Τίποτα δεν είναι μετέωρο στα Εξάρχεια. Αν και βρίσκονται στο κέντρο της Αθήνας, εξακολουθούν να έχουν την ατμόσφαιρα και τους κώδικες μιας γειτονιάς, παραμένουν εναλλακτικά στον πυρήνα τους, επιμένουν να λοξοκοιτάζουν αριστερά και να ξορκίζουν τη μιντιακή φούσκα των αναρχικών και την τρομακτική αστυνομοκρατία. Η LifO βγήκε βόλτα στους δρόμους των Εξαρχείων και έψαξε τα σημεία αναφοράς, τις στιγμές και τους ανθρώπους που καθορίζουν αυτό που είναι τα Εξάρχεια σήμερα. Από τη Μουριά, τον Μπαρμπα-Γιάννη, το κουρείο του Ρόμπολα μέχρι τον Βill του Μedusa Tatoo και την Ολυμπία του RubbeRIZΕ, τα Εξάρχεια παραμένουν κλασικά και πάντα ροκ.

BILL

MEDUSA TATTO

ΟΔΟΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΙΟΥ 88

Το μαγαζί είναι εδώ 13 χρόνια και δεν έχω τίποτα κακό να πω για τη γειτονιά. Μου αρέσουν πολύ τα Εξάρχεια, αναβαθμίζονται αργά, συνορεύουν με το Κολωνάκι, έχουν ωραίο κόσμο, πολλά μπαράκια, φοιτητές, λογικά ενοίκια -εξαρτάται βέβαια και πότε ψάχνεις να βρεις σπίτι. Είναι ροκ γειτονιά κι αυτό μου αρέσει. Έχουν αλλάξει φυσικά, δεν είναι τα ίδια με τότε που πρωτοανοίξαμε, αλλά ο κόσμος δεν έχει αλλάξει. Τα ενοίκια στα μαγαζιά ακριβαίνουν, παραμένει πάντως ένα μέρος που δεν είναι ακριβό για να βγεις. Είναι φτιαγμένα για φοιτητές. Κάποιον ξένο θα τον πήγαινα να δει πρώτα απ' όλα την πλατεία, τα στενά, τις ταβέρνες. Δεν νομίζω ότι τα επεισόδια είναι θέμααναρχικών, αυτό γίνεται σε όλο το κέντρο κατά παράδοση. Η αστυνόμευση πάντως έχει αρχίσει να χαλαρώνει. Αν πας στην πλατεία Θεάτρου σε διαβεβαιώνω ότι τα Εξάρχεια είναι Κολωνάκι μπροστά της. Το γεγονός είναι, παρ' όλα αυτά, ότι τα ναρκωτικά χάλασαν την πλατεία.

Μου αρέσει που έχει ωραίες μονοκατοικίες, πανέμορφα σπίτια που τα αγοράζουν και τους κάνουν ανακαίνιση, ωραία μπαλκόνια. Η νυχτερινή ζωή είναι αυτή που τα κάνει ξεχωριστά. Επίσης, το ότι οι άνθρωποι είναι ανοιχτοί και δεν σε κοιτάζουν περίεργα, όπως κι αν είσαι. Πήγε ένας φίλος μας που έχει γεμάτο το πρόσωπο μέχρι και τα δάχτυλα με τατουάζ με ένα φίλο του κι ένα ισπανικό γκρουπ που ήταν κι αυτοί γεμάτοι tattoo στο Σύνταγμα για να φάνε σε κάποιο μαγαζί. Ένας ταξιτζής που ψώνιζε τυρόπιτα τους είδε κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό να τους παρατηρεί. Ο φίλος μας ρώτησε τον διπλανό του «τι θα πάρεις» κι ο ταξιτζής αναφώνησε «Είναι Έλληνες!!!». Εδώ αυτά δεν τα βλέπεις...

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΝΗΣ

ΧΟΡΕΥΤΗΣ

ΟΔΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ

Τα Εξάρχεια δεν ησυχάζουν ποτέ. Μαθαίνεις να ζεις με την αναρχία και τη χαοτική κατάσταση της πόλης. Επιβιώνεις αναγκαστικά στις πιο δύσκολες ώρες της ημέρας καθώς περνάς ανάμεσα από MAT, αναρχικούς και καπνογόνα, για να φτάσεις τελικά ως ήρωας στην ώρα σου στον προορισμό σου. Αυτό στα Εξάρχεια είναι απλά μια καθημερινότητα.

