτισσες άρχισαν να ξεθαρρεύουν.

 

Άρχισε, λοιπόν, ο χορός και σε κάποια στιγμή ο «αρχαιολόγος» Λάσκαρης ξεπρόβαλε με τη μεζούρα στα χέρια για να καταμετρήσει τη μύτη της υποψήφιας «Αθηνάς», ενώ η σύζυγός του τον τραβούσε ζηλόφθονα από τη ρεντιγκότα. Κάποιοι ξέσπασαν σε γέλια, άλλοι ταράχτηκαν κι άρχισαν να σταυροκοπιούνται, ενώ μια γριούλα μονολογούσε αγανακτισμένη «Βάι, βάι, τον παλιόφραγκο! Και μπροστά στα μάτια της γυναίκας του μουρνταρεύεται! Φτου σου!», προτού αποχωρήσει από τον τόπο της... «κολάσεως»!

 

Κοσμικές κυρίες της εποχής να φωτογραφίζονται στα Αμπατζίδικα, όταν γυρίστηκε εκεί μια σκηνή της ταινίας.
Κοσμικές κυρίες της εποχής να φωτογραφίζονται στα Αμπατζίδικα, όταν γυρίστηκε εκεί μια σκηνή της ταινίας.

 

Όταν ξέβαψε η καναρινί περούκα από τον ιδρώτα

Το ραντεβού των συντελεστών ανανεώθηκε για τα Αμπατζίδικα (ή Τσαρουχάδικα) στις 10 το πρωί της επομένης. Σύμφωνα με το σενάριο, ο Νορβηγός αρχαιολόγος θα πήγαινε εκεί ντυμένος επίσημα (ύστερα από υποτιθέμενη συνάντηση με τον υπουργό Εξωτερικών), για να συνεχίσει την αναζήτηση της σωστής μύτης. Η επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής σε συνδυασμό με την επίσημη εμφάνιση του πρωταγωνιστή αποτελούσε έξυπνο κωμικό εύρημα, καθώς εκείνη την εποχή τα Αμπατζίδικα (η οδός Πανδρόσου προς το Μοναστηράκι) δεν ήταν παρά «ένα στενοσόκακον πνιγηρόν, σκοτεινιασμένον, λείψανον των παλαιών Αθηνών, με δήθεν καταστήματα δεξιά και αριστερά όπου πωλούνται αναμίξ τσαρούχια, εικόνες, σελάχια, γιαταγάνια, φουστανέλες, φέρμελες και όλων των ειδών αρχαιότητες... νεωτέρας κατασκευής», κατά την περιγραφή του Λάσκαρη.

 

Κι ενώ όλοι ήταν στις θέσεις τους την προγραμματισμένη ώρα, απουσίαζε ο πρωταγωνιστής εξ αιτίας ενός ακόμη απρόοπτου: η περούκα «μεγάλωνε» το κεφάλι του και δεν χωρούσε να μπει το καπέλο! Με την καναρινί περούκα να ξεβάφει από τον ιδρώτα λόγω άγχους, ο Λάσκαρης και η σύζυγός του αναζητούσαν απεγνωσμένα κάποιον γνωστό τους με κεφάλι... μεγαλύτερο από το δικό του, που να φορούσε επομένως και μεγαλύτερο καπέλο. Η λύση δόθηκε καταφεύγοντας στον Άδωνη Κύρου, τον διευθυντή της εφημερίδας Εστία, κι έτσι εξαλείφθηκε ακόμη ένα τεχνικό εμπόδιο· μόνο που το καπέλο δεν θα επιστρεφόταν ακέραιο στον ιδιοκτήτη του, αλλά φθαρμένο από την ταλαιπωρία των γυρισμάτων.

