ΝOMIZΩ ΠΩΣ, όταν τελειώσει αυτό, θα μας αφήσει πιο μόνους. Φοβάμαι πως όσο περνάει ο καιρός, ό,τι κι αν συμβαίνει, θα μας αφήνει πιο μόνους.

 

Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι, κάθε φορά που γιόρταζε κάποιος στο σπίτι, είχαμε open house. Ήταν δεδομένο. Τέτοιες μέρες γιόρταζε ο θείος μου ο Νίκος στην Καλλιθέα. Πρέπει να ήμουν κάπου Γ' Δημοτικού, τότε που είχαμε εκείνο το τέλειο αναγνωστικό με την κουκουβάγια. Τα κουδούνια στη θεία μου χτυπούσαν σαν τρελά. Τούρτες μπαινόβγαιναν και η θεία μου κέρναγε λικέρ τις κυρίες. Οι άντρες έπιναν «scotch».

 

Κλασικά τα πηγαδάκια άντρες-γυναίκες κι εμείς κάπου μέσα, με τον ξάδερφό μου και τα άλλα αγόρια, να παίζουμε Subbuteo. Διάχυτη ήταν η χαρά στο σπίτι. Αν ήταν χρώμα, θα ήταν κίτρινο ή πορτοκαλί, ανοιχτό και φωτεινό. Ούτε τηλεόραση άκουγες ούτε γκρίνια. Μόνο μια χαρούμενη οχλαγωγία. Όταν γυρνάγαμε σπίτι, ήμασταν πολύ πιο χαρούμενοι απ' ό,τι όταν πήγαμε. Όλοι μας.

  

Χριστούγεννα, τα τραπέζια ήταν μοιρασμένα. Παραμονή των Χριστουγέννων ήταν του θείου μου. Μουσική και χορός ήταν must. Τότε ο κόσμος χόρευε. Ήμασταν πιο εύκολοι τότε. Σε όλα. Εμείς, τα πιτσιρίκια, κλεισμένα στο δωμάτιο με τις γούνες, να σπάμε πλάκα και να οργανώνουμε αυτοσχέδια παιχνίδια. Τότε δεν είχαμε tablet, βλέπεις. Του Αγίου Στεφάνου στη μάνα μου και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στη θεία μου. Τότε η οικογένεια ήταν μεγαλύτερη. Και οι καλεσμένοι μπόλικοι. Τα σπίτια ήταν πιο μικρά. Κι όμως χωρούσαν περισσότερους φίλους.

 

Δεν είχε χλιδές τότε. Δεν είχε μπουφέδες και πολυτέλειες. Τα πιάτα, όμως, ήταν γεμάτα σπιτικό φαγητό. Όχι αγοραστό. Άντε να είχε μια κυρία να βοηθάει στο σερβίρισμα. Και κρασί είχε, αλλά μια ποικιλία. Όχι εκατό. Τα χαμόγελα όμως ήταν πιο αληθινά και πιο ζωντανά. Πουθενά δεν έπαιζε τηλεόραση (τότε είχαμε δυο κανάλια κι αυτά από τις 5 το απόγευμα μέχρι τις 12 το βράδυ και μετά έπεφτε ο Εθνικός Ύμνος) ούτε Ίντερνετ, φυσικά. Μόνο μουσική.

 

Τώρα μπήκε και η καινούργια συνθήκη του Covid, που τα πράγματα αναγκαστικά πρέπει να γίνονται από μακριά. Η δουλειά στο γραφείο και η κουβεντούλα γύρω από την καφετιέρα έγινε telecommuting, η βόλτα έγινε Νο 6, το σουλάτσο στην Ερμού click-away και τα κυνηγητά στα διαλείμματα home schooling.

 

Κάπου στην πορεία αυτά τα open house χάθηκαν. Έτσι ξαφνικά. Απροειδοποίητα. Όπως σε ένα βράδυ χάθηκαν τα lego και τα playmobil από τις κόρες μου και αντικαταστάθηκαν με tablet και Netflix. Όχι βίαια αλλά ξαφνικά. Σταμάτησαν τα open house και γίναμε όλοι πιο βλοσυροί. Γιατί όταν κλείνουν τα σπίτια, κλείνουν και τα χαμόγελα. Τη θέση του open house την πήρε το τηλέφωνο.

 

Θυμάμαι, ανήμερα του Αγίου Στεφάνου το τηλέφωνο στο σπίτι μας χτυπούσε σαν τρελό. Πρέπει να έπαιρναν όλοι ανεξαιρέτως οι φίλοι των γονιών μου για να ευχηθούν. Βασικά, αφορμή για επικοινωνία ήταν. Και σύνδεση. Οι ευχές δεν κράταγαν ούτε λεπτό και μετά είχε κουσκούς και κουβεντούλα. Θυμάμαι, ο πατέρας μου μιλούσε σκάρτα δύο λεπτά με τον άλλο πατέρα και μετά αναλάμβαναν οι μανάδες και το τηλέφωνο έπιανε φωτιά. Τότε, βλέπεις, δεν είχε ούτε call waiting ούτε αναγνώριση και το χόρταινες.