Τα ρετιρέ έχουν το προνόμιο να βλέπουν το Λυκαβηττό, το Λόφο του Στρέφη και την Ακρόπολη. Δεν είναι πολυτελής περιοχή, αν και απέχει μόνο πέντε λεπτά από το Κολωνάκι. Στα μπαλκόνι μου το καλοκαίρι έχω ξαπλώστρες, κάνω μπάνιο με το λάστιχο και πίνω μοχίτο με τους φίλους μου.

Από τα Εξάρχεια ξεκινάνε όλα. Βρίσκονται στο κέντρο αλλά ταυτόχρονα διατηρούν την αίσθηση της γειτονιάς. Ακόμα και τα σουπερμάρκετ των Εξαρχείων, λόγω του περιορισμένου χώρου τους, μοιάζουν με μεγάλα μπακάλικα. Μπορείς ακόμα να έχεις το φαρμακοποιό σου, το φούρναρη και το dvd club σου∙ οι σχέσεις είναι πιο ανθρώπινες.

Εδώ οι παλιοί Αθηναίοι, γέννημα-θρέμμα Εξαρχιώτες, παντρεύονται με τους μετανάστες και ζουν αρμονικά στην ίδια πολυκατοικία με πενταμελείς οικογένειες από την Αλβανία. Αυτό και μόνο τους εξαναγκάζει ευγενικά να αλλάξουν νοοτροπία.

Τον τελευταίο καιρό η πλατεία θυμίζει κάμπινγκ. Οι άστεγοι και οι χρήστες που ζουν εκεί πλένουν τα ρούχα τους στη βρύση που υπάρχει, κοιμούνται στα παγκάκια, γίνονται φίλοι μεταξύ τους και ανταλλάσουν τσιγάρα. Και μέσα σε όλα αυτά βλέπεις ένα ζευγάρι να αγκαλιάζεται... Αυτή η συνύπαρξη σε βοηθάει να ευαισθητοποιηθείς απέναντι σε διαφορετικούς ανθρώπους.

Τα Εξάρχεια δεν έχουν ενδυματολογικό κώδικα. Μπορείς να βγεις με πιτζάμες για να πάρεις την πρωινή σου εφημερίδα και τα τσιγάρα σου και όλοι να σε αντιμετωπίζουν κανονικά.

Τα βράδια μερικές φορές έχεις την αίσθηση ότι ζεις σε καθεστώς δικτατορίας. Οι γωνιές είναι γεμάτες αστυνομικούς και ΜΑΤ με όπλα στα χέρια. Κυκλοφορώ πάντα με την ταυτότητα στην τσέπη μου.

Ο αγαπημένος μου δρόμος για περπάτημα είναι η Ερεσσού. Στο μυαλό μου λειτουργεί ως προέκταση της φαντασίας μου. Μια στάση στη μέση της διαδρομής στο φούρνο, στη γωνία Χαριλάου Τρικούπη και Ερεσσού, με φέρνει πίσω στην πραγματικότητα. Συνεχίζω με σακούλα γεμάτη αλμυρά και γλυκά, επιστρέφοντας στη φαντασία μου.

ΟΛΥΜΠΙΑ

ΙΔΙΟΚΤΗΤΡΙΑ ΤΟΥ RUBBERIZE

ΟΔΟΣ ΣΠΥΡΟΥ ΤΡΙΚΟΥΠΗ 22

Άνοιξα το RubbeRIZE στην οδό Σπύρου Τρικουπη 22 πριν από δυόμισι χρόνια. Επέλεξα τα Εξάρχεια γιατί είναι κέντρο, έχουν καλή συγκοινωνία, είναι στα σύνορα με Αλεξάνδρας, οπότε μπορείς εύκολα να αγνοήσεις το δακτύλιο.

