Η Μεταπολίτευση αποκατέστησε την αλήθεια.


Μας έδωσε το δικαίωμα να είμαστε ο εαυτός μας. Οι άνθρωποι ελευθερώθηκαν από τα βαρίδια του παρελθόντος κι ένα κύμα ριζοσπαστισμού σάρωσε τη χώρα απ' άκρη σ' άκρη. Η ξαφνική ανάσα ελευθερίας άνοιξε την όρεξη όχι μόνο σε πολιτικές ή κλαδικές διεκδικήσεις αλλά και σε επιτακτικές προσωπικές απαιτήσεις.


Ένας αγχώδης αγώνας δρόμου.


Μια πρεμούρα να τα προλάβουμε όλα όσα έγιναν στον υπόλοιπο κόσμο ερήμην μας.


Πότε καλυμμένα από κάποιον ιδεολογικό μανδύα, πότε όχι, κυριάρχησαν ξέφρενη δίψα για ελευθερία, δικαιώματα, πολιτικές αλλαγές, προσωπική ανάδειξη, φεμινισμό, ερωτική ελευθερία, χρήμα, απολαύσεις. Όλα αυτά που μερικά χρόνια αργότερα θα κατέληγαν σε ανεξέλεγκτο εκτραχειλισμό.


Το δεσποτικό οικοδόμημα της μετεμφυλιακής περιόδου είχε διαλυθεί. Η χώρα από ασπρόμαυρη γινόταν έγχρωμη.


Έγινε μια επανάσταση ηθών.


Μια αναδιανομή εξουσίας ακόμα και μέσα στην ίδια την οικογένεια. Ο πατέρας κέρβερος βρέθηκε στο κενό. Τα νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, κέρδισαν μια αυτονομία πρωτόγνωρη. Αφεντικά, αστυνόμοι, παπάδες, δάσκαλοι, βρέθηκαν ξαφνικά με κουτσουρεμένη την εξουσία και το κύρος της αυθεντίας.


Η καταπίεση είχε τινάξει το καπάκι.


Τα μυαλά είχαν φουσκώσει. Τα θέλαμε όλα.Τα πολιτικά κόμματα αποδύθηκαν σε πλειοδοσία υποσχέσεων.


Η κόντρα μεταξύ οργανώσεων της αριστεράς ήταν μεγάλη. Λίγοι ήταν οι ακραίοι, οι φανατικοί που υπήρχαν σε όλο το φάσμα της πολυδιασπασμένης αριστεράς. Δυστυχώς αυτοί έδιναν τον τόνο.


Είχε φίλους σε όλες τις τάσεις.


Οι περισσότεροι είχαν αποφύγει την εγκεφαλική ζημιά. Τα έπιναν παρέα και πειράζονταν άκακα μεταξύ τους. Σαν να υποστήριζαν διαφορετικές ποδοσφαιρικές ομάδες.

 

Όταν πέθανε ο Μάο Τσε Τουνγκ όλες οι εφημερίδες είχαν την είδηση πρωτοσέλιδη. Εκτός από μία που λόγω κόντρας με το κινέζικο κόμμα την είχε περάσει στα ψιλά. Κάποιος φίλος του, ανάρχα, τηλεφώνησε σε έναν άλλον φίλο οπαδό του κόμματος:

- Επειδή διαβάζεις μόνο Ριζοσπάστη, θέλω να σε πληροφορήσω ότι ο Μάο πέθανε.


Το πολιτικό μεθύσι κυριαρχούσε. Με τα ωραία του και με τους εμετούς του.


Μπαίνει σε κεντρικό σινεμά με δυο φίλους του, γνωστούς αριστερούς κινηματογραφιστές, να παρακολουθήσουν σε πρώτη προβολή τον «Νονό» του Κόπολα. Στο πρώτο εικοσάλεπτο της ταινίας τους παρατάει και πάει δυο σειρές πιο πίσω μην τους ακούει. Αυτός έχει μαγευτεί από το αριστούργημα κι εκείνοι δυσανασχετούν με την «αμερικανιά», το «χολιγουντιανό κατασκεύασμα» και άλλα τέτοια. Το είχαν καταδικάσει πριν το δουν.


Μάλλον είναι πιο εύκολο να υπερασπίζεσαι κάποιες αρχές, παρά να τις τηρείς ο ίδιος. Ένιωθε ευτυχής που δεν είχε φάει την ένεση της τύφλας σε ό,τι δεν είναι «δικό μας», στους απέναντι γενικά, τους «άλλους».


Άνθρωπος που μισεί είναι μισερός. Είναι τελειωμένος.

