Ο Νικόλας Σεβαστάκης γεννήθηκε στο Καρλόβασι της Σάμου το 1964. Πολυγραφότατος και πολυπράγμων, αρθρογραφεί, διδάσκει στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο ως καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών και ασχολείται με τη συγγραφή δοκιμίων, ποίησης και λογοτεχνίας. Ανήκει στην κατηγορία των στοχαστών-αναλυτών που πρωταγωνιστούν με τις απόψεις τους την περίοδο της οικονομικής κρίσης, προσπαθώντας να χαρτογραφήσουν ψύχραιμα και αντικειμενικά το «ελληνικό πρόβλημα». Στο τελευταίο του βιβλίο «Φαντάσματα του καιρού μας − Αριστερά, κριτική, φιλελεύθερη δημοκρατία» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις ο αναγνώστης θα διαβάσει κείμενα που αναφέρονται στην ιδεολογική σύγκρουση, στις πολιτικές παθογένειες της σημερινής Ελλάδας, στη δημοκρατία, στον εθνορομαντισμό της κρίσης, στον ολοκληρωτισμό, στη λογοτεχνία, αλλά και στην ισλαμιστική πρόκληση. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν περιέχει εύκολες και στερεοτυπικές απαντήσεις για τα προβλήματα της εποχής μας. Ερμηνεύει και επεξηγεί τη μνημονιακή εποχή, αναλύει και εντοπίζει τα «φαντάσματα του καιρού μας», ενώ δεν παραλείπει να αναφερθεί στη χαρά ως είδος χαρούμενης πράξης και όχι ως «άλλο ένα "πρέπει" δίπλα στις καθημερινές ψυχαναγκαστικές εντολές για ευτυχία και απόλαυση».

 

— Ποια είναι τα φαντάσματα του καιρού μας;

Κυρίως οι πολιτικές ψευδαισθήσεις και οι αποτυχημένες απαντήσεις στα σύνθετα προβλήματα της εποχής. Όλες αυτές οι ευκολίες και οι στερεότυπες απαντήσεις που συχνά σκέπασαν τη δημόσια συζήτηση κάτω από βολικά πέπλα. Τη μνημονιακή εποχή αυτά τα πέπλα ήταν κυρίως ένας συναισθηματισμός της αγανάκτησης και ένας από καθέδρας ορθολογισμός που δεν μπόρεσε να αναμετρηθεί με τα συλλογικά πάθη της περιόδου. Σε γενικές γραμμές, όμως, φαντάσματα είναι όλες οι δυνάμεις της αδράνειας τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή που νομίζουμε ότι κλείνει και όλο παρατείνεται επ' αόριστον.


— Πώς ορίζετε τον αριστερό σήμερα;

Στο παρελθόν, διάβαζε κανείς απόψεις του στυλ η αριστερά είναι μια διαρκής ευαισθησία ή μια στάση ζωής. Να πω την αλήθεια, αυτά τα λυρικά σχήματα λόγου δεν μου άρεσαν. Είχαν κάτι ελιτίστικο, ακόμα και αν αμέσως μετά ακολουθούσαν δηλώσεις για την κοινωνική δικαιοσύνη. Λες και δεν συναντάς κοινωνικές ευαισθησίες σε κεντρώους δημοκράτες ή και σε συντηρητικούς και δεξιούς. Για μένα, αυτό που έχει σημασία πλέον είναι ένα διαφορετικό ερώτημα: πώς προωθούμε πολιτικά μια συνθήκη με λιγότερες ανισότητες, με καλύτερους και πιο ισχυρούς δημόσιους θεσμούς, με λιγότερες αυθαιρεσίες στις σχέσεις εξουσίας; Εδώ να εισφέρει ο καθένας, αν θέλει. Κάποιοι σπεύδουν να απορρίψουν αυτήν τη θέση ως υπερβολικά μετριοπαθή και «λίγη» σε σύγκριση με τους δικούς τους φιλόδοξους στόχους. Νομίζω όμως πως ανήκουν για τα καλά στο παρελθόν οι αναλύσεις περί κοινωνικού πολέμου με τις οποίες ταυτίζουν πολλοί την αριστερή ταυτότητα, έστω και στη σημερινή, φτωχή εκδοχή της αντι-διαπλοκής. Μέσα σε αυτά τα χρόνια είδαμε πόσο παραμορφώνει τα ουσιώδη ζητήματα μια τέτοια προσέγγιση. Μπορείς, άλλωστε, να μιλάς μια χαρά για το δίκαιο ή την ιστορική αποστολή του λαού και συγχρόνως να τον καταδικάζεις στη μιζέρια και στην ανελευθερία. Το έχουμε δει πολλές φορές, λόγου χάρη στη Βενεζουέλα, αλλά και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, όπου η εξουσία θεώρησε πως έγινε λαϊκή, δημοκρατική και σοσιαλιστική. Για να το πω αλλιώς, πολιτικό νόημα βλέπω μόνο στην ενίσχυση της δικαιοσύνης, και ιδίως στο να βρίσκουμε τα εργαλεία που μπορεί να το υπηρετήσουν αυτό. Όσο για τον αντι-νεοφιλελευθερισμό, «αντι-νεοφιλελεύθερη» είναι και η Μαρίν Λεπέν, όπως και οι περισσότεροι από τους νέους δεξιούς εθνικιστές. Αντίθετα, προοδευτικό είναι να φροντίζεις για τη διάσωση της κοσμικής φιλελεύθερης δημοκρατίας από τους νέους σκοταδισμούς που τη διαβρώνουν εκ των έσω αλλά και τις απατηλές υποσχέσεις των δημαγωγών της.