Ήθελα να είναι το μαγαζί εύκολα προσβάσιμο και να ταιριάζει με το περιβάλλον. Με αυτό θέλω να πω ότι είναι ενθαρρυντικό να υπάρχουν μαγαζιά «εναλλακτικά» και εξειδικευμένα, όπως βιβλιοπωλεία, δισκοπωλεία, καταστήματα με μεταχειρισμένα ρούχα κ.ά. που σε προσεγγίζουν περισσότερο με φιλική παρά με καταναλωτική διάθεση. Εγώ μαζεύω σαμπρέλες από τα βουλκανιζατέρ και τις ανακυκλώνω φτιάχνοντας διάφορα πράγματα. Ποια άλλη περιοχή θα υποστήριζε ένα τέτοιο μαγαζί;

Για να κάνεις τα ψώνια σου στα Εξάρχεια θα περπατήσεις. Δεν θα τα βρεις όλα σε ένα υπερκατάστημα. Κάνεις τη βόλτα σου και συνάμα ακούς τη μουσική του πρώτου ορόφου, βλέπεις γκράφιτι, διαβάζεις αφίσες-εφημερίδες -π.χ. ο «Βιβλιοφρικάριος»- ενημερώνεσαι για συναυλίες, προβολές ταινιών, συγκεντρώσεις, πορείες, τα πάντα σχεδόν. Αυτά δεν θα τα βρεις σε καμία εφημερίδα, σε κανένα περιοδικό, όσο «free» κι αν είναι, γιατί πολύ απλά δεν πουλάνε, δεν έχουνε σπόνσορες. Δεν θα υπήρχαν όλα αυτά αν δεν υπήρχαν οι κάτοικοι και οι θαμώνες να τα υποστηρίξουν.

Προσωπικά αγαπώ στα Εξάρχεια το Σπόρο, το Καφέπολις που ροκάρει, το Μystic Pizza που με ταΐζει, το τυπογραφείο στη Μαυρομιχάλη 65 που επίσης με ταΐζει και μου φτιάχνει τη διάθεση, τις κάρτες, τους καταλόγους κ.λπ., την Πρωτοπορία, και πάνω από όλα τους φίλους μου που μένουν στην περιοχή και με περιθάλπουν.

ΧΡΗΣΤΟΣ

ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ ΜΟΥΡΙΑ

ΟΔΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΤΡΙΚΟΥΠΗ & ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΙΟΥ

Η Μουριά είναι από τα πρώτα καφενεία στην Αθήνα. Πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν παράγκα. Μια ιστορία λέει πως ξεκόλλησε ένας βράχος από το Λυκαβηττό, κύλησε, αφού τότε δεν υπήρχαν σπίτια ενδιάμεσα, και έφτασε ως εδώ. Γκρέμισε την παράγκα, μαζί με ένα μεγάλο πηγάδι και μια μουριά που υπήρχαν απ’ έξω. Μετά έγινε πολυκατοικία. Εγώ αγόρασα την επιχείρηση πριν από 30 χρόνια. Είμαι ανοιχτά καθημερινά από τις 6 το πρωί μέχρι τις 11 το βράδυ.

Κάποτε τα Εξάρχεια είχαν περισσότερο φοιτητόκοσμο. Τώρα που έφυγαν οι σχολές, είναι πιο λίγοι. Μαζεύω διάφορο κόσμο. Από 20 μέχρι 70 χρονών. Καλλιτέχνες έχω πολλούς. Είμαι εναλλακτικό καφενείο. Το πνεύμα είναι περισσότερο πολιτιστικό. Δεν έχω χαρτιά και πράσινη τσόχα. Παραδοσιακός καφές, αλκοόλ και μεζεδάκια. Όλοι οι πελάτες είναι γνωστοί και, αν δεν είναι, στην πορεία θα γίνουν μια παρέα. Συζητάνε διάφορα. Πολιτικά, πολιτιστικά, αθλητικά, μέχρι και για φιλοσοφία έχω ακούσει.

Τα Εξάρχεια παραμένουν γειτονιά. Τα παιδιά των φίλων μου περνάνε και με χαιρετάνε καθημερινά. Το αγαπημένο μου σημείο είναι η πλατεία και του Στρέφη. Εκεί μεγάλωσα. Εκτός από τα άλλα, τα «σχετικά» των Εξαρχείων, στην περιοχή δεν έχει γίνει ούτε ένας βιασμός ούτε ένα μαχαίρωμα.

