Η εκδρομή εξελίσσεται υπέροχα. Ο καιρός ήπιος, σχεδόν ανοιξιάτικος, το ίδιο κι η φύση που, ξεγελασμένη, φόρεσε φέτος πρόωρα τα χρωματιστά της. Θησαυρός τα αγριολούλουδα, ολάνθιστες οι αμυγδαλιές, σμήνη από ψαρόνια σχεδιάζουν τρισδιάστατα καλλιγραφήματα στον ουρανό μέσα σε ηχητικό πανδαιμόνιο. Μια αισθητική πανδαισία, ένα ενεργειακό ελιξίριο που τόση ανάγκη έχουμε τα πιο αλαφροϊσκιωτα παιδιά της πόλης.


Και ξάφνου «μπαμ! μπουμ! πίου...», μπαταριές αντιλαλούν ολούθε, διαλύοντας μεμιάς τη γιορτή. Και όχι για λίγα λεπτά αλλά για ώρες ολόκληρες! Ώρες που θα γίνουν μέρες και βδομάδες. Όχι, δεν ξανάρθανε οι Γερμανοί, μήτε σήκωσε επανάσταση το χωριό, ως ίσως όφειλε. Έχουν απλά βγει πάλι οι κυνηγοί καρτέρι... που σημαίνει τέρμα η χαλάρωση, πάπαλα ο ρεμβασμός και, όντας σε πυκνοφυτεμένη περιοχή, προσέχουμε πλέον πού και πώς πάμε μη μας πάρει καμια αδέσποτη ή ξώφαλτση – εδώ κάθε τρεις και λίγο σκοτώνονται κατά λάθος αναμεταξύ τους. Οι κυνηγοί που, «ενώ είναι άνθρωποι, επίσης σαν κι εμένα, έχουν, όμως, τη φριχτήν αυτή θηριωδία να παίρνουν ένα όπλο, στα καλά καθούμενα, και ξεκινώντας ένα γελαστό πρωί, χαράματα, μέσα σε τοπία μαγικά, τοπία ρεμβασμού και προσευχής, πάνε, μεθοδικά κι εκ προμελέτης, να σπείρουν την οδύνη και το θάνατο... Ό,τι για κείνους, είναι διασκέδαση, — για μένα, είναι έγκλημα τεράστιο, βδελυρό και τερατώδες, που, μπροστά του, ωχριούν και είναι πράξεις άκακες, όλα τ' άλλα τ' ανθρώπινα εγκλήματα! Δε βρίσκω τίποτε, στον κόσμο, φοβερώτερο, απ' αυτή τη θεληματική, ψυχρή και στυγερή δολοφονία, που γίνεται για γούστο, «χάριν τέρψεως», — μ' απόλαυση, με κέφι, δίχως τύψεις...» καθώς έγραφε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης αρκετές δεκαετίες πριν, όταν τα κυνηγετικά όπλα ήταν σχετικά «πρωτόγονα» και το «σπορ» λιγότερο επαγγελματικό – εξ ου και η λαϊκή παροιμία «του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο/δέκα φορές είν' αδειανό και μια φορά γεμάτο». 

 

 

 

Μιας και είπα «σπορ», ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το κυνήγι θεωρείται τέτοιο κι ας αθλούμαι χρόνια. Ως σπορ νοείται μια δραστηριότητα που ασκεί σώμα, πνεύμα ή και τα δύο. Αν θες «αντίπαλο», ψάχνεις κάποιον που να καταφέρνει να σε ανταγωνιστεί έστω στοιχειωδώς ώστε να μην ξεφτιλίζεται τελείως η υπόθεση - δηλαδή ΟΚ, αν κατέβει ο ΠΑΟ στην Α' Αθηνών θα βγαίνει πρωταθλητής κάθε χρόνο αλλά ποιος θα το χαίρεται; Τι έχουν να αντιπαρατάξουν οι λαγοί κι οι μπεκάτσες στις επαναληπτικές καραμπίνες; Πολλοί κυνηγοί κόπτονται για το πόσο σέβονται και φροντίζουν τη φύση, και δεν αμφιβάλλω πως κάποιοι ανάμεσά τους έχουν πράγματι αγαθές προθέσεις. Στην περίπτωση αυτή, βέβαια, θα μπορούσαν να αρκεστούν στην καταγραφή και την παρατήρηση, ακονίζοντας εξίσου καλά και σίγουρα πιο δημιουργικά τις δεξιότητές τους. Είναι και θέμα ψυχοσύνθεσης. Παρότι μια γυναίκα, η Άρτεμη ήταν στην αρχαιότητα θεά του κυνηγιού, το κυνήγι είναι βασικά μια κατ' εξοχήν "macho" ανδρική δραστηριότητα. Η κουλτούρα του όπλου, της βίας και του αίματος συγκινεί, βλέπεις, σαφώς περισσότερο το λεγόμενο ισχυρό φύλο, κατά κανόνα, μάλιστα, τους πιο στερεοτυπικά «φανατικούς» εκπροσώπους του. «Τις προάλλες επισκέφτηκα ένα σπίτι, στον τοίχο του οποίου υπήρχε ένα βαλσαμωμένο κεφάλι ελαφιού... Όταν ρώτησα το γιατί, μου απάντησαν ότι είναι ένα πανέμορφο ζώο. Λοιπόν, αποκρίθηκα, η μητέρα μου είναι επίσης ελκυστική, προτιμώ όμως να αναρτώ φωτογραφίες της!», δήλωνε τις προάλλες με μπόλικη δόση... αντικυνηγετικού δηλητηρίου η ηθοποιός Έλεν Ντι Τζένερις.


«Τι λε ρε, το κυνήγι είναι δικαίωμα και αρχαίο όσο ο άνθρωπος!», ακούς. Φυσικά, μόνο που τότε ήταν τρόπος επιβίωσης, όπως και παραμένει στις λιγότερο ανεπτυγμένες γωνιές του πλανήτη. Καμία σχέση π.χ. ο Πυγμαίος, ο Ινδιάνος ή ο Ινουίτ κυνηγός με τους «χομπίστες» τυφεκιοφόρους του Σαββατοκύριακου που εξολοθρεύουν οτιδήποτε πετά ή περπατά, αδιάφοροι για εποχικές ή άλλες απαγορεύσεις και βέβαιοι ότι κανείς δεν θα τους ζητήσει λογαριασμό, μια και οι θηροφύλακες είναι επίσης είδος προς εξαφάνιση ενώ όσοι απόμειναν, αποφεύγουν συνετά να βάλουν το κεφάλι τους στη «φωτιά». Οι τύποι με τα θηριώδη 4x4, τις επώνυμες στολές παραλλαγής, τον ακριβό εξοπλισμό και τα εκπαιδευμένα σκυλιά ράτσας δεν σχετίζονται καν με τον βουνίσιο που θα κυνηγήσει εθιμικά 2-3 φορές το χρόνο, για την περιπέτεια περισσότερο παρά για το θήραμα. Και μπορεί μεν η οικονομική στενότητα να μείωσε αισθητά τον τζίρο των καταστημάτων κυνηγετικών ειδών και τη ζήτηση για νέες άδειες, γιγαντώνει όμως τη λαθροθηρία όπως αναφέρει σε δημοσίευμά του το ίδιο το περιοδικό «Κυνηγός και Φύση».

 

 


Με την ελληνική πανίδα να έχει δοκιμαστεί σκληρά τα τελευταία χρόνια από μια σειρά μεγάλες πυρκαγιές, θα έπρεπε να είχαν τεθεί πολύ αυστηρότεροι περιορισμοί στο κυνήγι, ειδικά στις πληγείσες περιοχές. Είμαι σίγουρος ότι σ΄αυτό θα συμφωνούσαν κι αρκετοί συνετοί κυνηγοί, ειδικά όσοι συμμετείχαν προσωπικά σε προσπάθειες κατάσβεσης. Όμως η (προσωρινή) πανελλαδική απαγόρευση θήρας που ύστερα από προσφυγές οικολογικών οργανώσεων αποφάσισε το Συμβούλιο της Επικρατείας στις 2/12/13 κράτησε μόλις τέσσερις μέρες(!) προτού ανασταλεί – τα συμφέροντα δεν είναι, βλέπεις, αμελητέα, τα έσοδα από τις κυνηγετικές άδειες είναι υπολογίσιμα (ξεκινούν από 115 Ευρώ ετησίως), όπως και οι ψήφοι, εννοείται: Σε 300.000 υπολογίζονται οι κυνηγοί στην Ελλάδα, ενώ από το 1990 έφτιαξαν, στα πρότυπα του αντίστοιχου γαλλικού, δικό τους κόμμα-αντίπραξη στο αντικυνηγετικό «μένος» του ανερχόμενου τότε οικολογικού κινήματος. Το Κόμμα Ελλήνων Κυνηγών (ΚΕΚ) έφτασε, μάλιστα, τις 64.οοο ψήφους στις Ευρωεκλογές του 2009. Στην ιστοσελίδα τους αποφεύγουν επιμελώς να ανεβάζουν φωτογραφίες σκοτωμένων θηραμάτων και περήφανων θηρευτών, ταυτίζουν το κυνήγι με τη φύση, το ψάρεμα και την παράδοση έτσι γενικώς κι αορίστως, ενημερώνουν για θέματα θήρας καθώς και για τις «νίκες» του κόμματος που μέχρι και ύμνο διαθέτει.