 

Για ακόμη μια φορά, από το γύρισμα δεν έλειπαν οι γνωστές κυρίες και δεσποινίδες της κοσμικής Αθήνας, όπως η Δαγκλή, η Λάμπρου, η Κουτσαλέξη, η Σασλή, η Νικολαΐδη, η Ευκλείδη, η Βότσαρη, η Ερμπιγιόν κ.ά., συνοδευόμενες από... απρόσκλητους καβαλιέρους. Βλέποντας ξαφνικά τόσο κόσμο μαζεμένο, οι καταστηματάρχες της περιοχής έτριβαν τα χέρια τους από χαρά προσδοκώντας αυξημένο τζίρο, όμως πολύ γρήγορα προσγειώθηκαν στην πραγματικότητα. Οι πλούσιες κυρίες δεν θα ψώνιζαν στ' αλήθεια, αλλά στα ψέματα για τις ανάγκες της ταινίας. Η παρέμβαση του Λέστερ καταλάγιασε τις διαμαρτυρίες των εμπόρων εν τη γενέσει τους, η εξέγερση αποφεύχθηκε κι επιτέλους το γύρισμα ξεκίνησε.

 

Η αμηχανία των καταστηματαρχών αποτυπώθηκε γλαφυρά σε ρεπορτάζ της εφημερίδας Πατρίς:
«Μικροέμποροι, τσαρουχάδες, αμπατζήδες, παλαιοπώλαι, διατηρούντες και αυτοί τον επαρχιώτικον τύπον όπως και εις τα είδη που πωλούν είδαν διά πρώτην φοράν τόσον πλήθος λεπτοφυών Ατθίδων ανά μέσω των. Εξήλθαν όλοι εις της πόρτες των μαγαζειών των και εκύτταζαν τας ξένας διά τον δρόμον των κυρίας και την κινηματογραφικήν μηχανήν του κ. Λέστερ ως άνθρωποι μη γνωρίζοντες αν αυτό που εγίνετο ήτο επέλασις κατακτητών ή πρόοδος. Ο κ. Λάσκαρης εισέρχεται αιφνιδίως εις ένα μαγαζί, βγάζει την ξανθήν περούκαν του, την βυθίζει εις το κεφάλι και επάνω καθίζει το υψηλόν του καπέλλο. Ο καταστηματάρχης τον παρατηρεί ενεώς.
Έπειτα αρχίζει το τικ τακ της κινηματογραφικής μηχανής. Χωροφύλακες παρατυχόντες μόλις κατορθώνουν να συγκρατούν το πλήθος των περιέργων που συνωστίζονται διά να ποζάρουν νομίζοντες ότι πρόκειται περί απλής φωτογραφίας. Αι κυρίαι προχωρούν, κυττάζουν τα διάφορα είδη τα ανηρτημένα εις τους κρεμαστήρας ενός μαγαζειού, τσαντάκια χειροκέντητα, τσαρούχια κτλ. όταν ο κ. Λάσκαρης επιπίπτει και αρχίζει να μετρά την μύτην μιας κυρίας. Από τα βάθη των χαμηλών καταστημάτων παρατηρούν οι εργάται με περιέργειαν. Ένας κάνει τον σταυρόν του και λέγει.
- Τι κατασκευάζει ως τόσο ο άνθρωπος [..]».

 

Ύστερα από κλήρωση, ως η «τυχερή», της οποίας της μύτη θα μετρούσε ο «Νορβηγός αρχαιολόγος» (χωρίς φυσικά να λείψουν οι συνήθεις σκηνές ζηλοτυπίας της συζύγου του), αναδείχτηκε η κυρία Ερμπιγιόν. Η σκηνή τραβήχτηκε μεν σε μία λήψη, όμως η περιοχή ήταν πολύ σκοτεινή και το αποτέλεσμα αμφίβολης ποιότητας. Το γεγονός αυτό τελούσε σε γνώση του Λέστερ, ο οποίος μάλιστα είχε ενημερώσει σχετικά τους πρωταγωνιστές του από την αρχή, όμως δεν θεώρησε σκόπιμο να επαναλάβει το γύρισμα σε κάποια άλλη περιοχή, καταλληλότερη για κινηματογράφηση. Πώς θα αντιμετώπιζε το πρόβλημα; Με τις καρτέλες που θα εμφανίζονταν επί της οθόνης και θα ενημέρωναν τους θεατές τι ακριβώς συνέβαινε!