ΜΑΚΗΣ ΡΟΜΠΟΛΑΣ

ΚΟΥΡΕΑΣ

ΟΔΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗ, ΠΛΑΤΕΙΑ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ

Στα Εξάρχεια ήρθα το 1961 και το μαγαζί το άνοιξα το 1968. Υπάρχουν δύο διαφορετικές εποχές για την περιοχή. Η πρώτη ήταν μέχρι τη μεταπολίτευση και η δεύτερη από το ‘74 και μετά. Με τη δημοκρατία που ήρθε απότομα ήταν σαν να άνοιξες την πόρτα ενός κλουβιού και ξεχύθηκε ό,τι ήταν καταπιεσμένο. Η περιοχή έχει και τις καλές και τις κακές στιγμές. Εμένα μου αρέσει όμως αυτό το status που έχει διαμορφωθεί. Μένω στου Ζωγράφου 35 χρόνια αλλά σπίτι μου νιώθω τα Εξάρχεια. Τον καφέ μου μόνο εδώ τον ευχαριστιέμαι. Είναι όμορφη γειτονιά, αν εξαιρέσεις την πλατεία.

Έχουν περάσει πολλές μόδες από τα κεφάλια. Προτιμώ να υπάρχει ελευθερία στο κούρεμα. Στα νιάτα μου ήταν το κοντό μαλλί. Μετά τη δεκαετία του ’70 φτάσαμε στο άλλο άκρο και είχαμε το μακρύ μαλλί. Τότε είχαμε μεγάλες αναδουλειές. Τώρα σαν κύκλος ξαναγυρνάμε στο κοντό. Πιστεύω ότι το μπαρμπέρικο με τη μορφή που το ξέραμε θα εκλείψει. Και είμαι εξίσου σίγουρος ότι αυτήν τη δουλειά θα την κάνουν μόνο γυναίκες. Πάνε τα παιδιά που ερχόντουσαν σαν καλφάδες να μάθουν τη δουλειά. Και όσοι άντρες γίνονται κομμωτές περισσότερο ασχολούνται με τα γυναικεία. Εδώ κουρεύονται από τον πιο ταπεινό μέχρι σύγχρονες προσωπικότητες του πνεύματος και της διανόησης. Πάντα συζητάμε. Το κούρεμα είναι ένα ημίωρο που δεν μπορείς να το βγάλεις στη μούγκα. Η θεματολογία περιλαμβάνει ό,τι έχει η επικαιρότητα. Πάντα τα Εξάρχεια τα έβλεπαν λίγο πιο αριστερά τα γεγονότα.

Με τους αναρχικούς τα μαγαζιά δεν έχουν ιδιαίτερο πρόβλημα. Υπάρχει ένα χαρακτηριστικό περιστατικό πριν από χρόνια, σε ένα καυγά μεταξύ αναρχικών και αστυνομικών, μια πέτρα έπεσε πάνω στη τζαμαρία μου και μου την έσπασε. Την άλλη μέρα ήρθαν και μου ζήτησαν συγνώμη. Όλη αυτή η ζωντάνια περνάει από τα Εξάρχεια στους μαγαζάτορές της. Υπάρχει έντονα το χαρακτηριστικό της γειτονιάς. Όλοι ξέρουμε ο ένας τον άλλον. Δεν είναι απρόσωπα. Να δεις πώς με χαιρετάνε όλοι όταν χάνει ο Ολυμπιακός. Και η Αθήνα επίσης προσπαθεί να παραμείνει γειτονιά. Αντιστέκεται η Αθήνα, αντιστέκεται.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΣ

ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

ΟΔΟΣ ΠΕΤΣΟΒΟΥ

ΧΘΕΣ: Εμμανουήλ Μπενάκη και Μεθώνης / η πρώτη συγκατοίκηση / ο ήλιος γυαλίζει την άσφαλτο / η Χριστίνα dj στην Οκτάνα / η Τζώρτζη φεύγει για Παρίσι / ξημερώματα στον Κάβουρα / μετά στην κορυφή του Στρέφη, τα φώτα της πόλης σβήνουν κυκλικά / ο Ίωνας, η Ελίνα και ο Κώστας, η Αμαλία στην κατάληψη της Φυσικής στη Σόλωνος / τάβλι στο Καλλιδρόμιο / shoplifting επιβίωσης στο Σκλαβενίτη κάθε Παρασκευή / τα αγόρια-μοντέλα από το ξενοδοχείο Orion στην λαϊκή της Καλλιδρομίου κάθε Σάββατο / προσκύνημα στη βιτρίνα της Apple στην Στουρνάρη, / ο Μπαρμπα-Γιάννης δεν ανοίγει Δευτέρες / κρυφά φιλιά στη Διάπλαση της Διδότου / ραντεβού και παρεξηγήσεις στο ΠενήνταΠέντε / Τέρμα Ιπποκράτους είναι η Αλεξάνδρας ή η Πανεπιστημίου;

