Έξι βιβλία - ορόσημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας επανακυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Ψυχογιός με νέες μεταφράσεις και επίμετρα από σημαντικούς βιβλιοκριτικούς. Ένα πολύ ενδιαφέρον εκδοτικό εγχείρημα που απαντά στη διαρκή ανάγκη του αναγνωστικού κοινού να επιστρέφει στους κλασικούς.

 

Σχολιάζει για τη σειρά που κυκλοφορεί στις 21/3 αλλά και για την ανάγκη να διαβάζει το νέο κοινό τους κλασικούς ο επιμελητής της Ηλίας Μαγκλίνης:

 

«Κάποτε ρώτησαν τον μεγάλο βιολοντσελίστα Πάμπλο Καζάλς αν θα μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του ακούγοντας μόνο Μπαχ. "Όχι, δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου μόνο με τον Μπαχ", αποκρίθηκε. "Ωστόσο, δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς τον Μπαχ".

 

Αυτό είναι το πνεύμα που πρεσβεύουν τα βιβλία της σειράς που κρατάτε στα χέρια σας: πως όσο κι αν περιπλανηθούμε ως αναγνώστες, υπάρχει μια ζωτική, αρχέγονη πηγή από την οποία δε θα πάψουμε να αντλούμε απόλαυση. Και αυτή η πηγή είναι το κλασικό – εν προκειμένω, η κλασική λογοτεχνία, οι μεγάλοι κλασικοί συγγραφείς.

 

Άραγε, το κλασικό μπορεί να είναι σέξι, για να χρησιμοποιήσουμε τη φρασεολογία του συρμού; Φυσικά και μπορεί! Τι σημαίνει όμως "κλασικό" – και τι επίσης σημαίνει "σέξι";

 

Λοιπόν, το κλασικό συμβολίζει το αιώνιο μέσα μας. Το κλασικό είναι πατρίδα, είναι φωλιά, είναι η εστία στην οποία πάντοτε επιστρέφουμε. Είναι αφετηρία και προορισμός ταυτόχρονα. Το κλασικό όμως δεν είναι μουσειακό είδος, δεν είναι μαυσωλείο· αντίθετα, είναι ζωντανή, ρέουσα ύλη, πνευματική βιταμίνη, ελιξίριο ζωής. Γι' αυτό είναι και σέξι. Δηλαδή; Μα το αέναα ερεθιστικό, το λοξό, το ατμοσφαιρικό, το υγρό και παλλόμενο, ψίθυρος και κραυγή μαζί, αφρισμένο κύμα και γαλήνια θάλασσα συνάμα.

 

Η σειρά "Τα Κλασικά", με νέες, σύγχρονες μεταφράσεις, κατατοπιστικά εισαγωγικά σημειώματα και επιλεγμένα επίμετρα, φιλοδοξεί να αναδείξει την ανάγνωση ως μια τέχνη της απόλαυσης. Διότι το κλασικό είναι πρόκληση και ίντριγκα μαζί». 

 

Στη σειρά περιλαμβάνεται και το αριστούργημα του Χένρι Τζέημς «Το Στρίψιμο της Βίδας». Έργο αναφοράς με διαχρονική επίδραση, Το στρίψιμο της βίδας αγαπήθηκε πολύ, καθώς συνδυάζει με μαεστρία τη λεπτότητα και το βάθος του κλασικού με τη σαγήνη και την αγωνία ενός θρίλερ.

 

Όχι τυχαία, μεταφέρθηκε πολλές φορές στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση και έγινε όπερα, επηρέασε τον Τζόζεφ Κόνραντ όταν έγραφε την Καρδιά του σκότους, αλλά και τον Χιλιανό σκηνοθέτη Αλεχάντρο Αμενάμπαρ, όταν το 2001 γύριζε την εκπληκτική ταινία Οι άλλοι με πρωταγωνίστρια τη Νικόλ Κίντμαν.

 

Η αλήθεια είναι ότι, φτάνοντας στο τέλος της εμβληματικής νουβέλας μυστηρίου του Χένρι Τζέιμς, κάθε αναγνώστης δίνει τη δική του απάντηση, αλλά η διαδρομή ως εκεί είναι ανατριχιαστικά απολαυστική.