 

Στο παρελθόν, διάβαζε κανείς απόψεις του στυλ η αριστερά είναι μια διαρκής ευαισθησία ή μια στάση ζωής. Να πω την αλήθεια, αυτά τα λυρικά σχήματα λόγου δεν μου άρεσαν. Είχαν κάτι ελιτίστικο, ακόμα και αν αμέσως μετά ακολουθούσαν δηλώσεις για την κοινωνική δικαιοσύνη. Λες και δεν συναντάς κοινωνικές ευαισθησίες σε κεντρώους δημοκράτες ή και σε συντηρητικούς και δεξιούς.

— Σε μια ειρηνική περίοδο και σε μια εποχή που όλοι εγκωμιάζουν τις αρετές της, γιατί η δημοκρατία περνά κρίση;

Η δημοκρατία έχει, όπως ξέρουμε, διαφορετικούς ορισμούς, παραδόσεις και ερμηνείες μέσα στην Ιστορία. Αλλά, ναι, η σημερινή της κρίση είναι αναντίρρητη. Δεν υπάρχει όμως μόνο μία απειλή ή ένας «εχθρός». Ο λαϊκίστικος κοινός τόπος λέει πως η δημοκρατία απειλείται απλώς από τις ελίτ, από μια ολιγαρχία. Προφανώς και υπάρχουν κίνδυνοι από την αυτονόμηση διαφόρων δικτύων: μαφίες, κοινωνικά αποξενωμένες ολιγαρχίες, τεχνο-γραφειοκρατίες που συχνά σχεδιάζουν πράγματα στον αέρα και με πολιτικά μονοκόμματο τρόπο. Από την άλλη, αντιμετωπίζουμε τεράστιες αλλαγές, κυρίως την άνοδο των εθνικισμών που συνοδεύεται από σκληρές αντιφιλελεύθερες αξίες (ενώ δεν συνέβαινε πάντα έτσι με τον εθνικισμό). Γοητεία ασκούν πλέον τα δημαγωγικά υβρίδια με μεικτό, δεξιο-αριστερό προφίλ. Και στην Ελλάδα, η πολιτική κουλτούρα της πρόσφατης κρίσης έφτιαξε τέρατα, ιδίως μια αντίληψη για την πολιτική ως πόλεμο στο έδαφος της «διαφθοράς του απέναντι». Νομίζω ότι υπάρχουν εδώ δύο διακριτά θέματα. Το ένα είναι οι φανερές ανεπάρκειες και τα κενά της φιλελεύθερης δημοκρατίας σε συνθήκες προηγμένου καπιταλισμού και ενός απορρυθμισμένου παγκόσμιου συστήματος. Το άλλο είναι οι επικίνδυνες συνέπειες που έχει ο πλειοψηφικός αυταρχισμός προς τον οποίον τείνουν όλοι οι ριζοσπάστες όταν υπόσχονται κάποια ριζική θεραπεία όλων των δεινών, την υπέρβαση της λιτότητας, των πολέμων κ.λπ., εν ολίγοις αυτό το οποίο στο βιβλίο χαρακτηρίζω δημοκρατισμό. Χρειάζεται να έχει κανείς αίσθηση και των δύο διαστάσεων και όχι να αποσιωπά όσα δεν τον συμφέρουν.


