Erri de Luca. Δέκα ζωές σε μία.

 

Ο Enrico "Henry" De Luca γεννήθηκε (το 1950) σε μια αστική οικογένεια της Νάπολης που καταστράφηκε από τον πόλεμο. Οι γονείς του βρήκαν ένα πρόσκαιρο σπίτι στη λαϊκή και πολυσύχναστη συνοικία του Montedidio.

 

Όλα τα μυθιστορήματά του έχουν ένα αυτοβιογραφικό υπόβαθρο. "Τα μυθιστορήματά μου μοιάζουν επειδή ο κύριος χαρακτήρας είναι η πόλη της Νάπολης. Όλοι οι άλλοι πρωταγωνιστές είναι μυρμήγκια, εγκατεστημένα στις πλαγιές του ηφαιστείου."

 

Τα ιταλικά είναι γι' αυτόν μία δεύτερη γλώσσα, και πάντα μιλούσε ναπολιτάνικα με τη μητέρα του μέχρι το θάνατό της το 2009.

 

Κληρονομεί από τον πατέρα του την αγάπη για τα βιβλία και την ανάγνωση, και αργότερα και την βιβλιοθήκη του. Ως νεαρός αναγνώστης έγραψε επίσης πολύ νωρίς, και το γράψιμο ήταν ο αληθινός σύντροφος της εφηβείας του.

 

Μόλις στη ηλικία των δεκαέξι δηλώνει κομμουνιστής. Οργίζεται με τον έλεγχο που ασκεί το αμερικανικό ναυτικό πάνω στην πόλη, τις κοινωνικές αδικίες στη Νάπολη και στον κόσμο, όπως και με την πολιτική του δημάρχου Achille Lauro.

 

Το 1968, με το που τελειώνει το Λύκειο, ο νεαρός ντε Λούκα εγκαταλείπει το οικογενειακό σπίτι για να πάει στη Ρώμη όπου αναλαμβάνει επαναστατική πολιτική δράση.

 

Γίνεται αναρχικός διαβάζοντας το Φόρος Τιμής στην Καταλωνία του George Orwell. Το 1969, συμμετέχει στην ακροαριστερή οργάνωση Lotta Continua, ακόμη και σε ηγετική θέση ως υπεύθυνος της ομάδας περιφρούρησής της μέχρι την αυτοδιάλυσή της το καλοκαίρι του 1977. Δεν προτίθεται να περάσει στην παρανομία και τον ένοπλο αγώνα όπως μερικοί από τους συντρόφους του.

 

Προσλαμβάνεται στη Fiat το 1978 όπου συμμετέχει σε όλους τους εργατικούς αγώνες, ακόμη και τους βίαιους. Παραμένει εκεί για δύο χρόνια μέχρι την αποτυχία των κοινωνικών κινημάτων το φθινόπωρο του 1980, όταν η πολιορκία του Τορίνου οδηγεί σε μαζικές απολύσεις. Τότε παίρνει τέλος κι ο δωδεκάχρονος πολιτικός του αγώνας.

 

Στη συνέχεια, διάγει μέχρι το 1995 τον βίο του μοναχικού και περιπλανώμενου εργάτη. 'Επειτα, για να αποφύγει τους ειδικούς νόμους της χώρας του βρίσκει καταφύγιο στη Γαλλία όπου εργάζεται σε εργοτάξια σε παρισινά προάστια.

 

Το 1983, προσφέρεται ως εθελοντής για μία ανθρωπιστική δράση στην Τανζανία. Προτού αναχωρήσει για την Ανατολική Αφρική, ανακαλύπτει τυχαία σε ένα εκπαιδευτικό κέντρο στην Ιταλία μία Βίβλο κι από τότε γεννιέται το πάθος του για την Παλαιά Διαθήκη και τα Εβραϊκά.

 

Κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (1992-1995), στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ο Έρι Ντε Λούκα οδηγεί φορτηγά με ανθρωπιστική βοήθεια που προορίζεται για τον βοσνιακό πληθυσμό.


Σήμερα υποστηρίζει το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης. Δηλώνοντας αλληλέγγυος με το κίνημα NO TAV που αντιτίθεται στην κατασκευή της γραμμής υψηλής ταχύτητας Λυών-Τορίνο, κατηγορήθηκε για υποκίνηση σαμποτάζ. Δικάζεται και τελικά αθωώνεται.

 

Σε όλη την εργατική του ζωή που διήρκησε δεκαοκτώ χρόνια, ο 'Ερρι ντε Λούκα σηκώνεται πολύ νωρίς, στις πέντε η ώρα κάθε πρωί, και βυθίζεται στο λεξικό του και στην εβραϊκή γραμματική του για να μεταφράσει αποσπάσματα των Γραφών. Αυτή η πρωινή ανάγνωση τού δίνει την απαραίτητη ενέργεια για να αντιμετωπίσει μια κοπιώδη μέρα που του ρουφάει τη δύναμή του. Οι ελεύθερες βραδινές ώρες μπορούν μετά να αφιερωθούν στο γράψιμο το οποία θεωρεί αναψυχή. Έτσι γεννήθηκε ένα διπλό έργο μυθοπλασίας και στοχασμού πάνω στην Παλαιά και τη Νέα Διαθήκη.