 

***

 

Η Μεταπολίτευση είναι γένους θηλυκού.


Είχε ομορφιά, αισιοδοξία, γονιμότητα, ελπίδα. Και η πιο μεγάλη από τις μεγάλες αλλαγές που έφερε ήταν ασφαλώς η γυναικεία χειραφέτηση.


Τα κορίτσια βγήκαν από τη σκιά που τις περιόριζαν εκ γενετής και διεκδίκησαν το αυτεξούσιο της ζωής τους. Προέλασαν γενναία στον αντρικό κόσμο κάμπτοντας κάθε αντίσταση.


Ένας φόρος τιμής αξίζει στα κορίτσια των οργανώσεων.


Αυτές πρώτες σπάνε τα δεσμά και ζουν τα νιάτα τους σαν έπος: διαδηλώνουν, τραγουδάνε, πίνουν, καπνίζουν, ερωτεύονται, χορεύουν, βγάζουν λόγους, τσαμπουκαλεύονται, απαιτούν, γράφουν συνθήματα, απεργούν, ξενυχτάνε.


Ήταν χάρμα να τις βλέπεις, καθώς ξεχώριζαν αμέσως με το δικό τους στιλ ντυσίματος: λίγο έθνικ, λίγο χίπις και πολλή απελευθέρωση.


Το ερωτικό big bang που ακολούθησε ήταν αποκλειστικά δικό τους δημιούργημα. Σκόρπισαν μύθους, ταμπού, τυραννίες, καθωσπρεπισμούς.

 

Οι άνθρωποι απελευθερωμένοι δόθηκαν στους έρωτες σαν νεοφώτιστοι.


Τα πρώτα χρόνια δεν είχε πολλά μαζί τους.

 

Όσο διαρκούσε ο επαναστατικός πυρετός, αλλού εκείνες, αλλού αυτός. Από τους οργανωμένους φίλους του μάθαινε ότι κι εκεί οι έρωτες καλά κρατούσαν με τους αρσενικούς αντιστασιακούς σε πρώτη ζήτηση.


Πάνω στον μεγάλο αναβρασμό, είδε τη Μολτ από τη Φιλοθέη με τα πιο ωραία μπούτια των Βορείων Προαστίων. Την έλεγε έτσι επειδή έπινε μόνο malt ουίσκι όταν δεν το ήξερε ακόμα κανείς. Ένα φιλντισένιο κορίτσι με πόδια λεία, σφιχτά κιολοστρόγγυλα σαν μαρμάρινες κολόνες.


Πάντα λίγο τρελή κι ασυμμάζευτη.


Δικτατορία ήταν κι αυτή για την πλάκα της έκανε οτοστόπ στα περιπολικά της Αστυνομίας.


− Μήπως πας Γλυφάδα;

− Μέσα θέλεις να σε πάω;

− Θα μου βάλεις και χειροπέδες; Έεελα... Πες μου ναι, μην είσαι ντροπαλός.


Την πέτυχε στην Ακαδημίας στις αφετηρίες των λεωφορείων. Αγνώριστη η Μολτ. Εντελώς αλλαγμένη. Άβαφη με μακριά ινδική φούστα, ζιπούνι και τα μαλλιά αχτένιστα στους ώμους.


Είχε προσχωρήσει στην επανάσταση.


Καθόταν πίσω από ένα μικρό τραπέζι τίγκα φυλλάδια και αφισέτες ενός αριστερού γκρουπούσκουλου.


Πούλαγε κουπόνια ενίσχυσης.


Κάθε τόσο έπιανε μια ντουντούκα και φώναζε για τη συγκέντρωση διαμαρτυρίας στα Προπύλαια που θα γινόταν το ίδιο βράδυ.
Είχε μαζί της την οικειότητα ανθρώπων που έχουν έρθει πολύ κοντά κάμποσες φορές.


− Τι κάνεις εσύ εδώ; της λέει ξαφνιασμένος.


Τον κοίταξε ανέκφραστη σαν να μην τον ήξερε.

 

− Σύντροφε, θα πάρεις κουπόνι; του κάνει άχρωμα.

− Σ' έχει δει γιατρός;


Ένας όψιμος Τσε Γκεβάρα πλάι της, με γένια και αμπέχονο, πήρε τον λόγο.

 

− Τι τρέχει, ρε φίλε;

− Τίποτα δεν τρέχει, τη ρώταγα για μολτ.

− Τι 'ν' αυτό;

− Αν θέλει, θα σου πει.


Μετά από χρόνια την άκουσε για στιχουργό.