— Διαβάζω από το βιβλίο σας: «Η πρόζα ενός πτωχευμένου κράτους με άδεια ταμεία παρουσιάστηκε ως ιδεολογική κατασκευή και πολιτικό τέχνασμα». Είναι μία από τις πτυχές που διακρίνετε στον ΣΥΡΙΖΑ;

Η ριζοσπαστική αριστερά είναι ουσιαστικά προϊόν του ύστερου 20ού αιώνα και της πτώσης του ιστορικού κομμουνισμού. Ο πυρήνας των ιδεών της είναι ένα μείγμα αστικού ριζοσπαστισμού και νεοκομμουνισμού. Όμως, και στις δύο αυτές διαφορετικές κληρονομιές κυριαρχεί η υποτίμηση των συγκεκριμένων και πραγματικών όρων της οικονομίας: η εσκεμμένη ή όχι άγνοια για το συγκεκριμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο δρα κανείς μαζί και παράλληλα με τους άλλους σε ένα συγκεκριμένο διεθνές σύστημα. Θεωρώντας πως όλα είναι πολιτική, καταλήγει κανείς εύκολα σε θεωρίες ιδεολογικής παραπλάνησης. Έτσι, για παράδειγμα, το 2009/10 η ριζοσπαστική αριστερά δεν παραδέχτηκε ότι υπήρχε μείζον δημοσιονομικό ρίσκο και ότι το ενδεχόμενο της ελληνικής κρατικής χρεοκοπίας ήταν αληθινό. Όλα ερμηνεύτηκαν ως μια μεθόδευση κάποιων κύκλων για να περάσει ένα σχέδιο υποταγής του ελληνικού λαού. Ωστόσο, οι ρίζες αυτής της συλλογιστικής πάνε πίσω στον χρόνο, σε μια κουλτούρα ριζικής καχυποψίας και υπερβολικής πίστης στη βούληση. Υποτίθεται ότι ο κόσμος είναι ένα θέατρο της πάλης μεταξύ των «από πάνω» και των «από κάτω». Δύο βουλήσεις που αντιμάχονται η μία την άλλη, όπως το καλό με το κακό. Στην ουσία, πολλές κατ' επίφαση οικονομολογικές συζητήσεις για την κρίση περιστρέφονταν γύρω από αυτή την αρχαϊκή μυθολογία της σύγκρουσης δύο κόσμων. Και γι' αυτό η χρεοκοπία ως οικονομικό γεγονός θεωρήθηκε τέχνασμα: γιατί ενεργοποιήθηκε μια ολόκληρη παράδοση περιφρόνησης στους «αριθμούς» με πολύ αρνητικές συνέπειες και για τις ίδιες τις λαϊκές τάξεις, που, αντιθέτως, καταλαβαίνουν πολύ καλά τη σχέση των αριθμών με την πραγματική ζωή.


— Γράφετε, επίσης, στο βιβλίο ότι ηγεμονεύει ο εθνορομαντισμός εδώ και δεκαετίες. Πώς το εννοείται;