 

Το εξώφυλλο της νέας έκδοσης
Το εξώφυλλο της νέας έκδοσης

 

Η παρούσα έκδοση, σε νέα μετάφραση, περιλαμβάνει εισαγωγικό σημείωμα της μεταφράστριας Τόνιας Κοβαλένκο και ένα δοκίμιο του σημαντικού σύγχρονου Ιρλανδού συγγραφέα και μελετητή του Τζέιμς, Κολμ Τομπίν. Διαβάζουμε πιο κάτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: 

 

Πριν καλά καλά απλώσει το φως του στο δωμάτιό μου το καινούργιο ξημέρωμα, άνοιξα τα μάτια και είδα πλάι μου την κυρία Γκρόουζ, που είχε έρθει με ακόμη χειρότερα νέα. Η Φλώρα είχε ανεβάσει πυρετό και ίσως να τη γυρόφερνε κάποια αρρώστια· ήταν εξαιρετικά ανήσυχη όλη τη νύχτα, μια και την κρατούσαν ξάγρυπνη φόβοι που δεν αφορούσαν ούτε στο ελάχιστο την προηγούμενη γκουβερνάντα της μα εξ ολοκλήρου την τωρινή. Δεν την τρόμαζε η πιθανή επανεμφάνιση της δεσποινίδας Τζέσελ στο προσκήνιο – καταφερόταν συγκεκριμένα και με πάθος εναντίον της δικής μου παρουσίας. Πετάχτηκα βιαστικά απ’ το κρεβάτι, έχοντας ένα σωρό πράγματα να ρωτήσω – ιδίως επειδή διέκρινα ότι η φίλη μου ήταν έτοιμη να συνεργαστεί ξανά μαζί μου. Αυτό το κατάλαβα όταν ζήτησα εμμέσως τη γνώμη της για την ειλικρίνεια του παιδιού σε αντίθεση με τη δική μου. «Επιμένει να αρνείται ότι είδε κάτι, είτε χθες είτε οποιαδήποτε άλλη φορά;»

 

Η επισκέπτριά μου φάνηκε ιδιαίτερα προβληματισμένη. «Αχ, δεσποινίς, δε γίνεται να την πιέσω πάνω σ’ αυτό το θέμα! Πρέπει, όμως, να ομολογήσω ότι δε χρειάστηκε κιόλας. Αυτή η ιστορία σαν να τη γέρασε απότομα, απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια».

 

«Α, τη βλέπω μπροστά μου ολοκάθαρα! Δεν μπορεί με τίποτα στον κόσμο να ανεχτεί, λες κι είναι κανένα υψηλά ιστάμενο πρόσωπο, την παραμικρή αμφισβήτηση της ειλικρίνειας και της εντιμότητάς της. “Ενώ η δεσποινίς Τζέσελ, φυσικά – αυτή!” Αυτή είναι “αξιοπρεπής” για το ψηλομύτικο! Η εντύπωση που μου έκανε χθες, σε βεβαιώνω, ήταν η πιο αλλόκοτη απ’ όλες: δεν την έχω ξαναδεί ποτέ έτσι. Ήταν γιατί την πάτησα εκεί όπου πονούσε! Δεν πρόκειται να μου ξαναμιλήσει».

 

Σκοτεινά κι απαίσια όπως ήταν όλα αυτά, βύθισαν για λίγο την κυρία Γκρόουζ στη σιωπή. Ύστερα, συμφώνησε μαζί μου με μια αμεσότητα που, όπως θα διαπίστωνα, έκρυβε περισσότερα πίσω της. «Θαρρώ, δεσποινίς, ότι πράγματι δε θα σας ξαναμιλήσει ποτέ. Να βλέπατε με τι σπουδαίο ύφος το έλεγε!»

 

«Κι αυτό το σπουδαίο ύφος», συνόψισα εγώ, «είναι ουσιαστικά το πρόβλημά της ετούτη τη στιγμή».

 

Να ήταν μόνο το ύφος της! σαν να έλεγε το πρόσωπο της επισκέπτριάς μου. «Με ρωτάει κάθε τρεις και λίγο μην τυχόν σας ακούω να έρχεστε».