ΣΗΜΕΡΑ: Οδός Πετσόβου / πάντα ο Λόφος του Στρέφη / μόνο η Νεάπολη είναι Εξάρχεια / τα αγόρια του Orion ακόμα στη λαϊκή, όμως ο Γιώργος με τα πορτοκάλια γωνία Ζωοδόχου Πηγής και Καλλιδρομίου απίστευτα πιο όμορφος / μου λείπει η Σμαράγδα / βασιλόπιτα κάθε χρόνο από τον Ασημακόπουλο / μεσημέρια στο Φασόλι / οι φοβισμένες περιπολίες των μπάτσων προκαλούν γέλια / Χαριλάου Τρικούπη και Ερεσσού η μηχανή του Μάρκου / ο δρόμος έξω από το 5ο αστ. τμήμα κλείνει κάθε βράδυ / η Μαυρομιχάλη τις Κυριακές μοιάζει ακατοίκητη / στο Gingerale συμβαίνουν τα πάντα: χορός και ατασθαλίες μετά την πρεμιέρα της Bossanova, καφές με τον Kωνσταντίνο πριν φύγει για Κούβα (μη χέσω!), η Έλενα στην αγκαλιά μου να σχολιάζουμε το δώρο της / θέλω να μείνω στην μπλε πολυκατοικία / carrot cake στο Food Company / τα μαρμάρινα γελαστά πρόσωπα στο συντριβάνι της πλατείας είναι Έρωτες ή χαμένα παιδιά;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ

ΓΡΑΦΙΣΤΑΣ

ΟΔΟΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ

Τα Εξάρχεια μ’ αρέσουν για τα παλαιοβιβλιοπωλεία τους, όπως αυτό του κύριου Πανουτσόπουλου στην Ιπποκράτους ή του Άρη στην Ασκληπιού, και επειδή μπορείς να βγεις με τις πιτζάμες στο δρόμο και να μη σε κοιτάξει κανείς απαξιωτικά - κάτι που, βέβαια, πιθανόν να συνέβαινε αν ήσουν ντυμένος στην τρίχα ή αν οδηγούσες ακριβό αυτοκίνητο. Αυτή είναι η περίεργη υποκρισία των Εξαρχείων: Οτιδήποτε χαρούμενο, «ακριβό» και λαμπερό μοιάζει να αποδοκιμάζεται από τις μαυρόασπρες αφίσες που μιλάνε για την απελευθέρωση των «αγωνιστών» και τα συνθήματα στους τοίχους που παπαγαλίζουν τα τσιτάτα για το σύστημα, τον καπιταλισμό και τους μπάτσους.

Μόνο προς το Στρέφη βλέπει κανείς κάποια σπίτια που σαν κάστρα φιλοξενούν μέσα τους τις νηφάλιες ζωές κάποιων προνομιούχων, οι οποίοι διοργανώνουν εκκωφαντικά πάρτι που εκτοξεύουν αιρετικά τους ήχους από τις «φλώρικες» eightίλες πάνω από τα δέντρα του λόφου. Στον οποίο λόφο μπορείς να σκαρφαλώσεις και να δεις μια πολύ δραματική εικόνα αυτής της πόλης μετά το ηλιοβασίλεμα. Εκεί θα ανέβαζα έναν επισκέπτη, αν μου έλεγε «πήγαινέ με στο σημείο με την καλύτερη θέα της Αθήνας».

Μπορεί μετά να τον πήγαινα να φάει στης κυρίας Κλεοπάτρας στη Μετσόβου, ή να παίζαμε μπάσκετ στο ημιδιαλυμένο υπαίθριο γήπεδο του Αστέρα Εξαρχείων, με το Λυκαβηττό να υψώνεται απότομα μπροστά μας σαν βουνό, κόβοντας τη θέα όλης της υπόλοιπης πόλης από πίσω του. Ενώ θα βαράγαμε σουτ κατευθείαν πάνω στον Αϊ-Γιώργη και τους Άγιους Ισίδωρους, ίσως του έκανα και πλάκα λέγοντας πως πίσω από το Λυκαβηττό υπάρχουν μόνο δάση και χωράφια που απλώνονται ως τον Υμηττό.

