Φωτογραφία: Aλέξανδρος Ακρίβος /LIFO
Φωτογραφία: Aλέξανδρος Ακρίβος /LIFO

 

Ομοφοβία είναι, καταρχήν, ο ανυπόστατος φόβος για την διασάλευση της επιβεβλημένης, κανονιστικής ετεροφυλοφιλίας, της λεγόμενης ετεροκανονι[στικ]κότητας. Οι μορφές που παίρνει είναι τόσες ώστε δύσκολα θα μιλούσε κανείς γι’ αυτήν εκτός συμφραζομένων. Αξίζει επίσης να πούμε ότι ο πιο πρόσφατος όρος τρανσφοβία, που εστιάζει στην διεμφυλικότητα, είναι υπώνυμο της ομοφοβίας: δεν υπάρχει τρανσφοβία που δεν είναι ομοφοβία (ενώ το αντίθετο δεν ισχύει) –το ζήτημα είναι η διασάλευση της έμφυλης και σεξουαλικής τάξης. Εννοείται ότι η ομοφοβία ως στοχευμένη μορφή μισαλλοδοξίας δεν αφορά μόνο τους ετεροφυλόφιλους, κάθε άλλο!

 

 

Καθαρά γλωσσολογικός ορισμός της ομοφοβίας δεν μπορεί να υπάρξει. Πρόκειται για αξιολογικό -απαξιωτικό όρο που εκφράζει άποψη καταδεικνύοντας, ταυτόχρονα, δύο πράγματα: α) την ευρύτερα εννοούμενη πολιτική τοποθέτηση και β) τη συγκινησιακή φόρτιση του εκάστοτε υποκειμένου. Την ομοφοβία την γνώρισα περιστασιακά νεότερος στην κλασική της μορφή (βλ.gay-bashing), την ένιωσα όμως για τα καλά στο πετσί μου σε μια «εκ των έσω» --και γι’ αυτό σκληρότερη-- έκφανσή της αρκετά χρόνια αργότερα, όταν δούλευα ήδη στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Σε μια εξεταστική, νεότερη συμβασιούχος συνάδελφος και συνεπιτηρήτρια μιλούσε τόσο σκληρά και προσβλητικά στους φοιτητές ώστε το έκανα θέμα. Όπως έμαθα, συνάδελφος σχολίασε ότι αυτό συνέβη επειδή ήμουν τάχα ομοφοβικός και συγκεκριμένα «λεσβ[ι]οφοβικός», υπονοώντας μάλλον το καταφανώς αγορίστικο look της συναδέλφου, την οποία υποτίθεται ότι δεν ανεχόμουν εξαιτίας της δικής μου «κρυπτο»-ομοφυλοφιλίας (κι ας ήμουν ήδη εντελώς “out”). Το σχόλιο μάλιστα έκανε άνθρωπος που εκτιμούσα… Ήττα!

 

Ήταν, ξέρεις, πολύ του συρμού για τους νεοφώτιστους μεταμοντέρνους να ορίζουν τις «δυσφορίες» που ένιωθαν και τις συγκρούσεις που είχαν δύο άνθρωποι μεταξύ τους, ειδικά αν ο ένας/η μία ήταν ομοφυλόφιλος-η, ως «ομοφοβία». Αυτό είχε βέβαια μια δόση αλήθειας, έγινε όμως και ακτιβιστικό ατόπημα όπου εύκολα περιπίπτει κανείς αν, αντί να νιώθει και να βλέπει γύρω του, απλώς αποστηθίζει κακοχωνεμένες θεωρίες. Είναι από τα λεγόμενα έκτροπα του θεωρητικού λόγου. Όμως την ομοφοβία την εφηύραν άνθρωποι σαν και μένα ως μηχανισμό διαχείρισης του εαυτού μέσα από την απελπισία που ένιωσαν σαν παιδιά χωρίς μοντέλο έμφυλης και σεξουαλικής ταύτισης. Ξεκινά επομένως από τα ίδια τα ομοφυλόφιλα άτομα, εφόσον μέχρι το coming out οι περισσότεροι-ες κρυβόμαστε, μαϊμουδίζοντας ετεροκανονιστικά προ(σ)τάγματα. Οι νεότερες γενιές έχουν ευκολότερο έργο, όμως το φαινόμενο της ομοφοβίας δεν πρόκειται δυστυχώς να απαλειφθεί εντελώς: όσο και να γίνει μελλοντικά αποδεκτή η ομοφυλοφιλία, όσο κι αν η ίδια η ετεροκανονι[στι]κότητα μεταλλαχθεί, θα υπάρχει πάντα κάποιας μορφής ετεροκανονι[στι]κότητα, εφόσον η ετερόφυλη έλξη-σχέση-ζωή είναι ακρογωνιαίος λίθος κάθε γνωστού εθνικού αφηγήματος για την ιδιότητα του πολίτη –κάθε εθνοσεξουαλικού εφηγήματος.