 

«Μάλιστα, μάλιστα». Κι εγώ, πάντως, απ’ τη μεριά μου, δεν είχα καμιά όρεξη να τη δω. «Σου έχει αναφέρει από χθες –εκτός απ’ το να αρνηθεί κάθε σχέση με κάτι τόσο φρικτό– οτιδήποτε σχετικά με τη δεσποινίδα Τζέσελ;»

 

«Ούτε λέξη, δεσποινίς. Κι όπως ξέρετε, βεβαίως», συμπλήρωσε η συνάδελφός μου, «στη λίμνη εγώ δέχτηκα ό,τι μου είπε, πως δηλαδή την ώρα εκείνη τουλάχιστον δεν υπήρχε κανένας».

 

«Το ξέρω! Και φυσικά εξακολουθείς να το δέχεσαι».

 

«Δεν της φέρνω αντίρρηση. Τι άλλο μπορώ να κάνω;»

 

«Απολύτως τίποτα! Έχεις απέναντί σου ένα παιδί πανέξυπνο. Τα έκαναν –οι δυο τους φίλοι, εννοώ– ακόμη πιο έξυπνα απ’ ό,τι τα έφτιαξε η φύση· γιατί ήταν πλασμένα από θαυμάσιο υλικό που εξυπηρετούσε τον σκοπό τους! Η Φλώρα έχει πλέον το πάτημά της, και θα το εκμεταλλευτεί ως το τέλος».

 

«Ναι, δεσποινίς – αλλά ποιο τέλος;»

 

«Μα ώσπου να με καταδώσει στον θείο της. Θα με περιγράψει σ’ αυτόν σαν το ελεεινότερο πλάσμα…!»

 

Ταράχτηκα, βλέποντας την εικόνα να καθρεφτίζεται στο πρόσωπο της κυρίας Γκρόουζ· πήρε μια έκφραση σαν να τους φανταζόταν κιόλας να μιλάνε. «Και σας έχει σε τέτοια υπόληψη εκείνος!»

 

«Έχει, όμως, κι έναν περίεργο τρόπο – όπως συνειδητοποιώ τώρα», είπα γελώντας, «να το δείχνει! Αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Εκείνο που θέλει φυσικά η Φλώρα είναι να με ξεφορτωθεί».

 

Η σύντροφός μου βρήκε το θάρρος να συμφωνήσει. «Δε θέλει να σας ξαναδεί στα μάτια της».

 

«Εσύ, λοιπόν, ήρθες τώρα εδώ για να με ξαποστείλεις άρον άρον;» ρώτησα. Προτού, όμως, προλάβει να απαντήσει, τη διέκοψα. «Έχω μια καλύτερη ιδέα – κατέληξα σ’ αυτή έπειτα από πολλή σκέψη. Το να φύγω φαινόταν πως είναι το σωστότερο πράγμα, και την Κυριακή κόντεψα σχεδόν να το κάνω. Ωστόσο, δε θα ωφελούσε σε τίποτα. Εσύ πρέπει να φύγεις – παίρνοντας τη Φλώρα μαζί σου».

 

Η επισκέπτριά μου έδειξε να το σκέφτεται. «Ναι, αλλά πού να…»;

 

«Μακριά από δω. Μακριά από αυτούς. Και μακριά, έτσι όπως έχουν τα πράγματα, από μένα. Κατευθείαν στον θείο της».

«Μόνο και μόνο για να σας κακολογήσει…;»

 

«Όχι, όχι “μόνο” γι’ αυτό. Για να μ’ αφήσετε κι εμένα με το αντίδοτό μου».

 

Εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει. «Και ποιο είναι το αντίδοτό σας;»

 

«Πρώτον, η δική σου αφοσίωση. Κι ύστερα, αυτή του Μάιλς».

 

Με κοίταξε καλά καλά. «Πιστεύετε ότι…;»

 

«Δε θα στραφεί εναντίον μου, αν του δοθεί η ευκαιρία; Ναι, τολμώ να το πιστεύω ακόμα. Όπως και να ’χει, θέλω να κάνω μια προσπάθεια. Πάρε την αδελφή του να φύγετε το γρηγορότερο, κι άφησέ με μόνη μαζί του».