Εδώ και κάποια χρόνια έχω αναφερθεί στον εθνορομαντισμό. Δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα με τον πολιτικό λαϊκισμό, ούτε καν με τον μπανάλ εθνικισμό και το κοινόχρηστο μοτίβο «πρώτα η Ελλάδα». Στον εθνορομαντισμό αφετηρία είναι πάντα μια μεταφυσική και μια ανθρωπολογία του ελληνισμού: η ιδέα ότι η Ελλάδα (ως χώρα-πολιτεία) είναι κάτι πολύ πιο πενιχρό από έναν ελληνισμό που έχει μια οικουμενική διάσταση, μια άπειρη διάσταση. Ο εθνορομαντισμός μιλάει κυρίως για τον πολιτισμό της ψυχής, και μάλιστα της λαϊκής ψυχής. Καταφεύγει όμως σε ένα τέχνασμα, σε μια ευφυή αντιστροφή. Ακούμε ότι, ναι, είμαστε μια φτωχή χώρα, ένας τόπος της μικρής κλίμακας, περιορισμένος γεωγραφικά, και δεν έχουμε πολλούς πόρους. Αλλά (προστίθεται αμέσως μετά) αυτή είναι, εν τέλει, η δική μας αρχοντιά. Το δικό μας μεγαλείο είναι αυτή η πενία. Η φτώχεια μας μπορεί, μάλιστα, να βιωθεί ως πλούτος, ως ηθική υπεροχή ενός ήθους απέναντι στην υπερκαταναλωτική δυτική φτήνια. Κάπως έτσι το ίδιο σχήμα μιας ακεραιότητας που βρίσκεται υπό διωγμό κολακεύει τη διανοητική αδράνεια και τις πολιτικές ουτοπίες επί του πρακτέου. Διανοούμενοι και ποιητές με συντηρητικές αλλά και αριστερές, πατριωτικές και αντιευρωπαϊκές ευαισθησίες πιάνονται από αυτά τα μοτίβα και τα συντηρούν και, κυρίως, τα πολιτικοποιούν. Τα μετατρέπουν δηλαδή σε «οράματα» ενός φτηνού οικονομικού εθνικισμού, ανατρέχοντας πάλι στην ιδέα της Ελλάδας ως Ανατολής, ως πολιτισμού ξένου προς τη δυτική έννοια του ατόμου. Αλλά δεν θέλω εδώ να υπάρχει παρανόηση: πρέπει να κάνουμε πάντα μια διάκριση ανάμεσα στον τόπο και στη χώρα, στη βιωμένη ρομαντική εμπειρία μας ως ατόμων που έχουν συγκεκριμένες πολιτισμικές αναφορές και στην πολιτική ιδέα που μπορεί να έχουμε για τη χώρα Ελλάδα και το μέλλον της. Τελικά, τη διάκριση μεταξύ ιδιωτικού και ποιητικού, δημόσιου και πολιτικού. Για μένα το πρόβλημα είναι η βίαιη πολιτικοποίηση της «αισθητικής» του ελληνοκεντρισμού, όχι η επιλογή κάποιων να είναι ελληνοκεντρικοί στις προσωπικές ή στις καλλιτεχνικές τους πράξεις. Δεν έχω καμιά πρόθεση να υπερασπιστώ έναν μαχητικό ορθολογισμό στην κουλτούρα, πράγμα που δεν έχει και νόημα άλλωστε. Αλλά όταν κάποιος περνά με ένα άλμα από την όμορφη λιτότητα ενός τοπίου στο να βρίζει τους «νεοβάρβαρους» της Ευρώπης (που τάχα δεν γνωρίζουν το μέτρο), εκεί αντιδρώ. Γιατί με αυτά νεκρανασταίνεται εκείνο το «μικρά και έντιμος Ελλάς», ακόμα και στη δραχμική του εκδοχή.

 

Από μια άλλη πλευρά, λέω ότι το «Survivor» δεν με ενδιαφέρει προσωπικά γιατί απλούστατα προτιμώ άλλες μορφές εκτόνωσης και «απώλειας»: όχι πάντα ένα βιβλίο, μια ταινία ή κάτι το υψηλό, αλλά συχνά μια διαφορετική εκδοχή απόδρασης, και σαχλαμάρας ακόμα. Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/SOOC
Από μια άλλη πλευρά, λέω ότι το «Survivor» δεν με ενδιαφέρει προσωπικά γιατί απλούστατα προτιμώ άλλες μορφές εκτόνωσης και «απώλειας»: όχι πάντα ένα βιβλίο, μια ταινία ή κάτι το υψηλό, αλλά συχνά μια διαφορετική εκδοχή απόδρασης, και σαχλαμάρας ακόμα. Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/SOOC


— Επίσης, σημειώνετε στο βιβλίο ότι «σκέψη της κρίσης, η κυρίαρχη τάση, ήταν ένας πρωτόγονος ανθρωπομορφισμός των ιδεών». Τόμσεν, Στουρνάρας, Τσίπρας, Αγανακτισμένοι, Φωτόπουλος της ΔΕΗ. Θα θέλατε να το σχολιάσετε;