ΓΙΩΡΓΟΣ & ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΙ / ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΤΗΣ CHEAP ART

ΟΔΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΜΕΤΑΞΑ & ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ

Τα Εξάρχεια έχουν την ιδιότυπη ιστορία τους και εμείς είμαστε μέρος της, προσθέτοντας με την παρουσία μας ένα ακόμα κομμάτι στο παζλ που συνθέτει την πολύχρωμη και ταυτόχρονα γκρίζα εικόνα της περιοχής. Tο κτίριο που στεγάζει από το 1995 την Cheap Art το αγόρασε το 1906 ο Γεώργιος Γεωργακόπουλος από τη γηραιά κυρία Σοφία Σλίμαν, χήρα του γνωστού αρχαιολόγου, και ήταν ήδη 36 ετών.

Αυτό το κτίριο είναι μάρτυρας όλης της ιστορίας της περιοχής από την εποχή που η Αθήνα από μικρή βαλκανική πόλη μετατράπηκε σε υδροκέφαλο τέρας. Το κτίριο και οι άνθρωποί του έμειναν όρθιοι μέσα από πολέμους, προπολεμικές και μεταπολεμικές δικτατορίες, εμφυλίους, αλλά κυρίως μέσα από τη λαίλαπα της ανοικοδόμησης και της αντιπαροχής. Ο Αριστείδης Γεωργακόπουλος που παρέλαβε το κτίριο με τη σειρά του, το παρέδωσε σε εμάς το 1985. Το 1999 ανακαινίσθηκε πλήρως, βάσει των αρχικών σχεδίων από την αρχιτέκτονα Χριστίνα Παρακεντέ, μέλος της ομάδας και του αρχιτεκτονικού γραφείου πού ανέλαβε την πλατεία Μοναστηρακίου.

1985: Φοιτητές τότε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (ο Δημήτρης) και του Braunschweig στη Γερμανία (ο Γιώργος), μπαίνουμε στον πρώτο όροφο του κτιρίου που σταδιακά μετατρέπεται στο εργαστήριο μας αλλά και σε τόπο συνάντησης καλλιτεχνών από διάφορους χώρους. Ζωγράφοι, ηθοποιοί, χορευτές, σκηνοθέτες, αρχιτέκτονες συναντώνται καθημερινά και δένονται με φιλίες που κρατούν ως σήμερα. Κάποιοι απ' αυτούς έφυγαν απ' την Ελλάδα, άλλοι επέλεξαν να μείνουν εδώ. Τα Εξάρχεια ήταν ο τόπος της ενηλικίωσής μας, τότε που επινοήσαμε τους εαυτούς μας ως καλλιτέχνες. Ένας τόπος ζωντανός, δυνατός, δημιουργικός, που δεν κοιμόταν ποτέ. Υπέροχα βράδια στην πλατεία με ατελείωτες συζητήσεις, ξενύχτια σε εμβληματικά μπαρ της περιοχής, όπως τοSWING, η ΙΝΤΡΙΓΚΑ, το GREEN DOOR, το ΙΡΙΣ, φοβερές συναυλίες στο ΡΟΔΟΝ, στο ΑΝ club, έρωτες που διαδέχονταν ο ένας τον άλλον. Το σπίτι μας ήταν η πλατεία. Ο Ρούσος, τοΤΣΑΦ, ο Μπάρμπα-Γιάννης, η χήρα, ο Κάβουρας, το παλιό Φλοράλ στη μπλε πολυκατοικία με όλους τους παλιούς Εξαρχειώτες, οΕβραίος, το διανυκτερεύον μπακάλικο. Η Αθήνα ήταν τα Εξάρχεια. Τέλος δεκαετίας '80, αρχές '90, μια εποχή με φοβερές εντάσεις, πολιτικές αντιπαραθέσεις, δακρυγόνα, ανεξέλεγκτα ΜΑΤ και αναπόφευκτη γκετοποίηση της περιοχής, που ακμάζει και παρακμάζει διαδοχικά όπως συνέβαινε πάντα με την πλατεία.

1995: Η μεγάλη απόφαση να ανοίξει το εργαστήριό μας τις πόρτες του στο κοινό. Ιδρύεται η cheapart, μια πολιτιστική μη κερδοσκοπική εταιρεία με την υποστήριξη μιας μικρής τότε ομάδας νέων καλλιτεχνών. Στόχος η άμεση και άνευ διαμεσολαβητών επικοινωνία των καλλιτεχνών και του έργου τους με κάθε ενδιαφερόμενο. Για άλλη μια φορά, ο πρώτος όροφος του κτιρίου γίνεται τόπος συνάντησης καλλιτεχνών που φαντάζονται και υλοποιούν εκθέσεις με αντισυμβατικό χαρακτήρα. Αναπόφευκτα έρχονται σε αντιπαράθεση με τις κυρίαρχες αντιλήψεις για τον τρόπο που διακινείται η τέχνη και τη γλώσσα που χρησιμοποιεί. Η ανταπόκριση του κόσμου στηρίζει και ισχυροποιεί τη στάση (θέση) αυτή, η ομάδα διευρύνεται και ο χώρος της cheapart γίνεται πλέον αναπόσπαστο κομμάτι των Εξαρχείων.

