«Μπροστά δεν ξέρω τι θα βρω, μα πίσω δε γυρίζω» διακήρυττε ένα από τα δημοφιλέστερα συνθήματα τον Ιούνιο του '11, όταν το Σύνταγμα ήταν υπό κατάληψη και η χώρα όλη σείονταν από μαζικές αντιμνημονιακές διαδηλώσεις. Σύνθημα που αντανακλούσε την καταβαράθρωση ολόκληρου του παλιού πολιτικού συστήματος και την ανάδειξη μιας χαλαρής ομοσπονδίας «αριστερίστικων» συνιστωσών σε ευρύτερο πόλο αντίστασης, ελπίδας, αξιοπρέπειας και κοινωνικής αλλαγής απέναντι σε έναν «συναινετικό», αποικιακού τύπου νεοφιλελευθερισμό με σαφή αντιδημοκρατικά, αυταρχικά και ακροδεξιά γνωρίσματα. Πράγματι, τριάμισι χρόνια μετά ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε εξουσία, φέρνοντας τα πάνω κάτω, και παρά τις οβιδιακές μεταμορφώσεις του, τη σχεδόν πλήρη συμμόρφωση με τους δανειστές-εταίρους, τη διάσπαση και την υπογραφή ενός ακόμα «βαρέων βαρών» Μνημονίου, κέρδισε άνετα και δεύτερες εκλογές μέσα σε ένα επτάμηνο, για τον επιπλέον λόγο ότι το σύνθημα εκείνο είχε περάσει πια στο συλλογικό υποσυνείδητο – κάπως έτσι, άλλωστε, προέκυψε και το αναπάντεχα πλειοψηφικό «Όχι» του Ιουνίου κόντρα σε κάθε καθεστωτική λογική, σε συνθήκες ακραίας πόλωσης και οικονομικού μπλακάουτ. Γιατί αρχικά (προτού, δηλαδή, δουν «φως» και μπουν διάφοροι απίθανοι πρώην και νυν συστημικοί πολιτικοί τυχοδιώκτες) εξέφραζε κάτι ευρύτερο: την ευχή και κατάρα των μη προνομιούχων, των «ριγμένων», εκείνων που ενώ σνόμπαραν ακόμα και το... ορεκτικό, κλήθηκαν να πληρώσουν στο ακέραιο το ντελούξ δείπνο συν την αξία του «ρεστοράν», όλων όσοι δεν συμβιβάστηκαν με μια πελατειακή, διαπλεκόμενη, αριβίστικη Ελλάδα.


Εκτός, βέβαια, από την Αριστερά, η μνημονιακή λαίλαπα «ωφέλησε» τη λαϊκή Δεξιά αλλά και τη χάρντκορ Ακροδεξιά. Η Χ.Α. σταθεροποιήθηκε ως «τρίτος πόλος» παρά τη δραματική επιβεβαίωση του εγκληματικού-συμμορίτικου χαρακτήρα της και τις καθυστερημένες, έστω, δικαστικές της διώξεις, ενώ η πρώτη (ΑΝ.ΕΛ.) έγινε κυβερνητική αυτοκόλλητη του ΣΥΡΙΖΑ, καταξιωμένη όσο ποτέ, παρότι εξέλιπε το μνημονιακό δίλημμα που δικαιολογούσε, υποτίθεται, την παράωρη συνύπαρξη. Απόρροια αυτού του «γάμου» είναι εξάλλου και ο ιδιότυπος εθνολαϊκισμός που διαποτίζει τον δημόσιο λόγο αλλά και το δημόσιο... θέαμα (βλέπε Σαλαμίνα).

 

Όμως τα «πακέτα» φαντάζουν ασήκωτα κι αλλήθωρα, η οργή εξακολουθεί να σιγοβράζει και η κυβερνώσα Αριστερά χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ για να πείσει πως δεν προβάρει απλώς πια ρόλο διεκπεραιωτή και «πυροσβέστη», ανυπομονώντας να στεφθεί εκείνη επόμενος «χαλίφης».