Στην πολιτική είναι αναπόφευκτοι οι ανθρωπομορφισμοί. Δεν πιάνει κανείς στο στόμα του πάντα έννοιες (τον νεοφιλελευθερισμό, τον λαϊκισμό κ.λπ.), αλλά καταφεύγει σε οικείες εικόνες και κυρίως στα πρόσωπα, στις φάτσες, όπως οι γελοιογράφοι. Στην ουσία αναθέτουμε σε κάποια ονόματα να πάρουν επάνω τους το κακό, λειτουργώντας ως σύμβολα της εκάστοτε κοινωνικοπολιτικής παθολογίας. Δείτε, για παράδειγμα, πώς χρησιμοποιείται το όνομα «Στουρνάρας» σε έναν ευρύ χώρο ως προσωποποίηση του τραπεζίτη, επομένως ως διαβολική μορφή. Αλλά και στον χώρο των μεταρρυθμιστών και αντιλαϊκιστών έγινε το ίδιο με τον Φωτόπουλο της ΔΕΗ ή με τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα. Είναι άλλο όμως να αναγνωρίζεις ότι αυτός ο ανθρωπομορφισμός ανταποκρίνεται στο παιχνίδι της επικοινωνίας και των παθών στα social media και άλλο να υποτάσσεσαι στη λογική του.


— Αν τα δίπολα συντήρηση-πρόοδος και δεξιά-αριστερά είναι ξεπερασμένα, ποιο είναι το πραγματικό δίλημμα της εποχής μας;

Στο βιβλίο δεν λέω ότι είναι ξεπερασμένα τα δίπολα δεξιά-αριστερά και πρόοδος-συντήρηση. Συζητώ απλώς κάποιες εκδοχές που μοιάζουν να είναι είτε πολιτικά αδρανείς είτε πολύ προβληματικές. Δεν θεωρώ πως οι αυταρχικές ιδέες εντός αριστεράς είναι πλέον παρελθόν, λ.χ. μόνο τα κατάλοιπα του νεκρού εδώ και δεκαετίες σοβιετικού μαρξισμού. Υπάρχει ανάγκη να σταθεί κανείς και στις σημερινές τους διακλαδώσεις. Και εδώ θα πω ότι η αναφορά σε μια ιδέα της προόδου μου φαίνεται απολύτως αναγκαία, περισσότερο δηλαδή και από την περιφορά του όρου «αριστερά». Σήμερα όμως η πρόοδος περιλαμβάνει και την τέχνη να συντηρούμε βασικούς κώδικες του βίου που έρχονται από ένα παρελθόν. Ας πούμε, τη μέριμνα για ένα σχολείο όπου οι μαθητές μαθαίνουν κατά βάση γράμματα κι έρχονται σε επαφή με τα κείμενα του πολιτισμού. Οι ιδέες, λόγου χάρη, του Σταύρου Ζουμπουλάκη για το σχολείο ανήκουν κατά τη γνώμη μου στην πολιτική της προόδου, ενώ από μια άλλη σκοπιά μοιάζουν «συντηρητικές». Αλλά στην Ελλάδα η προοδευτική ιδέα έχει και πολλά άμεσα ζητούμενα: τη μάχη με τις εθνικιστικές δημαγωγίες, την υπεράσπιση ενός κριτικού και ρεαλιστικού ευρωπαϊσμού, τη μετάβαση από έναν ανομικό και ρηχό ατομισμό σε μια πιο συνεργατική κουλτούρα – εξάλλου, αυτή η κουλτούρα ενθαρρύνει και δεν καταπνίγει την ατομικότητα. Μακριά, όμως, από την ταύτιση της προόδου με το «εύκολο», από την τάση κάποιων να θεωρούν, επί παραδείγματι, πως ψαλιδίζοντας ένα δύσκολο μάθημα προσφέρουν στην υπόθεση της ελευθερίας του μαθητή.