 

Είχα εκπλαγεί και η ίδια με τα αποθέματα ενέργειας που ακόμη διέθετα, και ίσως γι’ αυτό να με ενόχλησε λιγάκι παραπάνω το γεγονός ότι εκείνη, παρόλο που της το είχα μόλις αποδείξει, συνέχιζε να διστάζει. «Έχε, ασφαλώς, υπόψη σου», πρόσθεσα, «ότι πριν φύγει δεν πρέπει να ιδωθούν οι δυο τους ούτε για τρία δευτερόλεπτα». Τότε, όμως, σκέφτηκα ότι, παρά την υποτιθέμενη απομόνωση της Φλώρας μετά την επιστροφή της από τη λίμνη, αυτό μπορεί να είχε ήδη συμβεί. «Μη μου πεις», ρώτησα με αγωνία, «ότι συναντήθηκαν;»

 

Την είδα τώρα να φουντώνει.

 

«Α, δεσποινίς, δεν είμαι δα τόσο χαζή! Δυο τρεις φορές που χρειάστηκε να την αφήσω, έμεινε μαζί με μια από τις καμαριέρες, και τώρα που μιλάμε, παρόλο που είναι μόνη, έχω κλειδωμένη την πόρτα. Όμως, και πάλι… και πάλι!» Δεν της φαίνονταν τόσο απλά τα πράγματα.

«Όμως, τι;»

«Είστε τόσο σίγουρη για τον μικρό κύριο;»

 

«Για κανέναν δεν είμαι σίγουρη εκτός από σένα. Αλλά χθες το βράδυ ξύπνησε μέσα μου μια καινούργια ελπίδα. Έχω την εντύπωση ότι θέλει να μου ανοιχτεί. Πιστεύω ότι –το καημένο, το χρυσό μου παλιόπαιδο!– θέλει να μιλήσει. Χθες βράδυ κάθισε μαζί μου επί δυο ώρες στο φως του τζακιού και στη σιωπή, λες κι από στιγμή σε στιγμή θα μιλούσε».

 

Η κυρία Γκρόουζ κοίταξε σκεφτικά απ’ το παράθυρο το γκρίζο συννεφιασμένο χάραμα. «Και το έκανε;»

 

«Όχι, όσο κι αν περίμενα, ομολογώ ότι δεν το έκανε, και τελικά, δίχως να σπάσει η σιωπή, δίχως να κάνει εκείνος την παραμικρή νύξη για την κατάσταση ή την απουσία της αδελφής του, είπαμε καληνύχτα με ένα φιλί. Παρ’ όλ’ αυτά», συνέχισα, «αν είναι να τη δει ο θείος της, δεν μπορώ να επιτρέψω να δει και τον αδελφό της, προτού να έχω δώσει στον μικρό λίγο περισσότερο χρόνο – κυρίως επειδή πήραν τόσο άσχημη τροπή τα πράγματα».

 

Η φίλη μου έδειξε σε αυτό το σημείο μια απροθυμία που δυσκολεύτηκα να ερμηνεύσω. «Τι εννοείτε λίγο περισσότερο χρόνο;»

 

«Ε, μια δυο μέρες – για να τον κάνω να ανοιχτεί. Ύστερα, θα ταχθεί με το μέρος μου – και καταλαβαίνεις πόσο σημαντικό θα είναι κάτι τέτοιο. Αν δεν καταφέρω τίποτα, το πολύ πολύ θα έχω αποτύχει, κι εσύ, στη χειρότερη περίπτωση, θα με έχεις βοηθήσει με το να κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς να κάνεις φτάνοντας στην πόλη». Έτσι της το έθεσα, μα εκείνη εξακολούθησε για λίγο να δείχνει τόσο χαμένη σε διάφορες σκέψεις, που χρειάστηκε πάλι να επέμβω. «Εκτός, βέβαια», είπα, «αν κατά βάθος δε θέλεις να φύγεις».

 

Το είδα τότε στο πρόσωπό της πως το αποφάσισε: μου έδωσε το χέρι της σαν υπόσχεση. «Θα φύγω – θα φύγω. Θα φύγω σήμερα το πρωί».