 

Από τα Αμπατζίδικα σύσσωμο το συνεργείο μεταφέρθηκε στο ζαχαροπλαστείο του «Γιαννάκη», ένα από τα πιο γνωστά κοσμικά στέκια της εποχής. Εκεί βρίσκονταν ήδη άλλες κοσμικές κυρίες, όπως η Σλήμαν, η Ροΐδου, οι δεσποινίδες Ζυγομαλά κ.ά. μαζί με τη Σακορράφου.

 

Στο ζαχαροπλαστείο βρισκόταν ένα ερωτευμένο ζευγαράκι, («εκείνος εικοσαετής, εκείνη δέκα εξ αριθμούσα Μαΐους»), τόσο αφοσιωμένοι στην αθώα εκδήλωση του έρωτά τους, ώστε αρχικά δεν κατάλαβαν ότι τους είχε κινηματογραφήσει η μηχανή του Λέστερ και ότι «τα μυστικά [τους] θα γίνουν γνωστά, αφού θα παρελάσουν επί της οθόνης»

 

Στου «Γιαννάκη» μετρήθηκε η μύτη της Ναντίν Σλήμαν, αλλά - σε αντίθεση με τα Αμπατζίδικα - η περιοχή ήταν πολύ φωτεινή κι όλα φαίνονταν θαμπά, ώστε στην οθόνη δύσκολα θα ξεχώριζαν τα πρόσωπα. Ούτε αυτό, όμως, προβλημάτισε τον Λέστερ, ο οποίος και πάλι καθησύχασε τους πρωταγωνιστές του πως με μια επιγραφή οι θεατές θα καταλάβαιναν περί τίνος πράγματος (και περί τίνων προσώπων) επρόκειτο! Η λύση ήταν σαφώς ερασιτεχνική, αλλά και μια από τις ευκολίες του βωβού κινηματογράφου, που σε μεγάλο βαθμό βασιζόταν στις επεξηγηματικές καρτέλες μεταξύ των σκηνών.

 

Το ζευγαράκι στην οθόνη

Σε εφημερίδα της εποχής αναφέρθηκε κι ένα χαριτωμένο παραλειπόμενο από τα γυρίσματα στο ζαχαροπλαστείο. Εκεί βρισκόταν ένα ερωτευμένο ζευγαράκι, («εκείνος εικοσαετής, εκείνη δέκα εξ αριθμούσα Μαΐους»), τόσο αφοσιωμένοι στην αθώα εκδήλωση του έρωτά τους, ώστε αρχικά δεν κατάλαβαν ότι τους είχε κινηματογραφήσει η μηχανή του Λέστερ και ότι «τα μυστικά [τους] θα γίνουν γνωστά, αφού θα παρελάσουν επί της οθόνης», με αποτέλεσμα να προκληθεί μια σχετική αναστάτωση, όταν το συνειδητοποίη­σαν («- Εχαθήκαμε, εψιθύρισεν η ατθίς. - Κατεστράφημεν με την αφηρημάδα μας, εψιθύρισε ο ατθός»). Δεν γνωρίζουμε αν όντως το μυστικό αποκαλύφθηκε την ημέρα της μεγάλης κινηματογραφικής πρεμιέρας, ωστόσο η εφημερίδα εκτιμούσε ότι «προ της εκπλήξεως της οθόνης θα προηγηθούν αρραβώνες».