— Αναφέρεστε στη χαρά όχι ως είδος χαρούμενης πράξης αλλά ως πρακτική εγκαρδίωσης. Πώς μπορεί και με τι τρόπους να χαρεί κάποιος στην εποχή μας;

Η χαρά δεν μπορεί να ανήκει σε μια προγραμματική ηθική, να γίνει άλλο ένα «πρέπει» δίπλα στις καθημερινές ψυχαναγκαστικές εντολές για ευτυχία και απόλαυση. Προτιμώ, πάντως, την αναφορά στη χαρά παρά την παραφορτωμένη από την ιστορική της κατάχρηση «ευτυχία». Και εδώ μπορεί να πει κανείς ότι μερικά στερεότυπα αληθεύουν: ας πούμε, η χαρά που προσφέρουν τα μικρά πράγματα, οι ελάχιστες πτυχώσεις που δρουν λυτρωτικά στον χρόνο της καθημερινότητας. Συνδέω, φυσικά, τη χαρά με την ικανοποίηση του άλλου, με μια ορισμένη γενναιοδωρία και στιγμή άφεσης. Συγχρόνως, όμως, και με πιο «εσωστρεφείς» ανταμοιβές, όπως συμβαίνει με την εμπειρία της ανάγνωσης και την ακρόαση της μουσικής. Βεβαίως, δεν είναι ανάγκη να είναι «χαρούμενο» αυτό που διαβάζεις ή αυτό που ακούς: είναι μια μεγάλη παρεξήγηση να ταυτίζουμε τη χαρά με το happy end και την άρνηση της μελαγχολίας. Το να αρνείσαι τη μελαγχολία είναι τύφλωση και όχι άνοιγμα στη χαρά. Έτσι όπως σκέφτομαι το άνοιγμα στη χαρά, αυτό προϋποθέτει διαύγεια απέναντι στις δυσμορφίες της πραγματικότητας. Όποια όμως και αν είναι τα χαρμόσυνα συμβάντα, το πιο σημαντικό είναι η ετοιμότητα για την υποδοχή τους, η φιλοξενία τους από σένα. Αν δεν μπορείς να τα υποδεχτείς, ξεχνάνε και πως υπάρχεις και σε αφήνουν στην αδιαφορία σου.


— Βλέποντας την κυριαρχία του «Survivor» στην τηλεόραση, τι σκέψεις σας δημιουργεί για την ελληνική κοινωνία;

Δεν έχει τύχει να δω πάνω από ένα τέταρτο το «Survivor». Ακούω όμως και εισπράττω την αποδοχή του, αλλά και τη μεγάλη του δημοτικότητα στα παιδιά που το «παίζουν» στον δρόμο ή πιθανόν και στα προαύλια των δημοτικών. Διαβάζω και διάφορα κείμενα, ως επί το πλείστον επικριτικά και πολύ ανήσυχα, για την επίδρασή του, για την υφαρπαγή του χρόνου, για τον αποπροσανατολισμό των Ελλήνων κ.λπ. Ομολογώ πως το βρίσκω μάλλον βαρετό όλο αυτό. Αυτό όμως δεν λέει τίποτα, γιατί τεράστια κομμάτια της ποπ κουλτούρας (και μάλιστα στην ελληνική της παραλλαγή) δεν τα παρακολουθώ. Με τα παιδιά όμως, και εννοώ τα δεκάχρονα και εντεκάχρονα, πιστεύω ότι υπάρχει ένα θέμα. Δεν είναι, απ' όσο έχω καταλάβει, θέαμα για τόσο μικρές ηλικίες. Με ενοχλούν, παρ' όλα αυτά, και κάποιες κριτικές που κάνουν θέμα τις ανταγωνιστικές αξίες που καλλιεργεί το συγκεκριμένο «παιχνίδι». Γιατί δεν ξέρω πολλά παιχνίδια, παραδοσιακά ή μη, στα οποία να κερδίζουν όλοι, να μη θυμώνει ο χαμένος, να μην υπάρχουν τακτικές και τεχνάσματα «φαγώματος» ή προσπεράσματος του αντιπάλου. Αλληλέγγυο παιχνίδι με έπαθλο (ακόμα και αν δεν υπάρχουν χρήματα για δέλεαρ) δεν γνωρίζω. Εμείς, ας πούμε, παίζαμε χύμα και ήμασταν βεβαίως σκληροί μεταξύ μας. Ενώ αγνοούσαμε πλήρως τους κανόνες της μελλοντικής τηλεοπτικής αρένας και των ειδώλων της, προκαλούσαμε συχνά πόνο στους συμπαίκτες μας. Η πιο «παραδοσιακή» πάλη μας για διάκριση δεν ήταν αναίμακτη ούτε χωρίς μικρότητες. Από μια άλλη πλευρά, λέω ότι το «Survivor» δεν με ενδιαφέρει προσωπικά γιατί απλούστατα προτιμώ άλλες μορφές εκτόνωσης και «απώλειας»: όχι πάντα ένα βιβλίο, μια ταινία ή κάτι το υψηλό, αλλά συχνά μια διαφορετική εκδοχή απόδρασης, και σαχλαμάρας ακόμα. Απορώ, λοιπόν, με εκείνους που αφήνουν να εννοηθεί ότι η ζωή τους είναι ένας διαρκής αγώνας εναντίον του κακού γούστου και της αλλοτρίωσης. Νομίζω, χωρίς βέβαια να είμαι σίγουρος, ότι λένε ψέματα και στον εαυτό τους και σ' εμάς.