Και να 'μαστε τώρα, μέσα Οκτώβρη, να ψηφίζουμε στη Βουλή όχι βέβαια την κατάργηση των δύο προηγούμενων μνημονίων «με έναν νόμο κι ένα άρθρο», όπως υποσχόταν προεκλογικά ο Αλέξης κι ας γνώριζε «τι κούφια λόγια ήσανε αυτά», καταπώς λέει ο ποιητής, αλλά τα δρακόντεια προαπαιτούμενα του τρίτου. Το νέο κυβερνητικό αφήγημα εστιάζει στη μάχη κατά της διαφθοράς, της φοροδιαφυγής και της διαπλοκής –πρόταγμα όλων σχεδόν των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων–, αλλά έλα που κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει... Εφόσον, μας λένε, αντιμετωπιστούν επιτυχώς αυτά τα φαινόμενα, θα αξιολογηθούμε ευμενώς, θα χαρτζιλικωθούμε περαιτέρω και πού θα πάει, θα ανακάμψουμε κάποια στιγμή. Η δεδομένη κοινωνική ευαισθησία της Αριστεράς θα αποτρέψει φαινόμενα ακραίας φτώχειας και πείνας, ενώ το «θεόθεν» ηθικό της πλεονέκτημα εγγυάται θεσμούς, δίκια και δικαιώματα.

 

Αυτό όμως που καταρχάς διαφαίνεται σε μια σειρά από επιλογές προσώπων και πρακτικών είναι αφενός μια «αμοιβαία επωφελής» ανακωχή με τους ολιγάρχες (βιομηχάνους, εργολάβους, τραπεζίτες, εφοπλιστές, μιντιάρχες κ.ά.) συν μία παρασκηνιακή συνδιαλλαγή με τη διαφθορά που αποσκοπεί στο ξαναμοίρασμα της «πίτας», αφετέρου μια ατέρμονη φοροκαταιγίδα που πάλι τους συνήθεις μικρομεσαίους βασικά στοχοποιεί (αυξημένοι ΦΠΑ, διαιώνιση ΕΝΦΙΑ α' κατοικίας, υποχρεωτική χρήση πιστωτικής... οργουελιανών προδιαγραφών, πιθανή πληρωμή ακόμα και μέρους των μισθών σε πλαστικό χρήμα). Ωραίες οι διακηρύξεις περί «μη κομματικοποίησης» του κράτους, αλλά για να αλλάξεις «τσιμεντωμένες» αντιλήψεις και νοοτροπίες χρειάζεσαι βούληση, χρόνο και μόχθο. Έπειτα, πώς μπορείς να πείσεις τον μέσο ικανό νέο να μην ξενιτευτεί, σιχτιρίζοντάς σε σαν τους προκατόχους σου, ή τον μέσο πολίτη (άνεργο, εργαζόμενο, μικροεπιχειρηματία) να συμμεριστεί το αναβαπτισμένο στην κολυμπήθρα της ΤΙΝΑ όραμα; Που προϋποθέτει να δουλεύει –αν δουλεύει– σαν είλωτας μέχρι τα βαθιά του γεράματα (αν σώσει να τα φτάσει) απλώς για να σιτίζεται και, το σημαντικότερο, να μπορεί πρόθυμα να αποπληρώνει ένα σωρό πιθανά κι απίθανα χαράτσια (αυτά ακριβώς που ο νυν πρωθυπουργός μάς παρότρυνε να μην εξοφλούμε). Ή να γίνει κι ο ίδιος, αν δεν είναι ήδη, «αποικία χρέους», ασορτί με τη χώρα, ενόσω οι πραγματικά έχοντες και κατέχοντες απλώς αλλάζουν βαριεστημένα πλευρό στην πολυθρόνα. Όσο για το δικαιωματικό, έχει δρόμο ακόμα...


Κατανοητή, βέβαια, η κόπωση, η απογοήτευση, η πίστωση χρόνου στο «καινούργιο». Και σίγουρα υπάρχει κόσμος –Συριζαίοι και μη– που πιστεύει πραγματικά πως ό,τι καλύτερο (ή... χειρότερο) μπορούσε να γίνει έγινε κι ότι «με αγώνα και συνέπεια» πολλά μπορεί να διορθωθούν. Όμως τα «πακέτα» φαντάζουν ασήκωτα κι αλλήθωρα, η οργή εξακολουθεί να σιγοβράζει και η κυβερνώσα Αριστερά χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ για να πείσει πως δεν προβάρει απλώς πια ρόλο διεκπεραιωτή και «πυροσβέστη», ανυπομονώντας να στεφθεί εκείνη επόμενος «χαλίφης».