 

Ωστόσο, ο Έρρι Ντε Λούκα δεν ορίζει τον εαυτό του ως άθεο, αλλά ως μη πιστό. Γράφει γι' αυτό στην αρχή της Πρώτης ώρας: "Δεν μπορώ να πω ότι είμαι άθεος. Η λέξη, που προέρχεται από τα ελληνικά, σχηματίζεται από τη λέξη "θεός", και το στερητικό γράμμα "α". Ο άθεος στερεί από τον εαυτό του τον Θεό, την τεράστια δυνατότητα να τον αποδεχτεί όχι τόσο για τον εαυτό του όσο για τους άλλους. Αποκλείεται από την εμπειρία ζωής πολλών ανθρώπων. Ο Θεός δεν είναι μια εμπειρία, δεν μπορεί να αποδειχθεί, αλλά η ζωή εκείνων που πιστεύουν, η κοινότητα των πιστών, αυτή, ναι, είναι μια εμπειρία. Ο άθεος πιστεύει ότι αυτή επηρεάζεται από την ψευδαίσθηση και έτσι στερεί από τον εαυτό του την επαφή με ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας. Δεν είμαι άθεος. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν πιστεύει."

 

Ο Έρρι Ντε Λούκα είναι ένας έμπειρος ορειβάτης. Στο βιβλίο του Στα ίχνη της Nives, αφηγείται την περιπέτειά του στα Ιμαλάια παρέα με την διάσημη ιταλίδα αλπινίστρια Nives Meroi, την πρώτη γυναίκα που κατέκτησε δέκα κορυφές άνω των 8.000 μέτρων.

 

 

 

Ο 'Ερρι ντε Λούκα στη Ρώμη, κοντά στο σπίτι του. Φωτ. Benjamin Bechet / PINK / saif images
Ο 'Ερρι ντε Λούκα στη Ρώμη, κοντά στο σπίτι του. Φωτ. Benjamin Bechet / PINK / saif images

 



Erri De Luca, θα σας μιλήσω για το Αδύνατο

Ο συγγραφέας, "η πολιτική σήμερα;", ένα μπέρδεμα

 

 

Mauretta Capuano

ANSA, Ρώμη, 05.09.2019

 *

 

Στο νέο μυθιστόρημα του Έρρι ντε Λούκα, το "Impossibile" που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Feltrinelli και με το οποίο ο συγγραφέας πρωταγωνιστεί στην έναρξη του Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Μάντοβας στις 4 Σεπτεμβρίου [του 2919, στη Γαλλία κυκλοφόρησε τώρα - σ.σ.], καλούμαστε να ασχοληθούμε με "τις συμπτώσεις που διέπουν τη ζωή μας ακόμη και όταν δεν το συνειδητοποιούμε" και με "κόμπους που σκόπιμα δεν λύνονται". Δύο άντρες, ένας μετανοημένος και ένας πρώην σύντροφός του από την εποχή που ήταν και οι δύο νέοι, συναντιούνται, δεκαετίες μετά το τέλος της φιλίας τους, σε ένα απότομο ορεινό μονοπάτι. Ο μετανοημένος καταλήγει σε γκρεμό και πεθαίνει. Σπρώχτηκε ή έπεσε; Και είναι τυχαίο ότι δύο πρώην επαναστάτες, που βρέθηκαν για ένα διάστημα σε αντίθετες όχθες, συναντιούνται στα βουνά του Val Badia; Ο νεαρός δικαστής, που ανασυνθέτει την ιστορία στο βιβλίο μέσω της ανάκρισης του κατηγορουμένου, δυσκολεύεται να πιστέψει σε ατύχημα. Η αντιπαράθεση / σύγκρουση του άνδρα με τον δικαστή, ο οποίος είναι είκοσι χρόνια νεότερός του, εναλλάσσεται με τα γράμματα που γράφει στη γυναίκα που αγαπά, την "Ammoremio", όπως την αποκαλεί. "Το Impossibile δεν έχει καμία σχέση με αστυνομικό μυθιστόρημα, είναι ένα είδος που δεν διαβάζω, δεν μου αρέσει. Το βλέπω σαν μια κατασκευή. Υπάρχει κάτι μηχανικό στο αστυνομικό μυθιστόρημα, ακόμα και όταν είναι καλοφτιαγμένο. Εδώ δεν υπάρχει ιστορία, δεν υπάρχει πλοκή, είναι μια συνάντηση μεταξύ δύο γενεών, που τη μία την έχει κατακλύσει ο εικοστός αιώνας, ο κατ 'εξοχήν αιώνας των επαναστάσεων, ο πιο επαναστατικός στην ιστορία της ανθρωπότητας."