 

Πάει κι αυτό. Ο κόσμος δεν τηλεφωνεί πια. Τουλάχιστον, δεν τηλεφωνεί όπως τότε. Το τηλέφωνο δεν ήταν open house, αλλά, όπως και να το κάνεις, ήταν επαφή. Ο κόσμος, λοιπόν, δεν τηλεφωνεί πια. Ποστάρει. Δεν επικοινωνεί. Το open house έγινε τηλέφωνο και το τηλέφωνο ποστάρισμα. Τώρα, πια, του Αγίου Στεφάνου θα χτυπήσουν δέκα τηλέφωνα. Παλιά χτυπούσαν εκατό. Υπάρχουν, ευτυχώς, ακόμα κάποιοι παραδοσιακοί τύποι που πολύ τους πάω, που παίρνουν τηλέφωνο και δεν ποστάρουν. Αλλά φοβάμαι ότι λιγοστεύουν. Συγχύζομαι όταν βλέπω ποσταρίσματα, ειδικά από φίλους, από τους οποίους περιμένω τηλέφωνο, και να σου πω και την αλήθεια, κάποιες φορές το κάνω κι εγώ και τότε συγχύζομαι ακόμη πιο πολύ.

 

Τα ακόμα χειρότερα είναι τα μαζικά ποστ. Μαζεύεις καμιά εικοσαριά Νίκους και ξεμπερδεύεις μια και καλή.

 

Νομίζω ότι όσο περνάει ο καιρός θα κινούμαστε προς πιο μοναχικά μοντέλα. Η τεχνολογία που καλπάζει κι αυτές οι καταραμένες οι ειδοποιήσεις στα κινητά, που είναι πιο ενοχλητικές και από τα καλοκαιρινά κουνούπια. Αυτό το ψυχαναγκαστικό δελτίο των 8, που δυστυχώς είναι θεσμός πια σε πολλά σπίτια, που θα μαζέψει την οικογένεια γύρω από την τηλεόραση για να δει πόσο χειρότερος έγινε ο κόσμος πάλι σήμερα με τη μονότονη φωνή του αυθεντικού «Big Brother» του Όργουελ, την καταθλιπτική μουσική των ρεπορτάζ, τα θεατρικά σπικαρισμένα ρεπορτάζ και όλα τα μέλη της οικογένειας στους καναπέδες, μισοϋπνωτισμένα, με τα υπερσυνδεδεμένα κινητά τους με τρομάζει πολύ και μου θυμίζει την ιστορία με τον βάτραχο που έβρασε σιγά-σιγά στο ζουμί του.

 

Τώρα μπήκε και η καινούργια συνθήκη του Covid, που τα πράγματα αναγκαστικά πρέπει να γίνονται από μακριά. Η δουλειά στο γραφείο και η κουβεντούλα γύρω από την καφετιέρα έγινε telecommuting, η βόλτα έγινε Νο 6, το σουλάτσο στην Ερμού click-away και τα κυνηγητά στα διαλείμματα home schooling.

 

Ζούμε πιο μοναχικά αλλά και πιο δυστυχισμένα από ποτέ. Μπαίνουμε στο γκαράζ του σπιτιού και ούτε με τον γείτονα δεν μιλάμε γιατί έχουμε τα ακουστικά στα αυτιά. Δεν βγαίνουμε καν από το αμάξι για να ανοίξουμε την γκαραζόπορτα, γιατί έχουμε κοντρόλ. Αποφεύγουμε να ανεβαίνουμε (και προ Covid) με το ίδιο ασανσέρ, γιατί πού να πιάνω κουβέντα τώρα. Δεν σηκώνουμε το κινητό γιατί έχουμε αναγνώριση. Ούτε καν τηλεφωνούμε, αν το καλοσκεφτείς. Στέλνουμε μηνύματα. «Να σε πάρω τηλέφωνο;» ‒ «Ναι, γαμώ την τρέλα μου, πάρε με και μη ρωτάς...»

 

Κι ενώ η ζωή χρειάζεται μπόλικα καρυκεύματα και μυρωδικά για να νοστιμίσει, την περιορίσαμε σε δυο-τρία, γι' αυτό και είναι άνοστη. Το Facebook ανάλατο, το click-away άνοστο και το home schooling νερόβραστο.

 

Tελικά, τι απέμεινε; Μια ζωή στεγνή, άχυρο που λένε. Και τι είναι, επιτέλους, αυτή η περίφημη ζωή που τόσο συζητάμε και συχνά δεν ζούμε; Είναι αυτή η παυλίτσα που θα χαράξουν στον τάφο σου ανάμεσα στη χρονιά που γεννήθηκες και τη χρονιά που θα πεθάνεις. Συχνά σκέτη, στεγνή, άνοστη κι αυτή. Κι ένα RIP στον τοίχο σου ή σε κάποια posts τη μέρα που θα φύγεις ‒ ευτυχώς τα RIP δεν τα γκρουπάρουμε ακόμα σαν τους Νίκους σε virtual ομαδικούς τάφους.

 

Κι αυτό το δώρο της ζωής που Κάποιος σού χάρισε παρέλειψες να το ανοίξεις.

Κι αντί να το ζήσεις και να το μοιραστείς, εσύ το ποστάρισες.

Κι αντί να το ζήσεις live, εσύ το είδες σε μαγνητοσκόπηση.

Κι αντί να βάλεις μπόλικη αγάπη, εσύ έβαλες echo.

 

Μια φίλη λέει ένα ωραίο.

Η ζωή δεν είναι πρόβα.

Ούτε story όμως.