Πολλοί μεγαλώσαμε συνδέοντας την έννοια του Φεστιβάλ Αθηνών με κάτι το αποτρεπτικά βαρύγδουπο. Ένα πολυκαιρισμένο βελούδο, που αφορούσε λίγους - κυρίως όσους φωτογραφίζονταν με φόντο το Ηρώδειο για τις κοσμικές σελίδες. Ώσπου πέρυσι, η έννοια του Φεστιβάλ επαναπροσδιορίστηκε και μετεξελίχθηκε. Έγινε παλλόμενο και σχεδόν οργιαστικό. Έγινε πάρτι και απλώθηκε σε διαφορετικές γειτονιές της Αθήνας, μυώντας το κοινό σε νέους τρόπους και φόρμες σημαντικής καλλιτεχνικής αξίας. Δημιουργώντας ουσιαστικά μια νέα ανθρωπογεωγραφία κοινού για τις παραστάσεις και τα δρώμενα του Φεστιβάλ.

Αν σε κάτι συμφωνούν όλοι, τόσο ο Γιώργος Λούκος όσο και οι βασικοί συνεργάτες και σύμβουλοί του, αυτό είναι στο χαρακτηριστικό του φεστιβάλ ως πολυσυλλεκτικού. «Πέρυσι ήρθα στην Αθήνα χωρίς να έχω σχέδια. Έλειπα 38 χρόνια από την Ελλάδα, δεν ήξερα τι θέλει το κοινό, αν θα έρθει, αν θέλει να βάλει τα φουστάνια του και να έρθει να τα δείξει στο Ηρώδειο» εξηγεί ο πρόεδρος και καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ. «Ένα χρόνο πριν το στοίχημα ήταν να γεμίσει το θέατρο στην οδό Πειραιώς. Φέτος αυτό το θέατρο το μεγαλώσαμε, δημιουργήσαμε μια νέα αίθουσα και ελπίζουμε και πάλι να γεμίσει».

Με πληρότητα 90 ώς και 95% στην Πειραιώς 260 αλλά και στο «Σχολείον» πέρυσι, και με το γραφείο Τύπου του φεστιβάλ να ανακοινώνει από τα ραδιόφωνα ότι έχουν εξαντληθεί τα εισιτήρια παραστάσεων (χαρακτηριστική η περίπτωση της «Αντιγόνης» του Λευτέρη Βογιατζή), το Φεστιβάλ απέκτησε την απαιτούμενη αυτοπεποίθηση για να προχωρήσει στο επόμενο βήμα του, που αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της φετινής χρονιάς: τη διάχυσή του. Στην ουσία, μια γεωγραφική επέλαση που πλάι στους κλασικούς πυρήνες του Ηρωδείου, του Λυκαβηττού, της Μικρής και της Μεγάλης Επιδαύρου τοποθέτησε τις δύο (πλέον) αίθουσες της Πειραιώς 260, το «Σχολείον», την «Τεχνόπολι», το Μουσείο Μπενάκη, το Θέατρο Πόρτα, τη Λυρική Σκηνή, το Μέγαρο Μουσικής. Περίπου 14 χώροι σε όλη την Αθήνα (και στην Επίδαυρο) θα φιλοξενήσουν από αύριο παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών. «Θα έλεγα ότι αυτό που άλλαξε ουσιαστικά ήταν η άποψη και η προσέγγιση του Φεστιβάλ» σημειώνει η υπεύθυνη παραγωγής Άντζελα Τζίφα. «Ερχόμενος από το εξωτερικό, ο Λούκος είχε την ευρωπαϊκή άποψη του φεστιβάλ, που σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχουν πολλοί χώροι, και μικρή διάρκεια. Έφερε τη γεωγραφική διάχυση σε πολλούς χώρους ταυτόχρονα, τη διάθεση να γίνει μια γιορτή, να υπάρχει συνεχής καλλιτεχνική κίνηση μέσα στην πόλη σε σχέση με το παρελθόν, όπου ο προσανατολισμός ήταν διαφορετικός, ήθελε μεγάλες παραγωγές, μεγάλα ονόματα και θεάματα, με ό,τι μπορεί να σημαίνει το "μεγάλο"».

