Στον Κυριάκο Γιαλένιο αρέσουν τα πυροτεχνήματα. Αρκεί να σκάνε στον ουρανό.

Στον Κυριάκο Γιαλένιο αρέσουν τα πυροτεχνήματα. Αρκεί να σκάνε στον ουρανό. Facebook Twitter
0

Στον Κυριάκο Γιαλένιο αρέσουν τα πυροτεχνήματα. Αρκεί να σκάνε στον ουρανό. Facebook Twitter
Επιχείρησα να γράψω ένα μυθιστόρημα που θα εγκιβώτιζε τα χαρακτηριστικά μιας νουάρ ατμόσφαιρας, δίχως τα διακριτά στρατόπεδα των καλών και των κακών, όπως στα κλασικά αστυνομικά

Χρειάζεται αποστασιοποίηση, κρύο αίμα και χειρουργική ακρίβεια για ν' αποδώσει κανείς όσα ζούμε τα τελευταία χρόνια. Και για τον αναγνώστη δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις, μανιχαϊσμοί, διακριτά δίπολα. Πρέπει να είναι αποφασιστικός. Να επιλέξει, να ρισκάρει, να συμμαχήσει, να εκπλαγεί. Η νοσταλγία μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί μοιάζει δεμένη με την ελπίδα για εκείνη που έρχεται. Κι η εμβόλιμη ποίηση, ένας ελάχιστος φόρος τιμής στους “έρημους και ισχυρούς”. Κι ο έρωτας, μια εκστατική σπείρα, μια περιδίνηση, ένα λαμπερό πυροτέχνημα που μπορεί να σκάσει επάνω σου -εκτός κι αν είσαι (τυχερός, όπως) ο Johnny Cash και η June Carter-.

 

Ο συγγραφέας Κυριάκος Γιαλένιος μιλά για το νέο του βιβλίο “Μονάχα τα νεκρά ψάρια ακολουθούν το ρεύμα” (εκδ. Ψυχογιός), ένα απαιτητικό, πολυεπίπεδο μυθιστόρημα βουτηγμένο σε νουάρ ατμόσφαιρα, γεμάτο ποιητικά στοιχεία, διακειμενικότητα και Johnny Cash. 

―Γιατί ο συγκεκριμένος τίτλος; 

Γιατί όλοι μαζί κι ο καθένας ξεχωριστά, οι ήρωες αυτού του βιβλίου προσπαθούν με κάθε τρόπο -επιθυμητό ή μη, ηθικό ή όχι να επιβιώσουν κόντρα στις καταστάσεις, στους δαίμονες τους, στις λάθος επιλογές που έκαναν κάποτε, παρασυρμένοι από αυταπάτες και λογοτεχνίζοντα πάθη. Ορμώμενοι από την ασίγαστη επιθυμία της δικαίωσης, σπεύδουν ενάντια σε όποιους και ό,τι επιχειρήσει να διακόψει την πορεία τους, ελπίζοντας ότι θα δικαιωθούν και παράλληλα, θα δικαιώσουν και όσους πίστεψαν σ΄ αυτούς. 

―Έχει γραφτεί για το βιβλίο ότι “είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα χωρίς αστυνομικούς”. Συμφωνείς μ' αυτό το σχόλιο; 

Oύτε συμφωνώ, ούτε διαφωνώ. Ας πούμε πως επιχείρησα να γράψω ένα μυθιστόρημα που θα εγκιβώτιζε τα χαρακτηριστικά μιας νουάρ ατμόσφαιρας, δίχως τα διακριτά στρατόπεδα των καλών και των κακών, όπως στα κλασικά αστυνομικά, παραχωρώντας έτσι στον αναγνώστη την ευκαιρία να ταυτιστεί και να επιλέξει σύμμαχους και αντιπάλους, χωρίς να είναι ξεκάθαρο που θα τον οδηγήσει στο φινάλε η επιλογή του. 