Αυτή η απροσδιόριστη, σχεδόν νεφελώδης αίσθηση για το τι ακριβώς είναι τα Εξάρχεια, τόσο προσωπική για τον καθένα, είναι αυτή ακριβώς που ξυπνάει σε όλες αυτές τις παρέες, τις ομάδες, τη δημιουργικότητα και κυοφορεί μέσα της καθετί καινούργιο που θα γεννηθεί.

ΕΥΤΥΧΙΑ

ΙΔΙΟΚΤΗΤΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΒΟΥΡΑ

ΟΔΟΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ

Είμαι γέννημα θρέμμα των Εξαρχείων, 36 χρόνια εδώ, μέσα στην πλατεία. Το σουβλατζίδικο δεν έχει κλείσει ποτέ όλα αυτά τα χρόνια, Χριστούγεννα, Πάσχα, αργίες, πάντα ανοιχτό. Μόνο όταν σκοτώθηκε ο αδερφός μου πριν από τρία χρόνια το κλείσαμε. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν οικογένεια, δεν έχουν πού να φάνε στις γιορτές και το σουβλάκι είναι κάτι οικείο που περιμένουν. Έχουμε σταθερούς πελάτες παιδιά του Πολυτεχνείου, τότε με τα επεισόδια του ‘73, που περνάνε με τα δικά τους παιδιά πια για ένα σουβλάκι και για να μας δουν...

Η περιοχή έχει αλλάξει προς το χειρότερο. Έχουν κλείσει μαγαζιά σε τρεις γωνίες -κάτι αδιανόητο-, και νομίζω ότι όλα αυτά γίνονται σκόπιμα για να υποβαθμίσουν τα Εξάρχεια και να πάρουν φτηνά κάποια κομμάτια τους πριν γίνει το μετρό. Έχουν πάρει ήδη κάποια νεοκλασικά και τα εγκατέλειψαν για να καταρρεύσουν και να φτιάξουν στη θέση τους κτίρια-καθρέφτες. Κι η ανάπλαση της πλατείας ήταν καταστροφή. Περισσότερο πράσινο είχε παλιά, έχω φωτογραφίες με τα παιδιά των λουλουδιών με κιθάρες κι εμένα μικρή πάνω στο γκαζόν, με τριανταφυλλιές, φυτά, δέντρα. Τώρα γεμίσαμε τσιμέντο. Κάποτε δεν μπορούσες να διασχίσεις την πλατεία απ' τον πολύ κόσμο, μέρα νύχτα, τώρα άρχισε να ερημώνει. Είναι γειτονιά όμως, γραφική, όπως και να το κάνεις έχει θαλπωρή, τους αγκαλιάζει όλους με μια μεγάλη αγκαλιά, τη νεολαία, επειδή ο πυρήνας της είναι παλιοί Εξαρχιώτες. Κι είμαι περήφανη για τη γειτονιά μου. Έρχονται απ' την επαρχία κι εγκλιματίζονται αμέσως, τους αρέσει. Δεν πιστεύω στην εγκληματικότητα της πλατείας, δεν υφίσταται, φεύγω στις 6 η ώρα το πρωί από το μαγαζί και δεν με έχει ενοχλήσει ποτέ κανείς. Δηλώνω ευθαρσώς ότι η αστυνομία δεν προσφέρει τίποτα απολύτως. Στην Εμμανουήλ Μπενάκη και Αραχώβης, απέναντι απ' το σχολείο γίνεται νταλαβέρι κι υπάρχει ένα γκαζάκι γι' αυτούς που τρυπιούνται. Ποια αστυνομία; Εκεί μέσα είναι τα παιδιά μας.