Η διάχυση του φεστιβάλ έφερε και την επόμενη ουσιαστική αλλαγή, που αφορά αυτόν καθεαυτόν το χάρτη του κοινού. Οι νέοι χώροι προσφέρονταν για τη φιλοξενία παραστάσεων περισσότερο εναλλακτικών ή και μοντέρνων, που ενδιαφέρουν κατεξοχήν το νεανικό κοινό. Όπως επισημαίνει η υπεύθυνη του γραφείου Τύπου Μαρία Παναγιωτοπούλου, «κρατήθηκε το παραδοσιακό κοινό του Φεστιβάλ, που πάντα πήγαινε στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο, αλλά προστέθηκε και ένα νέο κοινό. Ένα κοινό στο οποίο έπρεπε να απευθυνθούμε με κάποιο τρόπο, αφού ερχόταν μόνο περιστασιακά σε κάποιες εκδηλώσεις, κυρίως στις συναυλίες μοντέρνων συγκροτημάτων και μεγάλων ονομάτων ξένης μουσικής. Ένα κοινό πιο εναλλακτικό και νεανικό, που ενδιαφέρεται να δει μοντέρνα πράγματα, που έλκεται από το διαφορετικό. Αυτό το κοινό προσελκύεται ιδιαίτερα από χώρους όπως το πρώην εργοστάσιο Τσαούσογλου στην Πειραιώς ή το "Σχολείον" της Ειρήνης Παπά, χώρους όπου κατεξοχήν φιλοξενούνται τέτοιου τύπου παραστάσεις».

Δεν είναι μόνο οι νέες αίθουσες και τα μοντέρνα καλλιτεχνικά σχήματα που φέρνουν αυτό το κοινό στο Φεστιβάλ. Είναι οπωσδήποτε και η πολιτική των προσιτών εισιτηρίων, αξίας 15, 25 ώς και 40 ευρώ. «Η έλευση των νέων δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι το πρόγραμμα είναι πιο νεανικό, αλλά και στο ότι οι τιμές είναι περισσότερο νεανικές» υπογραμμίζει ο Γιώργος Λούκος. «Ένα κοινό που δεν πήγαινε στο φεστιβάλ επειδή δεν ήταν κοσμικό, και προτιμούσε να φύγει από την Αθήνα για τις διακοπές του. Πολλοί νέοι μού λένε πως δεν θα πάνε διακοπές τον Ιούλιο για να μείνουν στην Αθήνα. Και αυτή πιστεύω ότι είναι η μεγάλη νίκη του φεστιβάλ, η απήχησή του στο κοινό».

Θέματα, ποιότητα και στιλ

Περίπου 110 παραστάσεις περιμένουν φέτος το κοινό - σε σύγκριση με 90 πέρυσι. Υπάρχουν μέρες όπου θα πρέπει να αναπτύξουμε αντανακλαστικά διακτινισμού για να δούμε όσο περισσότερα δρώμενα μπορούμε. Μετρούμε με την υπεύθυνη Επικοινωνίας Γιούλη Παπαθεοδώρου 8 διαφορετικές παραστάσεις στις 14 Ιουλίου, και άλλες τόσες στις 24 Ιουλίου. «Αυτή η πολυσυλλεκτικότητα και το πύκνωμα του φεστιβάλ σε δύο μήνες είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για εμάς» δηλώνει η Γιούλη Παπαθεοδώρου. «Αυτό που έγινε πέρυσι και πολλοί το χαρακτήρισαν έκρηξη, αυτό πρέπει να το καθιερώσουμε τώρα. Να δείξουμε ότι δεν είναι πυροτέχνημα. Δεν μπορεί κανείς μας να ισχυρισθεί ότι το Φεστιβάλ έχει καθιερωθεί. Σε αυτή τη φάση μάς ενδιαφέρει να μάθει όσο γίνεται περισσότερος κόσμος το πρόγραμμα και το περίγραμμα του φεστιβάλ. Να έρθει και να δει κάποιες παραστάσεις. Να έρθει και να δοκιμάσει, και τότε είμαι σίγουρη ότι θα του αρέσει. Και θα ξανάρθει, θα γίνει μόνιμος υποστηρικτής και συνοδοιπόρος μας».