―Η (ελληνική) (οικονομική) κρίση δεν ονοματίζεται ποτέ αλλά μάλλον περιγράφεται και αποτελεί τον “χωροχρόνο” μέσα στον οποίο κινούνται οι ήρωες. Στο βιβλίο συναντούμε μια σειρά από πολιτικά και κοινωνικά σχόλια για την σημερινή κατάσταση. Ήθελες να μιλήσεις με έναν πιο έμμεσο τρόπο γι' αυτό; Η ιστορία σου εντάχθηκε σε ένα περιβάλλον κρίσης ή απλώς τοποθέτησες τους ήρωες μέσα σ' αυτό; 

Προσπάθησα να προσεγγίσω ένα ελάχιστο κομμάτι της πραγματικότητας, μέσα από τις πορείες των χαρακτήρων και όχι να καταδείξω την -ενδεχόμενη- κατάπτωσή τους, εξαιτίας αυτής ιδιαίτερης κατάστασης. Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν, τοποθετήθηκαν μέσα σε αυτό το περιβάλλον, και σύντομα γίνεται αντιληπτό ότι οι πράξεις, τα λόγια και οι στόχοι τους, σταδιακά μετατρέπονται σε μια αντανάκλαση της κοινωνικο-οικονομικής κρίσης, μέσα στην οποία κινούνται και επιβιώνουν. Κυνισμός, ελπίδα, σκληρότητα, αισιοδοξία. 

―Υπάρχει λογοτεχνία της κρίσης; 

Αμφιβάλλω εάν οι έως τώρα λογοτεχνικές προσεγγίσεις στο θέμα αρκούν για να χαρακτηριστούν  στο σύνολο τους ως  “λογοτεχνία της κρίσης”. Αντιθέτως, θεωρώ πως όσο εντοιχίζονται οι ζωές μας μέσα σε αυτή την κατάσταση, τόσο πιο ανεπαρκείς θα φαντάζουν οι προσπάθειες όλων μας, να αποδώσουμε με ακρίβεια και ψυχραιμία αυτό που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Χρειάζεται αποστασιοποίηση, κρύο αίμα και χειρουργική ακρίβεια.

“Είναι δυνατόν, επειδή διαλύεται συθέμελα μια περιοχή λόγω εξωγενών παραγόντων, να συμπαρασύρει στην ηθική κατάπτωση και τους κατοίκους της”;  ―“Μονάχα τα νεκρά ψάρια ακολουθούν το ρεύμα”

―Είναι; 

Η αίσθηση μου από τους δρόμους και τις γειτονιές της πόλης στους οποίους περπατώ τα τελευταία είκοσι χρόνια, πως η λεγόμενη ψυχογεωγραφία παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην καθημερινή συμπεριφορά των ανθρώπων. Στην ψυχολογία τους, στη διάθεση τους, στις εκφράσεις και στις εκφάνσεις της ζωής τους. Γιατί αλίμονο, δεν είναι το ίδιο να βγαίνεις από το σπίτι σου και να αντικρίζεις μια σειρά χρεωκοπημένων μαγαζιών να ρημάζουν και στις εσοχές τους να βρίσκουν καταφύγιο άστεγοι, όταν μέχρι πριν λίγα χρόνια στα ίδια εκείνα σημεία, ανθούσε ένας υγιής μικρόκοσμος με ορίζοντα και ελπίδα.  

“...την ενδεχόμενη συντριβή της ζωής του, την παράδοση της ύπαρξής του στην κρίση κάποιων άλλων και τον διαμελισμό της κρυστάλλινης καθημερινότητάς του για μερικές χιλιάδες ευρώ”.  ―“Μονάχα τα νεκρά ψάρια ακολουθούν το ρεύμα”

―Όταν συντρίβονται κυριολεκτικά δεκάδες ζωές καθημερινά, είναι “εστετισμός” ή πολυτέλεια να μιλάμε για βιβλία και αφηγήσεις;

Τα βιβλία, η μουσική, ο κινηματογράφος ήταν, είναι και θα είναι το απάγκιο του ανθρώπου, όσο δύσκολη και αν είναι η εποχή, όσο σκοτεινά κι αν είναι τα χρόνια. Κάθε δημιούργημα ή έργο τέχνης, ταπεινό ή μεγαλόπνοο, συνδέεται με την νοσταλγία μιας περιόδου που πέρασε αλλά και την αχτίδα εκείνης που έρχεται. Καθόλου εστετισμός λοιπόν. Το αντίθετο μάλλον: όλα αυτά αποτελούν ένα καθημερινό ταξίδι σε έναν φανταστικό κόσμο, όπου όλα μπορούν να συμβούν και κυρίως, όλα μπορούν να ξεχαστούν.

