Από μικρός μεγάλωσα με γατούλες. Και τα σκυλιά τα αγαπώ, αλλά με τις γατούλες έχω κάτι. Έχω παρατηρήσει ότι γάτες και σκύλοι είναι κάτι σαν Ολυμπιακός - Παναθηναϊκός. Είσαι ή με τον ένα ή με τον άλλον.

 

Χρόνια πια δεν έχω γάτες σπίτι μου. Έχω όμως μπόλικη γατοτροφή στο αμάξι και όπου βρίσκω, τις ταΐζω. Το κάνω και με τα πουλιά και με τα ψάρια. Όταν βγαίνω, πάντα μαζεύω το ψωμί που περισσεύει. Το ψωμί δεν πρέπει να πετιέται.

 

Κάτω από το σπίτι στη Βουλιαγμένη έχω την αγαπημένη μου γατούλα. Πορτοκαλοτρίχης χνουδωτός, καλοταϊσμένος, χαδιάρης. Πάντα τρίβεται. «Μαλάκα» τον φωνάζω και κάθε φορά που ακούν τα κορίτσια το όνομά του σκάνε στα γέλια. Κάθε φορά που ακούει το αμάξι μου να παρκάρει, λες και αναγνωρίζει τον ήχο της μηχανής ο Μαλάκας κι έρχεται. Για φαγητό, αλλά πιο πολύ για χάδια. Συχνά φέρνει μαζί του και μια φίλη του, νομίζω την πιο όμορφη γατούλα του κόσμου. Θηλυκό, όνομα και πράμα. Θα μπορούσε να 'ναι η Λαίδη από τις «Αριστόγατες». Σταρ του σινεμά. Λεπτά χαρακτηριστικά, όμορφα χρώματα, σκέρτσο και τσαχπινιά. Αυτή, πιο απόμακρη από τον φίλο μου.

 

Θύμωσα με όλους αυτούς που κουβαλήθηκαν Καθαρά Δευτέρα στη Βουλιαγμένη. Αν κάθονταν σπίτι τους, μπορεί η γατούλα μου να ζούσε.

 

Μένω σε κεντρικό δρόμο στη Βουλιαγμένη και ανησυχώ για τα αυτοκίνητα και τις γατούλες. Αλλά αυτά με έχουν πείσει ότι δεν κινδυνεύουν. Λες κι έχουν κάνει μαθήματα κυκλοφοριακής αγωγής. Κάθε φορά που επιστρέφω, λες και με μυρίζουν, έρχονται για φαγητό. Χαίρομαι πολύ που τις βλέπω, γιατί πλέον είναι οικογένειά μου. Είναι το παρεάκι μου. Με έχουν δει και στα καλύτερα και στα χειρότερά μου.

 

Τις προάλλες, Καθαρά Δευτέρα, είχε πολύ κόσμο η Βουλιαγμένη. Είχα πάει για τρέξιμο και κολύμπι. Γύριζα σπίτι. Και τότε το είδα. Στη μέση του δρόμου. Ένα άψυχο κορμάκι. Μια γατούλα χτυπημένη. Αυτό που λες ότι δεν θα συμβεί ποτέ. Παρκάρισα με την ελπίδα ότι δεν θα ήταν η γατούλα μου. Πλησίασα βήμα-βήμα όσο πιο αργά μπορούσα λες για να μη φτάσω ποτέ. Ήταν η Λαίδη. Άψυχη στη μέση της ασφάλτου. Για λίγα δευτερόλεπτα έχασα τα λογικά μου. Μόλις συνήλθα λίγο, πήγα να την πιάσω με την ελάχιστη ελπίδα ότι μπορεί και να ζούσε.

 

Είχε αίμα στο κεφάλι και στην άσφαλτο. Τη σήκωσα. Ήταν ακόμα ζεστή. Το κορμί της όμως εντελώς άψυχο, άνευρο. Τα μάτια της ήταν κόκκινα, μέσα στο αίμα. Πήγα το νεκρό κορμάκι της παραπέρα.

 

Ανέβηκα σπίτι άψυχος κι εγώ.


Δεν ήθελα τη ζωή μου.


Ήθελα μόνο τη γατούλα μου.


Θύμωσα με όλους αυτούς που κουβαλήθηκαν Καθαρά Δευτέρα στη Βουλιαγμένη.


Αν κάθονταν σπίτι τους, μπορεί η γατούλα μου να ζούσε.


Με έπιασε ένα μεγάλο ΓΑΜΩΤΟ για τη γατούλα μου και την κάθε γατούλα.

 

Πού διάολο να πήγε η θηλυκότητά της και το σκέρτσο της απ' τη μια στιγμή στην άλλη; Η ομορφιά και η χάρη της; Το τόσο εκφραστικό της κοίταγμα; Το απόμακρο του χαρακτήρα της; Όλες οι πινελιές της προσωπικότητάς της;


Τι διάολο γίνεται μετά; Μετά από εκείνη τη λεπτή και τόσο εύθραυστη κλωστή που μας ενώνει και μας χωρίζει από αυτό το γαμημένο το Μετά;

 

Θα 'δινα όλα τα λεφτά του κόσμου να γύρναγε πίσω η γατούλα μου για λίγο. Και όλοι οι άνθρωποι που έχω χάσει όλα αυτά τα χρόνια.

 

Έφερα στη σκέψη μου για λίγο τον Μαλάκα. Που έχασε το ταίρι του. Που ποτέ δεν θα καταλάβω πώς νιώθει και πόσο θα του λείψει. Που θα πονέσει κι εγώ ποτέ δεν θα μάθω πόσο.

 

Καλό ταξίδι, αγαπημένη μας γατούλα.