 

 

Φωτογραφία: Aλέξανδρος Ακρίβος /LIFO
Φωτογραφία: Aλέξανδρος Ακρίβος /LIFO

 

Η «μόδα» της πολιτικής ορθότητας τόσο στην ευρύτερα αριστερή, όσο και στην queer προβληματική κράτησε μόνο λίγα (δυσβάσταχτα) χρόνια. Στη συνέχεια την υιοθέτησαν οι νεοφιλελεύθεροι, φτάνοντας σε δυσθεώρητα ύψη υποκρισίας. Στο μεταξύ, το αριστερών καταβολών political correctness πρόλαβε να δώσει στην Άκρα Δεξιά παγκοσμίως πάτημα για ιδεολογική αντεπίθεση, αφού λειτούργησε ως οδηγός προς ναυτιλλομένους προκειμένου να ρετουσάρεται κατάλληλα ο ρατσιστικός της λόγος και να συναντά λιγότερες αντιστάσεις. Υπήρξε, κοντολογίς, μέγα ιδεολογικό και πολιτικό αυτογκόλ για την αυτόκλητη πολιτική «πρωτοπορία»! Στην queer θεωρία, ειδικότερα, αποδείχθηκε η χειρότερή της εκτροπή, γι’ αυτό και μερικά πράγματα χρειάζονται αναθεώρηση, κάτι που μόλις πρόσφατα άρχισαν να συνειδητοποιούν οι queer θεωρητικοί.

 

 

Ναι, ασφαλώς είμαστε χώρα ομοφοβική (ή αν θέλεις, «ομοδυσανεκτική»), αν κρίνουμε από την καταπίεση ανθρώπων που δεν ακολουθούν την ετεροκανονική «πεπατημένη» και διεκδικούν διαφορετικό νομοθετικό πλαίσιο. Σε αυτό, ωστόσο, η ελληνική κοινωνία δεν πρωτοτυπεί. Είναι λοιπόν τελείως άστοχο να θέτουμε ως μέτρο σύγκρισης άλλες χώρες/κοινωνίες, λες και τις ξέρουμε πράγματι τόσο καλά. Γιατί κάποιες μπορεί επιφανειακά να φαντάζουν – και να είναι– πιο ανοιχτές, εκεί όμως που θα συναντήσεις ομοφοβία θα τη βρεις, φοβάμαι, περισσότερο σκληροπυρηνική. Οι Έλληνες πριν από την κρίση ήταν, θαρρώ, ελάχιστα ομοφοβικοί, εφόσον είχες βέβαια τα κότσια να προκαλέσεις την αποδοχή σου. Θα γινόταν νούμερο όποιος έκραζε δημόσια έναν γκέι, μία λεσβία ή έναν/μία τρανς, που ενδεχομένως κιόλας να φλέρταρε ανοικτά με τους επίδοξους υβριστές –το γνωστό «τάπωμα». Ακυρώνεις τον τσαμπουκά και την κουτσομπολίστικη δυναμική όταν δείχνεις εξαρχής ποιος είσαι, υποσκάπτοντας στερεοτυπικές προσδοκίες. Επειδή όμως πολύ λίγοι-ες το κάναμε αυτό ως τώρα, επόμενο είναι να εισπράττουμε αυξημένη ομοφοβία, ειδικά από μια κοινωνία σε πολυεπίπεδη κρίση διαρκείας, πράγμα που την έκανε συντηρητικότερη κι εξαιρετικά επιρρεπή σε ρατσιστικά, μισαλλόδοξα κελεύσματα κάθε είδους με πρόταγμα τη «διάσωση» και διαιώνιση της εθνοσεξουαλικής μας φούσκας.

