Ποτέ δεν θα ξεχάσω μία εικόνα που με τα χρόνια έγινε κάτι άλλο. Κάποιος Ιούνιος του 1990- φεύγα, κρεμασμένος από ένα μπαλκόνι τηςΑποστόλου Παύλου. Πριν την πεζοδρόμηση, βράδυ, υγρή, πηχτή ζέστη, να την κόψεις με το μαχαίρι. Κανείς δεν μιλούσε τότε για υπερθέρμανση και θερμοκήπια, απλώς έκανε ζέστη, τελεία και παύλα.

Μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι το καλοκαίρι στην Αθήνα είναι μία σιωπηλή καταδίκη. Για όλους. Τα χειρότερα βασανιστήρια γινόντουσαν στο κέντρο, ποιο Ψυρρή και ποιο Γκάζι τότε, Κολωνάκι και πολύ σου ήταν. Και για να γλιτώσουμε οφείλαμε να υπομείνουμε δύο ώρες μποτιλιάρισμα στην παραλιακή (εδώ παίζει το video clip του Everybody Hurts των REM).

Η δικιά μου παραλιακή, τουλάχιστον για εκείνο το βράδυ και για εκείνη τη συγκεκριμένη Κυριακή, ήταν το στριμωγμένο , νεοκλασικό μπαλκόνι με τα τσαρουχικά φορούσια. Bγήκα ζαλισμένος και μπαϊλντισμένος από τα ποτά και τη ζέστη. Ήθελα και δεν ήθελα να είμαι εκεί. Ξαφνικά, σαν να με τσίμπησε μύγα (που μπορεί, εδώ που τα λέμε) καρφώθηκα στον μισοφωτισμένο Παρθενώνα. Κοιτούσα αποσβολωμένος. Δεν ανήκω στην κατηγορία των αρχαιόπληκτων, προτιμώ μία ζωντανή πλατεία από έναν περιφραγμένο αγρό με τρία μισοσπασμένα κιούπια. Λίγο το αλκοόλ, λίγο η θαμπάδα της ζεστής υγρασίας, η Αθήνα, η μέχρι πριν από λίγα λεπτά ανυπόφορη, καλοκαιρινή Αθήνα, έμοιαζε με παράδεισο: παράφορη, διαθέσιμη, ελεύθερη. Πώς τα είχαμε πάρει όλα τόσο λάθος;

Με το γύρισμα του αιώνα το μπαλκόνι της Αποστόλου Παύλου ξεχάστηκε. Οι ταράτσες έγιναν της μόδας, η παραλία ένα παιχνίδι αποκλειστικά για τινέιτζερ και το κέντρο από τόπο εξορίας Γη της Επαγγελίας. Κατά έναν παράδοξο τρόπο μέσα σε λίγα χρόνια ο βίος στην Αθήνα ξαναέγινε αυτό που ήταν πάντα: υπαίθριος. Βοήθησαν οι πεζοδρομήσεις, βοήθησαν οι νέες γειτονιές που προστέθηκαν στον χάρτη της διασκέδασης. Το Σάββατο, κάνοντας μία βόλτα στοΓκάζι, έπαθα ένα μικρό σοκ. Δεν ήταν μόνο η πλατεία στον σταθμό του μετρό πλημμυρισμένη από εκατοντάδες (ή μήπως χιλιάδες;) Αθηναίους και τουρίστες. Κόσμος πηγαινοερχόταν στα στενά, από παντού ξεχύνονταν μουσικές, γέλια, μία μικρογραφία νησιώτικης ανεμελιάς δίπλα στις αρχαίες τσιμινιέρες. Ίδια ιστορία σ' όλοκληρο το κέντρο: Θησείο, Μοναστηράκι, Μεταξουργείο, το κομμάτι ανάμεσα σε Σύνταγμα και Αθηνάς. Μόνο το Κολωνάκι πέφτει σε χειμερία νάρκη, αλλά ας μείνει κάτι χωρίς νταούλια και κλαμπατσίμπαλα, δεν είναι κακό.

Το σημαντικό είναι ότι η εικονογραφία της καλοκαιρινής Αθήνας διαρκώς εμπλουτίζεται με νέα πράγματα. Η δεξαμενή με το αγιόκλιμα και τα θερινά είχε προ πολλού εξαντληθεί. Το επόμενο πραγματικό στοίχημα για την πόλη θα είναι η ίδια η παραλία της. Αν οι Ολυμπιακοί Αγώνες άνοιξαν ένα κεφάλαιο, έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μέχρι να πείσουμε τους εαυτούς μας ότι η Αθήνα είναι η μοναδική πρωτεύουσα στην Ευρώπη με παραλιακό μέτωπο δεκάδων χιλιομέτρων. Ναι, τότε δεν θα έχουμε ανάγκη κανέναν. Θα χαρίσουμε στα μάτια μας το ωραιότερο ηλιοβασίλεμα του κόσμου. Γιατί θ' απέχει δέκα λεπτά από το σπίτι που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε.