Η ΛΙΖΑ ΑΠΛΩΣ ΔΕΝ 
μπορούσε πλέον να αντέξει αυτό που συνέβαινε κάθε φορά που συναντούσε τον συνάδελφό της, Πίτερ. Ανώτερο στέλεχος μεγάλης αλυσίδας λιανικής στην οποία εργάζονταν και οι δύο, κάθε φορά που τον συναντούσε, εκείνος ξεκινούσε μια ατέλειωτη κλάψα για τη δουλειά του, την κυβέρνηση, την προσωπική του ζωή. Αυτό συνέβαινε κάθε φορά που συναντιούνταν με αποτέλεσμα πολύ σύντομα να διαμορφώσει ένα κλειστοφοβικό συναίσθημα κάθε φορά που τον έβλεπε.

 

Δεν βοήθησε καθόλου ούτε το γεγονός ότι εκείνη προσπαθούσε να βάλει σε νέο, πιο ελπιδοφόρο πλαίσιο την κουβέντα τους. Εκείνος θα επέστρεφε στον αρνητισμό του, μία συνεχή γκρίνια, μία συνεχόμενη κλάψα που τελικά ήταν τοξική για όλους γύρω του. Και φυσικά για τον ίδιο.  

 

Βέβαια, η ζημιά είχε γίνει.

 

Σύμφωνα με έρευνες ετών έχει αποδειχθεί ότι τα επαναλαμβανόμενα παράπονα, η γκρίνια, ο μόνιμος αρνητισμός επιδρούν αρνητικά όχι μόνο στο πνεύμα και στην ψυχή, αλλά και στο ίδιο μας το σώμα. Οι νευροδιαβιβαστές στον εγκέφαλο, όταν το εξωτερικό ερέθισμα είναι μία σειρά επαναλαμβανόμενων κακών, τοξικών συναισθημάτων, έχουν την τάση να ενισχύουν τη δημιουργία εξίσου κακών και ατελέσφορων σκέψεων που κάνουν τους γύρω –και αυτόν που γκρινιάζει– δυστυχισμένους, ενώ αφήνουν ελάχιστο χρόνο και χώρο για θετικά αισθήματα όπως η ευγνωμοσύνη, η εκτίμηση, η χαρά.

 

Όταν οι άνθρωποι σκέφτονται και αντιδρούν με αρνητικούς και απαισιόδοξους τρόπους, χωρίς να το συνειδητοποιούν, μεταφέρουν αυτά τα συναισθήματα σε άλλους σε μια διαδικασία που οι ψυχολόγοι αποκαλούν «προβολική ταυτοποίηση». Είναι σαν να χρησιμοποιούν άλλους ανθρώπους ως κάδο απορριμμάτων για την αρνητικότητά τους, κάνοντας αυτούς τους να αισθάνονται βάρος και εξάντληση.

 

Ένας συνεχής κύκλος αρνητικών σκέψεων μπορεί ακόμη και να προκαλέσει βλάβη στον ιππόκαμπο, το τμήμα του εγκεφάλου που χρησιμοποιείται για την επίλυση προβλημάτων και τη γνωστική λειτουργία. Με την πάροδο του χρόνου, οι γκρινιάρηδες γύρω, όλοι αυτοί οι μονίμως ανικανοποίητοι, τοξικοί τύποι, οι εθισμένοι στην αρνητικότητα, βουτάνε όλο και πιο βαθιά στο δράμα που προκύπτει από την ίδια τους την γκρίνια.

 

Είναι επίσης επιρρεπείς σε ένα είδος απόλυτης σκέψης: ή άσπρο ή μαύρο. Ο συμβιβασμός, ο ελιγμός, η διπλωματία, η υποχώρηση δεν αποτελεί μέρος της δικής τους εξίσωσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι χρόνιοι γκρινιάρηδες, όπως ο Πίτερ, είναι πιο πιθανό να «βλέπουν» προβλήματα αντί για λύσεις, καθιστώντας πολύ δύσκολη τη συνεργασία μαζί τους.

 

Δεδομένης της αρνητικότητάς τους, είναι δύσκολο για αυτούς να πάρουν αποφάσεις και να λύσουν προβλήματα. Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, το συνεχές παράπονο για τα προβλήματά τους δημιουργεί περισσότερα προβλήματα, για τα οποία τελικά έχουν να διαμαρτύρονται αδιάκοπα.

 

Η χρόνια γκρίνια έχει επίσης επιβλαβείς συνέπειες και στους γύρω τους. Όταν οι άνθρωποι σκέφτονται και αντιδρούν με αρνητικούς και απαισιόδοξους τρόπους, χωρίς να το συνειδητοποιούν, μεταφέρουν αυτά τα συναισθήματα σε άλλους σε μια διαδικασία που οι ψυχολόγοι αποκαλούν «προβολική ταυτοποίηση». Είναι σαν να χρησιμοποιούν άλλους ανθρώπους ως κάδο απορριμμάτων για την αρνητικότητά τους, κάνοντας αυτούς τους να αισθάνονται βάρος και εξάντληση.

 

Το ενδιαφέρον είναι –βάσει των ερευνών– ότι είναι πολύ πιθανόν αυτό το είδος «μεταφοράς» να είναι μέρος του εξελικτικού μας οπλοστασίου.

 

Μερικοί νευροεπιστήμονες υποστηρίζουν ότι τα ανθρώπινα όντα διαθέτουν αυτό που ονομάζουν νευρώνες – καθρέφτες στον εγκέφαλό τους, εφόδιο εξαιρετικά σημαντικό για την επιβίωση μας.

 

Ως κοινωνικά όντα, πολύ συχνά μιμούμαστε ή αφομοιώνουμε ασυνείδητα τις διαθέσεις των ανθρώπων γύρω μας, κάτι που μπορεί να είναι πλεονέκτημα όταν αντιμετωπίζουμε κίνδυνο. Επίσης, αυτή η αντίδραση μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμη σε ό,τι αφορά την κοινωνική συνοχή.

 

Όμως, αυτός ο νευρωνικός καθρέφτης έχει και τη σκοτεινή πλευρά του. Οι άνθρωποι που διαμαρτύρονται για όλα έχουν μεταδοτικότητα, το παράπονο και η γκρίνια τους μας επηρεάζει και πριν το συνειδητοποιήσουμε, έχουμε γίνει και εμείς σαν κι αυτούς.

 

Γιατί όμως γκρινιάζουμε;

Δεν είναι όλα τα παράπονα κακά ή τουλάχιστον δεν αποπνέουν όλα αρνητισμό. Η περιστασιακή εκτόνωση και η εκδήλωση αρνητικών συναισθημάτων σε έναν συνάδελφο, για παράδειγμα, σχετικά με τις δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε στη δουλειά, μας επιτρέπουν να αποκαλύψουμε τις ανησυχίες μας και να μειώσουμε τις πιθανές συνέπειες μίας κρίσης άγχους.

 

Η καταστολή των συναισθημάτων μας μπορεί να μας εμποδίσει να ονοματίσουμε το πρόβλημά μας και να φτάσουμε επιτέλους στην επίλυση του. Οι άνθρωποι παραπονιούνται επίσης για να αισθάνονται καλύτερα για τον εαυτό τους. Ας πούμε η γκρίνια του Πίτερ μπορεί απλώς να αναζητούσε την αποδοχή ή την επικύρωση της συναδέλφου του για το πόσο άδικη –όντως– ή ενοχλητική ήταν η κατάσταση που βίωνε. Επίσης, συχνά γκρινιάζουμε και εξωτερικεύουμε τα παράπονά μας ως μία απόπειρα δημιουργίας κάποιου είδους συναισθηματικής σύνδεσης.

 

Ωστόσο, πολύ συχνά η διαρκής γκρίνια μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τρόπος άσκησης εξουσίας και επιρροής στη σκέψη και τις αποφάσεις των γύρω μας.

 

Ειδικά μέσα σε οργανισμούς, που μπορεί να είναι εστίες παιχνιδιών δύναμης και επιρροής, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν παράπονα για να λάβουν την υποστήριξη των άλλων, έστω και έτσι. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Πίτερ ίσως προσπαθούσε να «στρατολογήσει» τη Λίζα με τη δική του πλευρά, να αποκτήσει έναν σύμμαχο μέσα στον εργασιακό χώρο και φυσικά εναντίον των όσων διαφωνούσαν μαζί του.

 

Πολλές φορές, κάποιος που γκρινιάζει, το κάνει από σχετικά μικρή ηλικία, ως μέσο για να αποκτήσει ορατότητα μέσα στην οικογένεια, στο σχολείο, στις παρέες. Είναι ο τρόπος του για να παραμένει το επίκεντρο της προσοχής και αυτή η πρώτη εκδήλωση των επιθυμιών του κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί με τα χρόνια να γίνει μέρος της ταυτότητας και του πώς επιβάλλεται και πείθει τους ανθρώπους.

 

Δεν είναι απλώς τα προβλήματα για τα οποία γκρινιάζει. Χωρίς αυτά δεν θα είχε λόγο ύπαρξης. Η επίλυσή τους θα του αφαιρούσε τον λόγο, θα απειλούσε την ίδια την παρουσία του μέσα στο κοινωνικό σύνολο, στο οποίο κινείται.

Πώς αντιμετωπίζεται, λοιπόν, η χρόνια γκρίνια ή ακόμη πιο ειδικά ο φορέας της;

Βάσει των ίδιων ερευνών, οι προσπάθειες να βοηθηθεί ένα τέτοιο άτομο συχνά πέφτουν στο κενό ή έχουν μικρή αποτελεσματικότητα. Κάποιος συνηθισμένος στο να παραπονιέται για όλα, σπανίως αναζητά λύσεις. Αυτό είναι που καθιστά και εξαιρετικά δύσκολη τη διαχείριση τέτοιων ατόμων.

 

Το πιο αποτελεσματικό είναι το θέτει το περιβάλλον του σαφή όρια. Το να του λέει δηλαδή ότι φυσικά και μπορεί να μιλάει, αρκεί να μπορεί και να ακούσει και κυρίως να μην επαναλαμβάνεται.

 

Συνήθως σε τέτοια άτομα είναι σημαντικό να τους αναγνωρίζουμε ότι όντως αισθάνονται άσχημα, αλλά –πώς να γίνει διαφορετικά;– η διαρκής επανάληψη των παραπόνων τους είναι κάτι που αποσυντονίζει, κάποτε και αναστατώνει όλους τους άλλους γύρω τους.

 

Όλοι γκρινιάζουμε πότε-πότε, όμως είναι η συχνότητα που δημιουργεί ή και διογκώνει τα προβλήματα και μπλοκάρει την επίλυσή τους. Και το πιο σημαντικό: το να παραπονιόμαστε για κάτι συνήθως είναι χρήσιμο, διότι ή αντιμετώπιζεται η πηγή του παραπόνου ή επιλύεται το πρόβλημα και, ναι, αυτό είναι μια θετική αλλαγή, που αν δεν υπήρχε διαμαρτυρία, δεν θα προέκυπτε.

 

Η χρόνια γκρίνια, χωρίς επίλυση του πυρήνα του προβλήματος που την τροφοδοτεί, μόνο εποικοδομητική δεν είναι, τουναντίον αποβαίνει τοξική και αυτό δεν χρειάζεται καν να μας το πει η επιστήμη.

 

ΠΗΓΗ: Harvard Business Review