 

Σε προσωπικό επίπεδο, τώρα, πρέπει να πω ότι έζησα παιδιόθεν μια αηδιαστικά προστατευμένη ζωή. Ενώ, όμως, στα 17 μου ο πατέρας μού κακομίλησε για τη φράντζα μου –σε μια περίοδο μάλιστα που επιθυμούσα διακαώς να περνώ ως στρέιτ–, όταν δέκα χρόνια αργότερα του ομολόγησα την ομοφυλοφιλία μου, η αποδοχή εκείνου του εγνωσμένα macho «Ελληνάρα» ήταν ό,τι συγκινητικότερο μου συνέβη ποτέ! Ίσως βοήθησε κι ο δικός μου «μικροαστισμός», δεν ήμουν βλέπεις των «άκρων». Αλλά κι η ανταπόκριση που είχα από τον επαγγελματικό κύκλο μου στο Πανεπιστήμιο ήταν παραπάνω από θετική. Η αγωνία μου δε όταν έγραψα το πρώτο σχετικό κείμενο αποδείχθηκε αβάσιμη, γιατί συχνά οι άλλοι είναι πιο γενναιόδωροι από μας. Είναι, εντέλει, συνάρτηση του ηλικιακού με το κοινωνικοοικονομικό σου προφίλ το πόση ομοφοβία θα αντιμετωπίσεις οπουδήποτε. Όλα αυτά βέβαια είναι βιώματα κι απόψεις προσωπικές, όχι αποφθέγματα ενός «ειδικού»!

 

 

Φωτογραφία: Aλέξανδρος Ακρίβος /LIFO
Φωτογραφία: Aλέξανδρος Ακρίβος /LIFO

 

Γεγονός είναι ότι αν είσαι ειλικρινής κι ευθύς, βρίσκεις κατανόηση και συμπαράσταση ακόμα κι από κει που δεν το περιμένεις. Έχοντας σπουδάσει κι εν συνεχεία διδάξει μεταξύ 1990-1997 στις ΗΠΑ, η ανάδυση της λεγόμενης γκέι ορατότητας στην Ελλάδα μού φαινόταν σαν «πειραγμένη» σέπια φωτογραφία. Στην Αμερική εκείνων των χρόνων, οπότε η lgbt ορατότητα βρισκόταν στη μεγαλύτερη άνθισή της, ήταν που βγήκα κανονικά προς τα έξω, παιδί που ως τότε πάλεψε πολύ με τη προαποφασισμένη «ομαλότητά» του. Έχω λοιπόν πλήρη συναίσθηση της συνεισφοράς του lgbt κινήματος και δεν κοιτώ «αφ’ υψηλού» διεκδικήσεις όπως ο έγγαμο βίος και το σύμφωνο συμβίωσης, άσχετα με το αν θα τα υιοθετούσα προσωπικά. Αλίμονο, βέβαια, αν ο ακτιβισμός γίνεται επάγγελμα αντί κατάθεση ψυχής --–για να δανειστώ τη φράση του εικαστικού Δημήτρη Ντοκατζή, “Activismispoetryinfullswing.

 

Ξέρεις κάτι, όμως; Μου έτυχε στην Αμερική, και όχι στην Ελλάδα, να με «κράξουν» κάτι δήθεν αντράκια καθώς έβγαινα από ένα γκέι μπαρ. Συνάντησα, επίσης, μεγαλύτερη ομοφοβία στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον από ό,τι στο Καποδιστριακό --τη «μύριζες» στον αέρα (μαζί με τη βαθιά ταξική ηθική) κι ας διέθετε «επίσημη» γκέι οργάνωση (GALA). Μερικά πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται.

 

Αν  είναι ομοφοβική η Αριστερά;Όσο δεν πάει! Κι αυτό ισχύει δυστυχώς για ένα μεγάλο κομμάτι της. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν προσδοκούμε τον λυτρωμό μας από εκεί, γι’ αυτό και παραμένω «εραστής» της. Ας μη μας ξεγελάνε τα φιλελεύθερα προσωπεία της σύγχρονης Δεξιάς, άλλα διακυβεύματα κρύβονται από πίσω.

 

                      

Info: Ο Κώστας Κανάκης έχει συγγράψει την "Εισαγωγή στην πραγματολογία: Γνωστικές και κοινωνικές όψεις της γλωσσικής χρήσης" (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2007, 2η έκδοση 2011), έχει συμμετάσχει στους συλλογικούς τόμους "Γλώσσα και Σεξουαλικότητα" (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2011), "Subjectification: Various Paths to Subjectivity" (2006), "Language and Sexuality: (Through and) beyond Gender" (2010), ενώ ετοιμάζει ένα νέο πόνημα με τίτλο "Queer γλωσσολογία, κατηγοριοποίηση και ενδεικτικότητα»