  


 

―Τι ρόλο παίζει η ποίηση στο βιβλίο; 

Η ποίηση είναι η μητέρα του γραπτού λόγου. Μέσω αυτής, μυήθηκα για πρώτη φορά στην μαγεία των λέξεων και έκτοτε, παραμένω δέσμιος τους. Μια και δεν διάγω αρκούντως ποιητικό βίο, ώστε να αφιερωθώ στην υπηρεσία της, επέλεξα μια πλάγια μέθοδο για να την τιμήσω. Η ενσωμάτωση λοιπόν των ποιητικών θραυσμάτων στην πλοκή του βιβλίου έχει διττό στόχο: από την μία, δημιουργεί ένα συνεκτικό νήμα που ενώνει, από την πρώτη ως την τελευταία παράγραφο του βιβλίου, δύο από τους βασικούς χαρακτήρες και από την άλλη, είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής προς όλους αυτούς στο όνομα της έζησαν “έρημοι και ισχυροί”.

“-Έχεις ακούσει το Ring of fire; [...] -Το έχω ακούσει. Και λοιπόν; -Ξέρεις για τι μιλάει; -Για την αγάπη; -Ναι, για την αγάπη. Αλλά για ποια αγάπη; Έχει πολλά πρόσωπα. Δαίμονας και άγγελος. Θάνατος και ανάσταση. Τρυφερότητα και πόνος. Ασφάλεια και προδοσία. Η πιο διαδεδομένη εξήγηση λέει ότι το έγραψε η τότε γυναίκα του, επίσης τραγουδίστρια, για να περιγράψει πώς ένιωθε για τον Κας, και απλώς του το παραχώρησε. Ένας φίλος του δήλωσε πρόσφατα σε μια συνέντευξη ότι τη σύνθεση του τραγουδιού την είχε ονειρευτεί ο ίδιος ο Κας αλλά την ξέχασε και ξαναήρθε στην επιφάνεια της συνείδησής του έξι μήνες αργότερα, όταν άκουσε έναν μαριάτσι να παίζει μουσική σε μια κωμόπολη του Μεξικού -μάλλον από εκεί όπου προμηθευόταν τις αμφεταμίνες του-, και υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή την οποία αποτύπωσε στα απομνημονεύματά της μια πρώην ερωμένη του και ισχυρίζεται ότι τίποτε απ' όλες αυτές τις ρομαντικές μπούρδες δεν ισχύει. Ο Κας το σκαρφίστηκε την εποχή που κοιμόταν και ξυπνούσε αγκαλιά με ένα μπουκάλι Bourbon και μια σακούλα χάπια σε μια απόπειρα να περιγράψει ένα συγκεκριμένο ανατομικό σημείο του γυναικείου σώματος”. ―“Μονάχα τα νεκρά ψάρια ακολουθούν το ρεύμα”

―Ποια εκδοχή επιλέγεις για την ιστορία του “Ring of fire”; 

Την πιο ποιητική, για να συνεχίσω από εκεί που σταμάτησε η προηγούμενη ερώτηση! Ο Cash, η μουσική του και οι στίχοι του είναι ένα αμάλγαμα των παθών του, των επιρροών που ενστάλαξε μέσα του η ανατροφή του σε θρησκόληπτες περιοχές του αμερικάνικου νότου -και αναμφίβολα η αντίδραση σε αυτές καθώς μεγάλωνε- το ανοιχτό τραύμα του χαμού του αδερφού του σε μικρή ηλικία, τα ερωτικά του αδιέξοδα -μέχρι που γνώρισε την Τζουν τουλάχιστον- και η αγάπη του για τους παρίες και τους απόκληρους. 