— Συμμετέχετε ενεργά στα social media. Εκεί βρίσκονται το παρόν και μέλλον;

Έχω Facebook εδώ και τρία χρόνια. Όχι κάτι άλλο, Twitter λόγου χάρη. Ούτε τα φωτογραφικά, Instagram κ.λπ. Από χρόνια το φοβόμουν αυτό για το φάγωμα του χρόνου και όταν μπήκα στον χορό εν τέλει, το είδα αμέσως ως μια δημιουργική πίστα. Επειδή δεν έχω smartphone, χρησιμοποιώ πάντα το λάπτοπ ή τον σταθερό υπολογιστή για περιήγηση στο Διαδίκτυο, πράγμα που σημαίνει, ευτυχώς, λιγότερο χρόνο ενασχόλησης. Συναντάω καθημερινά εξαιρετικές ποιότητες στο fb, έξυπνα κείμενα, εντυπωσιακές φωτογραφίες και μουσικές και πολλά άλλα που δεν θα τα μάθαινα αν ήμουν εκτός. Βιβλιοφιλικές σελίδες, καλά πολιτικά σχόλια, αλλά και χιούμορ, κακό ή πιο πετυχημένο. Και, φυσικά, πέφτω και στα άλλα, στα ενοχλητικά: ακραίο στυλιζάρισμα, γλυκερά πράγματα, πάθη αλληλοεξόντωσης που δεν καταλαγιάζουν ούτε τη μέρα της κηδείας του άλλου, απελευθέρωση της μικρότητας. Δεν ξέρω, στ' αλήθεια, τι υπερτερεί από τα δύο, αλλά αυτό εξαρτάται από τους φίλους που επιλέγεις.


— Τι σας γοητεύει στη λογοτεχνία;

Στη λογοτεχνία αγαπάω τα μεγάλα μυθιστορήματα που συντηρούν μια κάπως «κλασική» δομή. Και την ποίηση, ιδιαίτερα τη δική μας. Επειδή γράφω διηγήματα, διαβάζω πια λιγότερο το συγκεκριμένο είδος. Περνάω περιστασιακές φάσεις αφοσίωσης σε έναν συγγραφέα ή σε έναν τύπο γραφής. Κάπως έτσι πέρασα πριν από δέκα χρόνια έναν χειμώνα σκανδιναβικού αστυνομικού, πρόσφατα τρεις μήνες με Εβραίους της Νέας Υόρκης και πολλά βράδια με βιβλία μαρτυριών και στρατοπεδική λογοτεχνία.

 

Η χαρά δεν μπορεί να ανήκει σε μια προγραμματική ηθική, να γίνει άλλο ένα «πρέπει» δίπλα στις καθημερινές ψυχαναγκαστικές εντολές για ευτυχία και απόλαυση. Προτιμώ, πάντως, την αναφορά στη χαρά παρά την παραφορτωμένη από την ιστορική της κατάχρηση «ευτυχία». Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/SOOC
Η χαρά δεν μπορεί να ανήκει σε μια προγραμματική ηθική, να γίνει άλλο ένα «πρέπει» δίπλα στις καθημερινές ψυχαναγκαστικές εντολές για ευτυχία και απόλαυση. Προτιμώ, πάντως, την αναφορά στη χαρά παρά την παραφορτωμένη από την ιστορική της κατάχρηση «ευτυχία». Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/SOOC