 

Το επόμενο απόγευμα ο «αρχαιολόγος» και η σύζυγός του μαζί με τους δύο ξεναγούς (δηλ. αντίστοιχα ο Λάσκαρης, η Πάλλη, ο Κυριακίδης κι ο Καμάρας) και πλήθος κομπάρσων (οι πανταχού παρούσες κοσμικές κυρίες και δεσποινίδες) βρέθηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό Πελοποννήσου. Αυτή τη φορά έγινε μια απόπειρα πρόβας, όσο το γύρισμα καθυστερούσε από την αργοπορία των ξαφνιασμένων επιβατών, καθώς το τρένο είχε σταματήσει σε άλλο σημείο από το σύνηθες, στα πρόθυρα του σταθμού. Δεν έλειψε και η παρεξήγηση μ' ένα χωροφύλακα, που δεν είδε με καλό μάτι την ξανθιά περούκα του Λάσκαρη, αλλά τελικά όλα κύλησαν ομαλά. Όσον αφορά την κινηματογράφηση, αυτήν τη φορά δεν υπήρχε πρόβλημα φωτισμού αλλά.. κουνήματος της μηχανής του Λέστερ, ο οποίος, παρότι οι ηθοποιοί του έκαναν για πρώτη φορά πρόβα, προτίμησε τελικά να τραβήξει πλάνα από τους υπόλοιπους επιβάτες του τρένου!

 

Το ραντεβού ανανεώθηκε για την επομένη, 11 Απριλίου, οπότε κινηματογραφήθηκαν οι πιο φιλόδοξες σκηνές. Πρώτος τόπος συνάντησης ήταν ο σταθμός του Μακρυγιάννη, όπου γυρίστηκε μια σκηνή μέσα στο τραμ. Δύο βαγόνια είχαν παραχωρηθεί για τις ανάγκες της ταινίας, ενώ η συγκοινωνία της γραμμής διακόπηκε για μια ολόκληρη ώρα. Στο πρώτο βαγόνι κάθονταν ο Κυριακίδης, η δεσποινίς Ζυγομαλά, της οποίας η μύτη θα έπρεπε να μετρηθεί αυτήν τη φορά, καθώς και το γνωστό πλήθος των κοσμικών κο­μπάρσων. Ο Λέστερ βρισκόταν στο δεύτερο βαγόνι και τραβούσε πλάνα προσέχοντας μην τυχόν σπάσουν οι κορδέλες της κάμερας από τα πολλά τραντάγματα.

 

Τα βαγόνια ξεκίνησαν - μαζί και το γύρισμα. Σύντομα έγινε μια στάση, ώστε ν' ανεβεί στο πρώτο βαγόνι ο «Νορβηγός αρχαιολόγος», ο οποίος μέτρησε τη μύτη της Ζυγομαλά κι εκείνη τον χαστούκισε. Ακολούθησε αναστάτωση, στην οποία δεν συμμετείχαν μόνο οι μυημένοι κομπάρσοι, αλλά και οι ανυποψίαστοι διαβάτες. Μεταξύ αυτών ήταν κι ένας χωροφύλακας, ο οποίος θεώρησε ότι γινόταν κάποιο σοβαρό επεισόδιο και θέλησε να οδηγήσει τους ταραξίες στο τμήμα. Αυτό τελικά αποφεύχθηκε, όταν ο λοχαγός Λασκαράκης, ένας από τους κομπάρσους, του εξήγησε τι πραγματικά συνέβαινε, κάτι που ο χωροφύλακας δεν φάνηκε να εκτίμησε ιδιαίτερα, αφού αποχωρώντας μουρμούριζε: «Σαν δεν ντρέπουνται και λίγο κοτζάμ άντροι και γυναίκες...» - κατά τη μαρτυρία του Λάσκαρη.

 

Γυρίσματα στην Ακρόπολη

Στη συνέχεια, η μηχανή του Λέστερ κινηματογράφησε όλα τα ιδιωτικά αυτοκίνητα των Αθηνών, που παρέλασαν στο δρόμο κάτω από την Ακρόπολη, με το σκηνοθέτη να φωνάζει στους οδηγούς να μην βιάζονται, καθώς πολλοί θεώρησαν ότι είχαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να κάνουν επίδειξη ταχύτητας, που όμως δεν συμβάδιζε με τη βραδύτερη ταχύτητα της κινηματογράφησης. Κι επειδή οι δρόμοι δεν ήταν ασφαλτοστρωμένοι, το αποτέλεσμα ήταν να σηκωθεί πολλή σκόνη επισκιάζοντας σχεδόν τα πάντα.