Στον αντίποδα βρίσκονται δεκάδες οικολογικές και ζωοφιλικές οργανώσεις, πολυδιασπασμένες ή προσωποπαγείς οι περισσότερες πια κι εξίσου αμφίβολης ιδεολογίας με εκείνη του ΚΕΚ. Η παλιότερη και μαχητικότερη αντικυνηγετική πρωτοβουλία στη χώρα ήταν η ομώνυμη του Κώστα Τσίπηρα (τέλη δεκαετίας '80-αρχές '90). Ριζοσπαστικό χαρακτήρα έχει και ο Αντικυνηγετικός Σύνδεσμος, στην ιστοσελίδα του οποίου καταγγέλλονται το κυνήγι, η αιχμαλωσία κι η κακομεταχείριση ζώων αλλά και ψαριών, η βρώση κρέατος γενικότερα, ενώ δεν λείπουν οι ενθουσιώδεις αναφορές στο Animal Liberation Front, το υπέρ των ζώων ανθρώπινο «αντάρτικο» που μάλιστα το FBI θεωρούσε, μέχρι πρόσφατα, Νο2 δημόσιο κίνδυνο μετά την Αλ Κάιντα! «Είναι οι κυνηγοί οικολόγοι; Με βαθειά, έκδηλη, ολοφάνερη και αποδεδειγμένη οικολογική συνείδηση απαντάμε κατηγορηματικά: ΝΑΙ!!! Την στιγμή που το δάχτυλο σφίγγει την σκανδάλη της καραμπίνας, ένα έντονο οικολογικό ρίγος διαπερνά τον φίλο μας κυνηγό. Την αμέσως επόμενη στιγμή που την πατά, ένα οικολογικό τρέμουλο συνταράσσει το κορμί του, ενώ όταν τα σκάγια βρίσκουν το στόχο και διαμελίζουν οικολογικά το πτηνό μια οικολογική κραυγή χαράς βγαίνει από τα χείλη του: "Το γάμησα το πούστικο !!!", διαβάζω στο «εντιτόριαλ».


Υπερβολές; Μπορεί. Που, όμως, λίγο απέχουν από την πραγματικότητα. Ναι, ξέρω π.χ. ότι πολλά από τα θηράματα εκτρέφονται πλέον για αυτόν ακριβώς τον σκοπό, όμως ούτε αυτό «αθωώνει» τους θηρευτές: Κάνεις που κάνεις το καλό, κάν'το ολόκληρο! Όσο «δικαίωμα» έχεις εσύ να σκορπάς θάνατο στραγγαλίζοντας τη ζωή και τη βιοποικιλότητα, άλλο τόσο – τουλάχιστον – έχω κι εγώ να τα απολαμβάνω ακέραια. Ποιος σε εξουσιοδοτεί να μου στερείς το πέταγμα ενός πουλιού, το κελάηδημα ενός άλλου, τον δρασκελισμό ενός λαγού, το γρύλισμα ενός αγριόχοιρου; Γιατί το δικό σου αφιόνι να παίρνει προτεραιότητα κι από πού κι ως πού το «δικαίωμά» σου να ντουφεκάς όχι από χρεία αλλά για «διασκέδαση» είναι ιερότερο από το δικαίωμα του κάθε πλάσματος στην ύπαρξη; Και μην ακούσω τα περί «επιβλαβών» θηραμάτων όπως οι λύκοι, οι αλεπούδες, τα τσακάλια ή ακόμα κι οι αρκούδες – «επιβλαβή» έγιναν γιατί εμείς, οι άνθρωποι καταρχήν τους στερήσαμε τον ζωτικό τους χώρο. Ούτε έχουμε δα τόσα πολλά που να δικαιολογούν ολόκληρες κυνηγετικές εκστρατείες. Για τους πιο... «στρατόκαβλους», τώρα, υπάρχουν και τα σκοπευτήρια που έχουν κιόλα πάρει πολύ τα πάνω τους, μαθαίνω, τον καιρό της κρίσης. Δεν είναι προτιμότερο να αφήσετε στην ησυχία τους τα βουνά, τα λαγκάδια και τους λόγγους να τα χαίρονται οι τετράποδοι ή φτερωτοί τους κάτοικοι κι από κοντά εμείς οι «κομπλεξικοί», «ξενέρωτοι» φυσιολάτρες;