— Πως ήταν τα παιδικά χρόνια στο Καρλόβασι της Σάμου; Τι θυμάστε πιο έντονα;

Το Καρλόβασι των παιδικών μου χρόνων ήταν μια πόλη με κρύα σπίτια, έρημους χειμωνιάτικους δρόμους, πολλά αδιευκρίνιστα μυστήρια. Μαθαίναμε να δίνουμε προεκτάσεις στα πράγματα, ας πούμε ένα είδος ντόπιου υπερφυσικού με στοιχεία υπερβολής. Θυμάμαι πάντα τον πατέρα μου και τη μάνα μου, χωρίς εξιδανίκευση πιστεύω, προσπαθώντας πάντα να τους καταλάβω, ακόμα και χρόνια μετά τον θάνατό τους. Με τον καιρό όμως το να τους καταλάβω σημαίνει να τους αγαπήσω εκ των υστέρων περισσότερο, να αγαπήσω δηλαδή τις αντιφάσεις τους και τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν. Αυτή η γενιά (ήταν και οι δύο γεννημένοι το 1925) δεν μπόρεσε να ζήσει ποτέ την κοινοτοπία της δημοκρατίας, ήταν πάντα με τη μνήμη της μέσα στη φωτιά: στην πολιτική ως τραύμα της ύπαρξης. Καμία σχέση με τις μικροαμυχές των δικών μας παθών.


— Πείτε μου κάτι για το οποίο έχετε μετανιώσει;

Μετανιώνω γιατί βιάστηκα συχνά να πάρω θέση και με πήρε από κάτω το συναίσθημα. Μετανιώνω επίσης για κάποιες αστόχαστες εκφράσεις σε κείμενά μου, προϊόντα μιας θερμής λιβελογραφικής διάθεσης, όπου σε παρασέρνει και η ίδια η γλώσσα. Άλλες τύψεις για αγαπημένα πρόσωπα δεν είναι προς κοινοποίηση. Θα καταλάβουν όμως.


— Χωρίς μνήμη μπορούμε να υπάρξουμε;

Όσο μεγαλώνουμε γινόμαστε μνήμη. Το παρελθόν κυριεύει πολλά ζωτικά μέρη του εαυτού μας. Ίσως σε έναν συγγραφέα αυτό να είναι εντονότερο, σε σημείο που να μην αντιλαμβάνεται τον χρόνο που περνάει. Μερικές φορές μιλάω για μάρκες τσιγάρων που κάπνισα ή για πρόσωπα που συνάντησα κάποτε και με πιάνει φρίκη από το πόσο μακρινά είναι όλα αυτά, ενώ εγώ τα νιώθω στο πλάι μου. Με μια έννοια ο χρόνος εξακολουθεί να είναι ένα αφηρημένο μέγεθος που δεν μπορώ να το καταλάβω, παρά μόνο όταν αντικρίζω ένα πρόσωπο παλιού συμμαθητή, όχι το δικό μου.


— Τι έχει αξία στη ζωή σήμερα;

Μπορώ να απαντήσω λίγο παράδοξα, ότι σήμερα έχουν ιδιαίτερη αξία και τα «άχρηστα πράγματα». Όλα αυτά που ο Νούτσιο Όρντινε ή άλλοι στοχαστές προσπαθούν να αποκαταστήσουν ως πολύτιμα αγαθά, πέρα από τη συνηθισμένη μέτρηση της αξίας τους. Για μένα, λοιπόν, έχει σημασία η εμπιστοσύνη σε κάποιον, η αίσθηση πως έχουμε κατά νου και κάποιον άλλον. Μια γυναίκα, μια κόρη, ένα μικρό ή μεγάλο έργο, κάτι που περιορίζει (χωρίς να καταργεί) την ακηδία και τη μιζέρια. Και ενώ μέχρι πριν από λίγα χρόνια το υποτιμούσα, τώρα λέω επίσης ότι μεγαλύτερη αξία έχει να ελέγχεις το μίσος, να το λογαριάζεις αποτυχία και ντροπή σου. Κουσούρι, όπως θα έλεγε ο Παπαγιώργης, που ήξερε τη δύναμη των παθών, αλλά έγραφε συνεχώς γι' αυτά...