 

Η επιλογή της περιοχής δεν ήταν τυχαία. Από την πρώτη ελληνική ταινία μυθοπλασίας δεν θα μπορούσε να λείπει το μνημείο της Ακρόπολης. Εκεί συγκεντρώθηκαν περισσότεροι κομπάρσοι από ποτέ. «Παν ό,τι είχε να επιδείξη η πρωτεύουσα εις χάριν και κομψότητα αντιπροσωπεύθη με το παραπάνω την ημέραν αυτήν», θα σχολίαζε ο Λάσκαρης σ' ένα από τα κείμενά του. Ανάμεσά τους και δύο μέλη της βασιλικής οικογένειας, η πριγκίπισσα Ελένη και ο πρίγκιπας Χριστόφορος, ο οποίος λίγο νωρίτερα δεν είχε χάσει την ευκαιρία να συμμετάσχει και στην επίδειξη των αυτοκινητιστών.

 

Στην Ακρόπολη βρίσκονταν οι κυρίες και δεσποινίδες Δαγκλή, Λάμπρου, Ευκλείδη, Σλήμαν, Αθανασιάδη, Θεοχάρη, Πεσμαζόγλου, Νικολαΐδη, Κολοκοτρώνη, Κατερινοπούλου, Ροΐδη, Καμάρα, Τρικούπη, Ράλλη, Περόγλου, Κωμανού, Ανδριτσάκη, Αραβαντινού, Κουτσαλέξη, Γρυπάρη, Αλμέιδα, καθώς και οι κύριοι Μαζαράκης, Μπασιάς, Τσοκόπουλος, Λάσκαρης, Κυριακίδης, Καμάρας, Βλάχος, Κοκινίδης, Καρατζάς, Κολοκοτρώνης, Σαλταφέρας, Σημαντήρας, Φίλωνας κ.ά. Τυχαία βρισκόταν εκεί και ο Ούγγρος ζωγράφος Λασλόουν, που επίσης κινηματογραφήθηκε.

 

Το γύρισμα στον ιερό βράχο αποτέλεσε μια πρώτης τάξεως διαφήμιση για την ταινία, καθώς την επομένη αρκετές εφημερίδες ασχολήθηκαν μαζί της.

 

Η Εφημερίς σχολίαζε: «Ουδέποτε θα είδεν η μικρά πλατεία του σταθμού Μακρυγιάννη κομψοτέραν συγκέντρωσιν από την χθεσινήν.
Κατά τις 4 μ.μ. αυτοκίνητα στίλβοντα, άμαξαι ιδιωτικαί και σκονισμένοι πεζοί, όλοι βιαστικοί καταφθάνουν και με ύφος μυστηριώδες κάτι ανέμενον. Εις την γραμμήν Ακροπόλεως εν ηλεκτρικόν τραμ με ανοικτόν ρυμουλκούμενον περιμένει και αυτό.
- Μα επί τέλους τι συμβαίνει.
Η εμφάνισις του κ. Λέστερ με την κινηματογραφικήν μηχανήν λύει την απορίαν.
- Να το σινεμά, φωνάζουν αι κομψαί κυρίαι από τα αυτοκίνητα.
- Και γι' αυτό συνεμαζεύθηκε όλος αυτός ο κόσμος, απαντά αφελής διαβάτης.
Μετ' ολίγα λεπτά αρχίζει η κίνησις. Τα αυτοκίνητα φωνάζουν ωσάν συναχωμένοι γέροι, αι άμαξαι προσπαθούν να τα φθάσουν και οι πεζοί επιβαίνουν του τραμ.
Εις το ρυμουλκούμενον κομψαί κυρίαι ζωηρότατα συνομιλούν και από τας συνομιλίας αυτάς μανθάνομεν ότι πρόκειται υπέρ της Ηπειρωτικής περιθάλψεως να εκτυλιχθή εις το Β. θέατρον κινηματογραφική ταινία, με γνωστότατα πρόσωπα υποδυόμενα διαφόρους ρόλους εις τα κυριώτερα κέντρα των Αθηνών [...]».