 

Η άλλη γενιά, αυτή του δικαστή, έρχεται τώρα να ανασυνθέσει εκείνη την εποχή μέσω των δικαστικών εγγράφων, αλλά μοιάζει "σαν να αντανακλά τα αστέρια" λέει ο ντε Λούκα στην ANSA, την παραμονή της άφιξής του στη Μάντοβα. "Είναι ένας διάλογος όπου ο κατηγορούμενος έχει, για πρώτη φορά, την ευκαιρία να μιλήσει για την ιστορία του ενώ ο δικαστής έρχεται, για πρώτη φορά, αντιμέτωπος με μία άποψη για τη ζωή που του είναι άγνωστη. Η άρνηση του κατηγορουμένου να έχει επίσημο δικηγόρο οφείλεται και στο εξής: πρόκειται για έναν αμφίδρομο διάλογο. Ένα τρίτο άτομο θα τον επανέφερε στο επίπεδο της ανάκρισης. Και η διαφορά στην ηλικία είναι καθοριστική" εξηγεί ο συγγραφέας.

 

Οι διάφοροι προβληματισμοί γύρω από τους μετανοημένους που είναι "προδότες", τον κομμουνισμό, τα λογοτεχνικά αποσπάσματα, από τον Παζολίνι ως τον Λεονάρντο Σάσα, αλλά και η υπόθεση Μόρο, δεν κάνουν ποτέ τον ντε Λούκα να παρεκκλίνει από την επιφυλακτικότητά του σε αυτήν την ιστορία.

 

"Εκείνοι που προδίδουν σκοτώνουν ένα μέρος του εαυτού τους. Δεν είναι απλώς ότι αλλάζουν άποψη, αποσυνδέονται κι από τον εαυτό τους", λέει.

 

Στο μυθιστόρημα ξαναβρίσκουμε την αγάπη για τα βουνά, την πολιτική δέσμευση, την προσοχή στην έννοια των λέξεων, αλλά ο συγγραφέας διευκρινίζει: "Δεν συμμετείχα στη δραστηριότητα των ένοπλων ομάδων, στις ενέδρες και τις επιθέσεις όπως οι πρωταγωνιστές του βιβλίου. Αυτή η ιστορία μού ήρθε στο μυαλό καθώς ανέβαινα ένα στενό πέρασμα στο Val Badia". "Δεν πρόκειται για ένα φανταστικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών, αλλά για τη διάρρηξη μιας προσωπικής ιστορίας που δημιουργήθηκε μεταξύ των δύο φίλων, πέρα από την ομάδα στην οποία ανήκαν."

 

"Για μένα, ο μόνος τρόπος να μιλήσω για εκείνη την εποχή είναι να αφήσω στην άκρη τους δογματικούς και κομματικούς τίτλους και να αφήσω τις προσωπικές σχέσεις να μιλήσουν για το πώς η ζωή και τα συναισθήματα κατακλύστηκαν", εξηγεί ο συγγραφέας. Και για το τρέχον πολιτικό σενάριο, δηλώνει: "Περάσαμε ένα χρόνο μέσα στη σύγχυση δύο πολιτικών κινημάτων που δεν είχαν τίποτα κοινό και τώρα επαναλαμβάνεται η ίδια απίθανη κατάσταση. Εν τω μεταξύ, το γεγονός ότι απαλλαχτήκαμε από το απόστημα του Υπουργού Εσωτερικών [εννοεί τον Σαλβίνι - σ.σ.] είναι μία ανακούφιση. Δεν μπορώ να βρω άλλο πολιτικό συναίσθημα παρά μόνο μία προσωρινή ανακούφιση", τονίζει.

 

Κι αν είναι αλήθεια ότι "το Αδύνατο εμφανίζεται τακτικά στη ζωή μας, τα ερωτικά γράμματα του βιβλίου διηγούνται μία ιδιωτική ιστορία και ταυτόχρονα είναι και μία αφορμή για να αποκτήσουν φωνή όσα ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να πει στον δικαστή, η σκιώδης πλευρά του διαλόγου: έτσι ο άντρας μιλά στον δικαστή για τον πολιτικό Σάσα και στο Ammoremio για λογοτεχνία", λέει ο ντε Λούκα που δεν του αρέσει να παρουσιάζει τα βιβλία του, αλλά προτιμάει να έχει μάλλον "την ευκαιρία να πει κάτι για αυτό "που συμβαίνει γύρω".

Mauretta Capuano

 

Μτφ. Σ.Σ.

 

Ο 'Ερρι ντε Λούκα με τον γλύπτη φίλο του Mauro-Corona-e-Cid. Φωτ. Danilo De Marco. Fondazione Erri de Luca.
Ο 'Ερρι ντε Λούκα με τον γλύπτη φίλο του Mauro-Corona-e-Cid. Φωτ. Danilo De Marco. Fondazione Erri de Luca.