Γιατί σας απασχόλησε η περίοδος της Κατοχής; Πόσο άγνωστη θεωρείτε ότι είναι στις νεότερες γενιές που μεγάλωσαν μετά τη δεκαετία του '80;

Η εποχή της Κατοχής είναι τόσο κοντινή για εμάς όσο και μακρινή. Αν και η απόσταση που μας χωρίζει είναι μόνο μερικές δεκαετίες, πολλά γεγονότα της δραματικής αυτής περιόδου παραμένουν άγνωστα στο ευρύ κοινό. Με το σκεπτικό αυτό, δηλαδή να μάθω τι συνέβη την εποχή του μεγάλου λιμού που έπληξε την Αττική κατά κύριο λόγο αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα τον χειμώνα του 1941-1942, ξεκίνησα την έρευνά μου. Ήθελα να πληροφορηθώ το πώς οι πολίτες μάχονταν να επιβιώσουν σε συνθήκες απόλυτης πείνας, πώς λειτουργούσαν τα κυκλώματα που θησαύριζαν από τη μαύρη αγορά και ποιοι ήταν αυτοί που προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν την ανοιχτή πληγή του λιμού. Το έλλειμμα γνώσης για την κατοχική Ελλάδα παραμένει μεγάλο και όχι μόνο για τις νεότερες γενιές. Ιδίως η φονική περίοδος του λιμού έχει περάσει στη λήθη, ενδεχομένως διότι ακολουθήθηκε από τα δεινά του Εμφυλίου, μετά από τον οποίο όλοι ήθελαν να ξεχάσουν τα πάντα. Όμως κρύβει πολλά μυστικά και άγνωστους πρωταγωνιστές.

 

— Τι είδους έρευνα κάνατε για να μαζέψετε στοιχεία για το βιβλίο; Ανακαλύψατε στοιχεία που δεν γνωρίζατε; Ποιο είναι το πιο εντυπωσιακό;

Η έρευνά μου, όπως ήταν φυσικό, επικεντρώθηκε στις ιστορικές πηγές. Αναζήτησα τα ντοκουμέντα της εποχής. Μελέτησα ιστορικά αρχεία προσώπων που πρωταγωνίστησαν εκείνη την περίοδο με αρνητικό ή θετικό πρόσημο, συζήτησα με συγγενείς τους, ανέτρεξα στις εφημερίδες της εποχής. Η περιπλάνησή μου στις πηγές με οδήγησε στη συγγραφή του μυθιστορήματος που έχει αστυνομική πλοκή, αλλά βασίζεται σε μια «πλατφόρμα» γεγονότων που σημειώθηκαν εκείνη την εποχή. Το στοιχείο που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν ότι ακόμα και στις πιο δραματικές στιγμές μιας χώρας υπάρχουν φωτισμένοι άνθρωποι που βάζουν το γενικό καλό πάνω από τη ζωή τους. Αυτό με συγκίνησε ιδιαίτερα, γιατί επρόκειτο για συνηθισμένους ανθρώπους, οι οποίοι όμως στις κρίσιμες στιγμές είχαν την αίσθηση του καθήκοντος απέναντι στο κοινωνικό σύνολο και δεν φοβήθηκαν να αναλάβουν αυτό που αποκαλούμε «συλλογική ευθύνη».

 

— Πόσο δύσκολο είναι να περιγράψεις μια εποχή που δεν έχεις ζήσει;

Δύσκολο, αλλά ταυτόχρονα συναρπαστικό! Το ταξίδι σε μια άλλη εποχή αποτελεί πρόκληση για κάθε συγγραφέα, αλλά η διαδικασία αυτή έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Με το βιβλίο μου θέλησα να αναδείξω την καθημερινότητα των πολιτών, τις συνήθειές τους, την αρχιτεκτονική της πόλης και, βέβαια, να φωτίσω τα σκοτεινά «στέκια» και τα κολαστήρια της Γκεστάπο. Στην κατοχική Ελλάδα υπήρχαν καζίνο, καμπαρέ και μπαρ, στα οποία κατά κανόνα διασκέδαζαν οι κατακτητές και οι πρωταγωνιστές της μαύρης αγοράς τροφίμων. Η απόλυτη ένδεια και ο κτηνώδης πλούτος σε συνθήκες απόλυτου τρόμου συνέθεταν το τοπίο της πόλης, κάτι που ήθελα να αποτυπώσω στις σελίδες του βιβλίου.

 

— Γιατί χρησιμοποιήσατε έναν ντετέκτιβ (που πεινάει) για βασικό ήρωα; Τι ακριβώς ερευνά;

Ο υπαστυνόμος Νίκος Αγραφιώτης, που είναι ο βασικός ήρωας του βιβλίου, ανασύρεται από καθεστώς διαθεσιμότητας, στο οποίο είχε βρεθεί ύστερα από την κλοπή της σβάστικας στην Ακρόπολη. Φυσικά, και αυτός ζει υπό καθεστώς πείνας. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι για έναν αστυνομικό που θεωρείται «αναλώσιμος» και μάλλον γι' αυτό επιλέγεται να ερευνήσει τη δολοφονία ενός αξιωματικού των Ες Ες που βρέθηκε στην Αθήνα, με ειδική αποστολή του Γκέμπελς. Κατά τη διάρκεια των ερευνών του ο Αγραφιώτης θα συναντηθεί με τους πρωταγωνιστές της εποχής, θα βρεθεί μπροστά σε μια αλυσίδα φόνων, θα γνωρίσει μοιραίες γυναίκες και θα κληθεί να απαντήσει σε διλήμματα από τα οποία θα κριθεί η ζωή χιλιάδων ανθρώπων.

 

— Ποιο είναι το κοινό που απευθύνεστε με αυτό το βιβλίο; Ποιος θα θέλατε να το διαβάσει;

Ο Λιμός απευθύνεται σε όσους ενδιαφέρονται για ένα αστυνομικό και ταυτόχρονα ιστορικό μυθιστόρημα. Η πλοκή εξελίσσεται σε ένα φορτισμένο χρονικά περιβάλλον, όπως αυτό του χειμώνα του 1941, και τα γεγονότα τρέχουν μέσα από μια αστυνομική ιστορία με μυστήριο και ανατροπές. Ελπίζω οι αναγνώστες να δεθούν με τους ήρωες, να μπουν στο πετσί των προγόνων τους που βίωσαν την εποχή και, κυρίως, να συμμετάσχουν σε ένα ταξίδι στον χρόνο.