 

Αυτήν τη φορά δεν μετρήθηκε κάποια μύτη, αλλά ο «αρχαιολόγος» Λάσκαρης ανέβηκε στον αρχαίο ναό για να να δει το άγαλμα της Αθηνάς, το οποίο και «ζωντάνεψε» προς στιγμή. Ο Τσοκόπουλος υποδύθηκε κάποιον ξεναγό, που ανεβασμένος σ' ένα βράχο έδινε μια κωμική διάλεξη με υπερβολικές χειρονομίες στους «περιηγητές» και παρεξηγήθηκε από τους ελάχιστους, πραγματικούς ξένους επισκέπτες. Τέλος, μια κωμική σκηνή αφορούσε την πτώση του αρχαιολόγου από τις βαθμίδες του Παρθενώνα, ενώ προσπαθούσε να φωτογραφήσει το Ερεχθείο.

 

Στην περιοχή έκανε τον περίπατό του κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και ο ναύαρχος Κουντουριώτης, ο οποίος παρά τις παρακλήσεις των συντελεστών της ταινίας, μεταξύ των οποίων και η κόρη του, δεν πείστηκε να κάνει ένα πέρασμα μπροστά από τον κινηματογραφικό φακό.

 

Στο Ακταίον του Φαλήρου

Η επόμενη λήψη πραγματοποιήθηκε στις 12 Απριλίου στο Ακταίον του Φαλήρου, όπου, σύμφωνα με το σενάριο, θα δινόταν ένα five o'clock τσάι προς τιμή του «Νορβηγού αρχαιολόγου» και της συζύγου του. Αυτή τη φορά, η βασιλική οικογένεια υπερεκπροσωπήθηκε, αφού εκτός από τους - «βετεράνους» πλέον - Χριστόφορο και Ελένη συμμετείχαν επίσης ο διάδοχος του θρόνου και η Μεγάλη Δούκισσα Μαρία Παυλόβνα. Παρευρέθησαν επίσης οι κυρίες και δεσποινίδες Γρυπάρη, Χαλκοκονδύλη, Κομανού, Πε­ρόγλου, Ζίφου, Σταθάτου, Σλήμαν, Ροΐδη, Μεταξά, Σασλή, Μπότσαρη, Αλμέιδα, Λάμπρου, Κετσέα, Ζυγομαλά, Νικολοπούλου, Ευκλείδη, Κωνσταντινίδη, Πεσμαζόγλου, Ράλλη, Σταθάτου, Νεγρεπόντη, Θεοχάρη, Δαγκλή, Αργυροπούλου, Κουτσαλέξη, Ανδριτσάκη, Μαυρογένη, Ζυγομαλά, Συριώτη κ.ά.

 

Η άφιξη των μελών της βασιλικής οικογένειας στη φαληρική ακτή λίγο μετά τις 4 το απόγευμα σήμανε και την έναρξη των γυρισμάτων, με το σκηνοθέτη να παρατάει την κάμερα, ενώ βρισκόταν σε λειτουργία, για να υποκλιθεί στους «υψηλούς» καλεσμένους! Κατά τ' άλλα, η λήψη της συγκεκριμένης σκηνής χαρακτηρίστηκε από τον Λάσκαρη ως «γκραν σουκσέ κινηματογραφίκ», καθώς οι παρευρισκόμενες κοσμικές κυρίες πόζαραν με περισσή χάρη μπροστά στον φακό. Μάλιστα, ήταν η πρώτη σκηνή, κατά την οποία ο Λέστερ δεν γκρίνιαξε ούτε μια φορά!

