Τετάρτη, αργά το απόγευμα, το τελευταίο φως της μέρας πέφτει πάνω στη σκονισμένη Κανάρη, τα έργα διαπλάτυνσης των πεζοδρομίων συνεχίζονται. Στο ύψος της Σόλωνος μια μικρή ομάδα διαμαρτύρεται χαμηλόφωνα για την κοπή των νεραντζιών. Ξεχωρίζω τη βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Άννα Φιλίνη, παθιασμένη Αθηναία, για χρόνια δημοτική σύμβουλο και εικαστικό. Είναι μία συγκέντρωση πολύ... κολωνακιώτικη, πολιτισμένη και αστική: Δίπλα στους φρεσκοφυτεμένους βραχυχίτωνες εκ Νέας Ζηλανδίας που αντικατέστησαν τα θυσιασμένα οπωροφόρα, οι λιγοστοί διαμαρτυρόμενοι έχουν εναποθέσει μικρές νεραντζιές.

Η ιστορία με τα δέντρα της οδού Κανάρη μπορεί να ηχεί κάπως εκκεντρική σε μία πόλη που δεν μπορείς καν να περπατήσεις, αλλά ας παραδεχθούμε ότι το Κολωνάκι έβγαλε «είδηση» ύστερα από πολύ, πολύ καιρό. Ναι, σαν να είχαμε ξεχαστεί λίγο τα τελευταία χρόνια, σαν το «αυτονόητο» Κολωνάκι να είχε παραγίνει αυτονόητο, μία νησίδα καλής ζωής που κάποτε μας απασχολούσε για λόγους τους οποίους σήμερα δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε. Ένα είναι σίγουρο: Το Κολωνάκι θα αποχαιρετήσει την πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα από πολύ διαφορετική θέση σε σχέση με τον αδιαμφισβήτητο βασιλικό θρόνο της εποχής του μιλένιουμ. Μα τι συνέβη και δεν το πήραμε χαμπάρι; Δεν μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι όλα εκεί συμβαίνουν; Έπαψε το Κολωνάκι να είναι το... Κολωνάκι;

Στην πραγματικότητα δεν άλλαξε τίποτα, τουλάχιστον στα στενά όρια της κολωνακιώτικης επικράτειας. Ήρθαν, όμως, τα πάνω κάτω σε όλη την υπόλοιπη Αθήνα. Η σταδιακή ανάδυση μιας εναλλακτικής Αθήνας κάτω από την Ομόνοια κλόνισε για πρώτη φορά την ιδέα ότι για να περάσεις καλά το βράδυ πρέπει να πας στο Κολωνάκι. Εκατοντάδες μπαρ, fun restaurants, μοντέρνες ταβέρνες πλημμύρισαν τη νέα Αθήνα αφήνοντας το Κολωνάκι σε ρόλο κομπάρσου. Ακόμα κι εκεί που θεωρητικά έπαιζε χωρίς αντίπαλο (στα εστιατόρια), βρέθηκε να ανταγωνίζεται περιοχές χωρίς το παραμικρό γαστρονομικό παρελθόν. Το πανάκριβο, επιδεικτικό Κολωνάκι έπαψε να είναι υποχρεωτικό πέρασμα όχι μόνο για όσους ήθελαν να δουν και να τους δούνε αλλά και για τους πολύ περισσότερους που είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στην τουριστική Πλάκα, το Μοναστηράκι της τσίκνας και τα «γαλλικά» καφέ της Μηλιώνη.

Ενός «κακού» μύρια έπονται. Απρόσκλητοι ανταγωνιστές ξεπετάχτηκαν από παντού. Το παραγκωνισμένο Σύνταγμα κερδίζει διαρκώς πόντους χάρη στην αναγέννηση του Μεγάρου του Μετοχικού Ταμείου Στρατού. Ένας διπλός εσπρέσο στη βιτρίνα του Ζοναρς λαμβάνει διαστάσεις προσκυνήματος, ενώ η λειτουργία του Attica «κατέβασε» αφοσιωμένους καταναλωτές στην Πανεπιστημίου. Και για πολλούς περιζήτητους εργένηδες ένα λοφτ στο Γκάζι αντικατέστησε το παλιό όνειρο μίας funky γκαρσονιέρας στη Σπευσίππου, στην Κλεομένους ή στη Χάριτος. Αλλά ας μην παρασυρόμαστε, τουλάχιστον όσον αφορά στην αγορά του real estate: Η τάση επιστροφής στο κέντρο ενισχύει και το Κολωνάκι, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να είναι το ακριβότερο σημείο στο κέντρο. Ευκατάστατοι οικογενειάρχες των βορείων προαστίων βαρέθηκαν το γκαζόν και τις ουρές της Κηφισίας και το μόνο που θέλουν από τη ζωή τους είναι να πηγαίνουν στη Βαλαωρίτου με τα πόδια.

Η αίσθηση ότι το Κολωνάκι έπαψε να είναι το επίκεντρο των πάντων στην Αθήνα μπορεί να αφήνει μία κάπως πικρή γεύση στο στόμα, αλλά στην πραγματικότητα αυτά μοιάζουν με τα καλύτερα νέα που άκουσε η γειτονιά τα τελευταία πολλά πολλά χρόνια. Η σχετική αποσυμφόρηση αφήνει περισσότερο χώρο στο «πραγματικό» Κολωνάκι: στο Κολωνάκι της καθημερινότητας και των χιλιάδων μόνιμων κατοίκων που δεν θέλουν να ξέρουν τι θα είχε συμβεί αν δεν έμπαινε φρένο στη ραγδαία ανάπτυξη της δεκαετίας του ‘90. Στην πραγματικότητα το Κολωνάκι χρωστάει τεράστια χάρη στο Γκάζι, στο Μεταξουργείο και σε όλες τις παλιές συνοικίες της Αθήνας που αποσυμπίεσαν κάπως την κατάσταση. Και ίσως μόνο έτσι να ξαναγίνει το Κολωνάκι ένα μέρος λιγότερο βρόμικο και λιγότερο απεριποίητο που να αξίζει τις 10 και τις 15.000 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Και, φυσικά, σ' ένα τέτοιο Κολωνάκι ο θάνατος μερικών δέντρων θα αποτελεί πάντα ικανό λόγο για να βγάλει τον κόσμο του στους δρόμους.