Όλοι οι συντελεστές του Φεστιβάλ ανυπομονούν όχι μόνο να δουν τις θέσεις να γεμίζουν, αλλά και να παρακολουθήσουν και οι ίδιοι κάποιες παραστάσεις. Υπάρχει μια σύμπνοια, μια κοινή σημαία που όλοι ακολουθούν. Υπάρχει εντέλει μια χημεία, όπως σημειώνει η θεατρολόγος Δηώ Καγγελάρη, σύμβουλος καλλιτεχνικού προγραμματισμού. «Στο Φεστιβάλ δεν είμαστε μόνο όσοι βλέπετε στη φωτογραφία. Υπάρχουν και οι παλαιότεροι, όπως για παράδειγμα ο Θανάσης Αποστολόπουλος στον τομέα μουσικής, ο Ηλίας Κανέλλης που ήρθε φέτος για το free press, η Μαρία Σάββα που συντονίζει τα σεμινάρια για το θέατρο της επινόησης, η Ξένια Καλογεροπούλου που από πέρυσι πίστεψε με ενθουσιασμό το εγχείρημα του Φεστιβάλ και στο στηρίζει έχοντας την επιμέλεια του Μικρού Φεστιβάλ για τα παιδιά. Αλλά και γενικότερα οι ανώνυμοι και επώνυμοι φίλοι που έκαναν το φεστιβάλ δική τους υπόθεση, όπως πολλοί δημοσιογράφοι, που ενισχύουν το φεστιβάλ πέρα από το επαγγελματικό καθήκον. Ο καθένας έχει διαφορετικές αρμοδιότητες και κάνει ότι μπορεί. Αλλά είμαστε όλοι μαζί. Και όταν ταιριάζει η χημεία γίνονται θαύματα». Η Δηώ Καγγελάρη από τη μεριά της εκφράζει, πέρα από την ανάγκη να προσελκύσει το Φεστιβάλ ένα πιο νεανικό κοινό, και την ανάγκη αυτό το ηλικιακό άνοιγμα να γίνει και στους ίδιους τους καλλιτέχνες. «Η αγωνία μας είναι να μην αδικηθούν νέα παιδιά. Και αν φέτος δεν μπορέσουμε να έχουμε περισσότερους, θα είναι σίγουρα του χρόνου μαζί μας. Αν μπορούσαμε να λέγαμε ναι σε όλες τις νεανικές προτάσεις θα ήμουν ευτυχής. Και ώς ένα σημείο το συζητήσαμε αυτό, αλλά εξαρτάται και από το οικονομικό μέρος». Αισθάνεται πως τα στοιχεία του πειραματισμού και των αποκλεισμών είναι εξαιρετικής σημασίας για το Φεστιβάλ. «Θα ήθελα να υπάρχουν υψηλού επιπέδου παραστάσεις και συγχρόνως τόπος για ουσιαστικό πειραματισμό. Αλλά και να είναι ένα φεστιβάλ που δημιουργεί ερεθίσματα και όχι αποκλεισμούς. Έτσι, από πέρυσι προσπαθήσαμε να φέρουμε κοντά μας διάφορες μειονότητες: μετανάστες (το συντονισμό είχε ο Παναγιώτης Δούρος), παιδιά από προγράμματα απεξάρτησης, αλλά και να πάμε παραστάσεις στις φυλακές, κάτι για το οποίο δούλεψαν με ενθουσιασμό οι υπεύθυνες αυτών των παραστάσεων από το τμήμα παραγωγής. Και αυτό είναι μόνο η αρχή, καθώς πολλοί στηρίζουν αυτή τη διάσταση του Φεστιβάλ. Επίσης πιστεύω ότι πρέπει να συμβάλουμε ώστε να δημιουργηθεί ένα off festival. Να δοθούν ευκαιρίες σε νέους ανθρώπους και σιγά σιγά να στηθεί ένα πειραματικό φεστιβάλ γύρω από το Φεστιβάλ Αθηνών. Μια ανεξάρτητη σκηνή».