  

―Στο βιβλίο εμφανίζεται κάποια στιγμή ο Ντελόν, ήρωας του πρώτου βιβλίου σου, της “Νόσου των εραστών”. Πώς προέκυψε αυτή η επιλογή; Και γιατί ο συγκεκριμένος ήρωας;

Ήταν μια συνειδητή επιλογή, η οποία είχε ληφθεί σχεδόν από την αρχή της συγγραφής του βιβλίου. Μου ταίριαζε σαν ιδιοσυγκρασία και μορφή, ήταν ήδη ελαφρώς στραπατσαρισμένος αλλά αρκούντως γοητευτικός, επικαλέστηκα αυθαίρετα και το παιγνιώδες της λογοτεχνίας και της διακειμενικότητας, κι έτσι πήρε την θέση του και σε αυτές τις σελίδες. Πριν προλάβει κάποιος να με κατηγορήσει για τυχοδιωκτισμό, σπεύδω να ξεκαθαρίσω ότι προφανώς και δεν υπάρχει καμιά σύνδεση με τη “Νόσο των Εραστών”. Τα βιβλία διαβάζονται αυτόνομα. Μόνο για οκνηρία μπορώ να κατηγορηθώ, μια και δεν χρειάστηκε να οικοδομήσω απ’ το μηδέν το συγκεκριμένο πρόσωπο. 

  

“... Και οι στομωμένες λάμες μαχαιριών μοναδικά τεκμήρια του πάθους. Γιατί ανώδυνα δε δένονται οι μοίρες. Αναίμακτα δεν μπαίνεις στον παράδεισο”.  ―“Μονάχα τα νεκρά ψάρια ακολουθούν το ρεύμα”

―Ο πόνος είναι αναπόσπαστο κομμάτι κάθε ερωτικής ιστορίας; 

Άλλοτε σε μικρότερες και άλλοτε σε μεγαλύτερες δόσεις, ναι, νομίζω ότι είναι. Μακριά από μελοδραματισμούς και ακραίες συμπεριφορές, μια ερωτική ιστορία δεν παύει να είναι ένα εξουθενωτικό δούναι και λαβείν μεταξύ δύο, ως επί το πλείστον, άγνωστων μεταξύ τους ανθρώπων, οι οποίοι έως ότου καταφέρουν να γνωρίσουν τα όρια και τις (α)γωνίες του άλλου, δοκιμάζονται, αντιδρούν, απελπίζονται και λυτρώνονται.

  

“Αλλά υπάρχουν κάποια πυροτεχνήματα, που ενώ προετοιμάζονται για μήνες για να φωτίσουν με τον πιο φανταχτερό τρόπο τον ουράνιο θόλο, και αφού διασχίσουν εντυπωσιακά τη διαδρομή στους αιθέρες μέχρι το προκαθορισμένο σημείο, μια ανούσια λεπτομέρεια -λίγη υγρασία, μια χούφτα σκόνη- φτάνει για να τα κάνει να πέσουν σκοτεινά και αδρανή στο σημείο από το οποίο με τόσες φιλοδοξίες είχαν εκτιναχθεί”.  ―“Μονάχα τα νεκρά ψάρια ακολουθούν το ρεύμα”

―Μπορεί ο έρωτας να είναι κάτι άλλο, πέρα από πυροτέχνημα; Είναι κατ’ ανάγκη αρνητικό αυτό;

Η καλειδοσκοπική, πολύχρωμη και εκστατική σπείρα στην οποία βουλιάζουν άπαντες την όψιμη περίοδο ενός νεότευκτου έρωτα, παραμένει ένα από τα έντονα και ηλεκτρισμένα συναισθήματα που  θα βιώσει κάποιος στην διάρκεια της ζωής του. Πολλές φορές είναι τέτοια η ένταση τους που κατά κάποιο τρόπο καταλήγουν να παρακάμπτουν την σημασία του χρόνου, συμπυκνώνοντας με τέτοιο τρόπο στιγμές και βλέμματα που ο χρόνος χάνει κάθε έννοια και η σπουδαιότητα των στιγμών ανατροφοδοτείται αέναα. Ένα λαμπερό πυροτέχνημα δεν έχει τίποτα το αρνητικό. Αρκεί να σκάσει στον ουρανό…

__________

*Ο Κυριάκος Γιαλένιος ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Το πρώτο του βιβλίο “Η νόσος των εραστών”, κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις Μελάνι.

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η (διαρκώς) απρόβλεπτη ζωή και έργο της Αν Κάρσον

Βιβλίο / Αν Κάρσον: «Οι άνθρωποι που αγαπάμε, ποτέ δεν είναι όπως τους επιθυμούμε»

Η Καναδή συγγραφέας, που τιμήθηκε με το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας, άλλαξε τον χάρτη των παγκόσμιων γραμμάτων με την ξεχωριστή γραφή της. Κινήθηκε με απαράμιλλη άνεση ανάμεσα στην ποίηση, το δοκίμιο και το λιμπρέτο, πλάθοντας ένα προσωπικό λογοτεχνικό σύμπαν, όπου η ειρωνεία συνυπάρχει με την ομορφιά και το προσωπικό πένθος συνομιλεί με την οδύνη των κλασικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Βιβλίο / Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Στην «Εκλεκτή των θεών», η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας εμπνέεται από τον βίαιο εκχριστιανισμό της Ευρώπης, και γράφει ένα πρωτότυπο, σκωπτικό και συγκινητικό μυθιστόρημα για την εξουσία και την εμμονή που οδηγεί στο ιδεολογικό μίσος.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Βιβλίο / Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας, η ψυχίατρος-αναλύτρια και συγγραφέας εξηγεί τι είναι το νέο γήρας και πώς μπορούν οι ηλικιωμένοι σήμερα να καταρρίψουν τα στερεότυπα, να εξέλθουν από την κοινωνική απομόνωση και να διεκδικήσουν όλα όσα επιθυμούν και τους αξίζουν. 
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Γιώργος Χωματηνός: «Οι Βρίκελοι είμαστε εμείς, οι ζωντανόνεκροι της ιστορίας»

Βιβλίο / Ο Γιώργος Χωματηνός έγραψε ένα βιβλίο για τους βρικόλακες της ιστορίας: εμάς

Οι «Βρίκελοι» είναι ένα μυθιστόρημα-επίτευγμα, όπου, με συναρπαστική γλώσσα και μοναδικό ρυθμό, συναντιούνται το δημοτικό τραγούδι, η αρχαία τραγωδία, η λαϊκή και λόγια παράδοση, σε ένα έργο που μιλά για μια κοινωνία που έχει χάσει την αίσθηση του συνανήκειν.
M. HULOT
Βερένα Κέσλερ: «Υπάρχουν πράγματι πολλά κοινά μεταξύ της κουλτούρας των ναρκωτικών και αυτής των αναβολικών και των λογής συμπληρωμάτων διατροφής»

Βιβλίο / Βερένα Κέσλερ: «Όσο πιο πολλά “άψογα” σώματα βλέπεις, τόσο νιώθεις ότι το δικό σου υστερεί»

Η Γερμανίδα συγγραφέας που γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το «Γυμναστήριο», ένα μυθιστόρημα-θρίλερ για την εμμονή με την αυτοβελτίωση και την κουλτούρα της γυμναστικής, μιλά στη LiFO. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Βιβλίο / Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Ο κορυφαίος Κουβανός συγγραφέας μάς ξεναγεί στην πόλη που αγάπησε βαθιά και αρνήθηκε να εγκαταλείψει. Στη συναρπαστική «Αβάνα» του, τη δείχνει τραυματισμένη αλλά και ακατάλυτη, να αντιστέκεται πεισματικά στη λήθη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Τι θα κάνατε αν βρίσκατε 350.000 ευρώ;

Το πίσω ράφι / Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ρωτά: Τι κάνεις αν βρεις 350.000 ευρώ;

Στο μυθιστόρημά του «Η πόλη και η σιωπή», ο διακεκριμένος συγγραφέας αφηγείται την ιστορία ενός σκληρά δοκιμαζόμενου ανθρώπου που παλεύει να διαφυλάξει την ακεραιότητά του, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026)

Guest Editors / Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026): Η γυναίκα που μελέτησε πώς πενθούν οι Έλληνες

Καθηγήτρια επί δύο δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, προτού διαδεχθεί τον Γιώργο Σαββίδη στην Έδρα Σεφέρη του Χάρβαρντ, η επιδραστική ερευνήτρια της ελληνικής γραμματείας έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή, αφήνοντας μια σπουδαία παρακαταθήκη.
ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗΣ
Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Βιβλίο / Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Λίγο προτού έρθει στην Ελλάδα, ο σπουδαίος Βρετανός συγγραφέας μιλά αποκλειστικά στη LiFO για το νέο του μυθιστόρημα «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική αλλαγή, τη μνήμη και τους νέους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