 

Αν κάποιοι αισθάνονταν άβολα, αυτοί ήταν δύο από τους πρωταγωνιστές, ο Λάσκαρης και η Σακορράφου, οι οποίοι θα έπρεπε να γυρίσουν μια πολύ δύσκολη σκηνή. Ο πρώτος έπρεπε ν' απαγάγει τη δεύτερη, η μύτη της οποίας ήταν και η.. τυχερή. Ας μην ξεχνάμε ότι η Σακορράφου υποδυόταν τη θεά Αθηνά, άρα αναμενόμενα υποδύθηκε και τη σωσία της. Στη συνέχεια θ' ακολουθούσε η δι' αυτοκινήτου καταδίωξη του απαγωγέα από τη σύζυγό του κι έναν ξεναγό - η Πάλλη κι ο Καμάρας.

 

Μετά την αρχική αμηχανία, ο Λάσκαρης και η Σακορράφου σκηνοθέτησαν τους εαυτούς τους... μόνοι τους, αφού στην πράξη ο Λέστερ περιοριζόταν περισσότερο στα καθήκοντα του οπερατέρ, χωρίς να έχει ιδιαίτερη σκηνοθετική άποψη. Άλλωστε δεν είχε καμία εμπειρία από ταινίες μυθοπλασίας, αφού έως τότε είχε κινηματογραφήσει μόνο «επίκαιρα». Τελικά, η σκηνή γυρίστηκε υπό τα γέλια των πρωταγωνιστών και την γκρίνια του σκηνοθέτη για την καθυστέρηση.

 

 

 

Τα τελευταία γυρίσματα της «Μύτης της Αθηνάς» πραγματοποιήθηκαν στο Ζάππειο το επόμενο πρωί. Το συνεργείο συγκεντρώθηκε στο πίσω μέρος του Ζαππείου με επικεφαλής τους Τσοκόπουλο και Ψαρρούδα, ενώ στο μέσο βρισκόταν ο Λέστερ με την κάμερα του. Το γύρισμα πραγματοποιήθηκε στο πυ­κνότερο μέρος του αλσυλίου με φόντο την Ακρόπολη.

 

Σύμφωνα με το σενάριο, η σύζυγος του Νορβηγού αρχαιολόγου θα φλέρταρε μ' έναν από τους ξεναγούς (εκείνον που υποδυόταν ο Καμάρας), μέχρι που ο αρχαιολόγος θα την έπιανε επ' αυτοφώρω να διαβάζει ένα ραβασάκι. Από κομπάρσους παρούσες και παρόντες ήταν η Δαγκλή, η Χαλκοκονδύλη, ο Τσοκόπουλος, η Στεφάνου, η Αλμέιδα, ο Ψαρρούδας, η Νικολοπούλου, ο Βότσης κ.ά. Το κλίμα ήταν εύθυμο και τ' αστεία κυριαρχούσαν, ώστε ο - παρών στο γύρισμα - δημοσιογράφος του Έθνους, εξέφρασε τη λύπη του, επειδή δεν υπήρχε ένας φωνογράφος να τ' αποθανατίσει.

 

Στην περιοχή έκανε τον περίπατό του κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και ο ναύαρχος Κουντουριώτης, ο οποίος παρά τις παρακλήσεις των συντελεστών της ταινίας, μεταξύ των οποίων και η κόρη του, δεν πείστηκε να κάνει ένα πέρασμα μπροστά από τον κινηματογραφικό φακό. Ωστόσο, πείστηκε ένας αρχαιολόγος, που επίσης έκανε τον περίπατό του στο Ζάππειο κρατώντας ένα μπαίδεκερ και προστέθηκε στον μακρύ κατάλογο των κομπάρσων της πρώτης ελληνικής ταινίας, τα γυρίσματα της οποίας επιτέλους ολοκληρώθηκαν ύστερα από περίπου δυο εβδομάδες δουλειάς...