Θυμάμαι αρκετές χαρακτηριστικές φιγούρες της πλατείας: τον παπουτσή στη γωνία Βαλτετσίου και Θεμιστοκλέους, τον Βασίλη που κυκλοφορεί ακόμα με το σκύλο του και μένει στο δρόμο εκ πεποιθήσεως. Έχει απαρνηθεί το οικονομικό, παρ' όλο που ο πατέρας του έχει χρήμα. Τον Γιώργο Αραπάκη, τον Νικόλα τον Άσιμο. Ένα μεγάλο κομμάτι της πλατείας. Ήταν φίλος μου, με την κόρη του κάναμε πολύ παρέα, πηδάγαμε απ' το παράθυρο του υπογείου στο στρώμα, εκεί που έπαιζε με άλλα παιδιά κι έφτιαχναν τις κασέτες. Θυμάμαι κολλάγαμε τις μαριονέτες του, τον βοηθάγαμε. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που τον βρήκα κρεμασμένο στην Καλλιδρομίου...

ΕΠΤΕΧΑΡ ΝΤΑΠΡΙΖΙ

ΙΔΙΟΚΤΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΤΑΒΕΡΝΑΣ «ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΑΝΝΗΣ»

ΟΔΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΜΠΕΝΑΚΗ

Το μαγαζί είναι ίδιο τα τελευταία 100 χρόνια. Τα Εξάρχεια, από τότε που το ανέλαβα εγώ το 1980, έχουν αλλάξει πολύ. Ξεκίνησε στο υπόγειο με κάρβουνο και κρασί, μετά το πήρε η κυρία Σοφία, έβαλε ένα μικρό γκαζάκι κι άρχισε να μαγειρεύει γίγαντες. Στην αρχή μαζεύονταν γερόντια. Μετά το πήρε ο Μπαρμπα-Γιάννης και το άλλαξε. Έμεινε τρία χρόνια δίπλα μου πριν το αναλάβω εγώ. Οι μουτζουρωμένες κατσαρόλες και τα σκεύη είναι από τότε, κι όλα φτιάχνονται εδώ, μπροστά στον πελάτη. Σημασία έχει η ποιότητα όμως και οι χαμηλές τιμές, τα υλικά που χρησιμοποιείς, να μαγειρεύεις απλά πράγματα που ο άλλος καταλαβαίνει τι τρώει.

Οι καλύτερες εποχές ήταν από το '85 μέχρι πριν από 6-7 χρόνια. Τα Εξάρχεια ήταν σαν του Ψυρρή. Μετά τα ακίνητα ακρίβυναν πάρα πολύ λόγω των μαγαζιών που άνοιγαν γύρω γύρω. Κάποτε ήταν στέκι των κομμάτων, κυρίως του ΠΑΣΟΚ, τώρα κόπηκαν αυτά, πήγαν πιο ψηλά. Μην ακούς όλα αυτά που λέγονται, τα Εξάρχεια δεν τα χάλασαν οι αναρχικοί, τα χάλασαν τα ΜΜΕ. Δεν υπάρχει περίπτωση να ακούσεις είδηση για φασαρίες και να μην αναφέρουν τα Εξάρχεια! Ακούει ο άλλος Εξάρχεια και τα θεωρεί γκέτο, φοβάται να κατέβει. Τριάντα χρόνια κοντεύω εδώ και δεν έχουν ποτέ πειράξει το μαγαζί, ούτε μία ζημιά. Αισθάνομαι ασφαλής, υπερασφαλής, αν συμβεί κάτι, εδώ θα τρέξουν 5-6 άτομα να σε βοηθήσουν, αλλού δεν συμβαίνει αυτό. Η αστυνομία κάνει ζημιά, τα ΜΑΤ. Διώχνουν τον κόσμο, αυτοί χάλασαν τα Εξάρχεια. Αυτοί και τα ναρκωτικά. Γέμισε ο τόπος νέα παιδιά που τρυπιούνται επειδή δεν τα βλέπει κανείς σαν αρρώστους. Τι να τα κάνουμε τα 12 ΟΚΑΝΑ τριγύρω όταν αφήνουν τους αρρώστους στο δρόμο και φτιάχνεται γκέτο; Νοσοκομείο χρειάζονται, να φτιαχτεί μια πτέρυγα να τους φροντίζουν.

Μου αρέσουν τα Εξάρχεια επειδή είναι παλιά πόλη, τα στενά, τα παλιά κτίρια, μου αρέσει ο κόσμος που είναι κάθε κατηγορίας, που μοιάζουν σαν σαλάτα χωριάτικη!