Εξετάζοντας προσεκτικά την ανθρωπογεωγραφία του κοινού, όπως διαμορφώθηκε από πέρυσι, ξεχωρίζει κανείς αμέσως τη συχνή και μεγάλη προσέλευση καλλιτεχνών. Ο Γιώργος Λούκος θεωρεί σημαντικό το γεγονός ότι οι καλλιτέχνες έρχονται σε επαφή με πράγματα που παλιά δεν έβλεπαν, και πιστεύει ότι το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας θα το δούμε στα επόμενα τρία με τέσσερα χρόνια. Όσον αφορά το στιλ των παραστάσεων και το ερώτημα αν πρέπει να υπάρχει ένα είδος ποσόστωσης μεταξύ κλασικού και μοντέρνου, είναι κατασταλαγμένος. «Δεν είναι στιλιστικό το ζητούμενο, είναι ποιοτικό. Δεν είναι το στιλ που κάνει καλή την παράσταση. Σαφώς δεν πιστεύω ότι πρέπει να φέρνουμε μόνο μοντέρνα σύνολα. Για παράδειγμα, φέτος έχουμε πολλούς νέους σκηνοθέτες, αλλά έχουμε και την Άννα Κοκκίνου, που δεν της είχε ζητηθεί ποτέ να λάβει μέρος στο Φεστιβάλ».

Με δεδομένο το καλλιτεχνικό ζητούμενο, η μεγάλη φαγούρα θα μπορούσε να αποδειχθεί αυτή του ταμείου. Οι χαμηλές τιμές των εισιτηρίων φέρνουν πληρότητα στις αίθουσες, όμως δεν αρκεί αυτό. Η έντονη χορηγική παρουσία θα ήταν μια θαυμάσια λύση προκειμένου το φεστιβάλ να υλοποιήσει τα σχέδιά του. Όμως τα πράγματα δεν είναι απλά. «Οι συνθήκες της αγοράς είναι δύσκολες και ο ανταγωνισμός μεγάλος» επισημαίνει ο ειδικός σύμβουλος του προέδρου Θωμάς Κατσαδούρος. «Στο Φεστιβάλ έχουμε κάποιο όριο ως προς το τι ζητάμε και δεν μπορούμε να χαμηλώσουμε τις χορηγικές απαιτήσεις μας. Πρέπει να συμβαδίζουν με το κύρος και τις παραστάσεις μας, διαφορετικά θα ευτελίσουμε το Φεστιβάλ. Φέτος το χορηγικό πακέτο είναι μεγαλύτερο από πέρυσι, όμως οφείλω να ομολογήσω ότι η αγορά δεν κατάλαβε το μέγεθος του Φεστιβάλ Αθηνών. Υπήρξε ενδιαφέρον αλλά συνήθως σταματούσε όταν προέκυπταν από μέρους μας τα ποσά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν απαγορευτικά». Περίπου 25 εταιρείες προσεγγίστηκαν φέτος από το Φεστιβάλ για την ανεύρεση χορηγίας. Το αποτέλεσμα; Η Εθνική Τράπεζα παραχωρεί το πρώην εργοστάσιο Τσαούσογλου, το μετρό φιλοξενεί την καμπάνια του Φεστιβάλ. Χρηματική χορηγία έχει εξασφαλισθεί από την Αύρα και το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, ενώ υπάρχουν χορηγοί που συνοδεύουν επιμέρους παραστάσεις και συντελεστές του Φεστιβάλ. «Το ταμείο είναι σίγουρα σημαντικός παράγοντας, αλλά το Φεστιβάλ πρέπει να παρουσιάσει καλλιτεχνικά δρώμενα που δεν θα μπορούσαν διαφορετικά να έρθουν στην Ελλάδα. Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το κόστος, αλλά δεν θα αποκλείσουμε σημαντικές καλλιτεχνικές προτάσεις επειδή είναι ακριβές» σημειώνει ο Θωμάς Κατσαδούρος. Ο Γιώργος Λούκος επισημαίνει πως «το Φεστιβάλ είναι πράξη πολιτική. Σίγουρα δεν θέλουμε να χάνουμε χρήματα, αλλά δεν σκέφτομαι ότι πρέπει να κάνω κάτι για να γεμίσω τα ταμεία. Δεν θα κάναμε κάτι αν ξέραμε ότι δεν θα έχει ανταπόκριση, εκτός και αν ήταν μια εξαιρετική καλλιτεχνική περίπτωση, που θα πιστεύαμε ότι πρέπει να την προωθήσουμε».

*Στο Φεστιβάλ Αθηνών απασχολούνται περί τα 500 άτομα, συμπεριλαμβανομένων των 50 υπαλλήλων στα γραφεία του Φεστιβάλ, τους τεχνικούς και τα συνεργεία.