Aπό τον Μιχάλη Μιχαήλ

 

Η πρώτη φορά που χώνεις τα πόδια σου στη ζεστή άμμο / σε συνδυασμό με τον υπέρτατο τρόμο, τη συνειδητοποίηση του ότι «και πάλι δεν αδυνάτισες», όταν όλοι γύρω σου μετράν τους κοιλιακούς τους / το διαδοχικό τρίπτυχο φράουλες-κεράσι-καρπούζι, αυτά δεν είναι φρούτα, αυτά είναι ο κόσμος όλος σε κάθε μπουκιά / ο ήχος της παγωτομηχανής πάνω στον πάγκο της κουζίνας όταν ετοιμάζεις το πρώτο παγωτό βανίλια της χρονιάς και ήδη προγραμματίζεις το πρώτο σορμπέ, που δεν θ' αργήσει να έρθει η σειρά του / καμένες μύτες και μάγουλα από τον ήλιο / κρέμα γιαούρτι ΚΟΡΡΕΣ με το κιλό/ κολοκυθανθοί γεμιστοί που δεν τους έφτιαξες εσύ και ήρθαν σε τάπερ από κάπου με πολλή αγάπη / το Frangipunch του Μ.Μ. /η διαδρομή με το μηχανάκι προς τα Πετράλωνα και πίσω. Ειδικά η στιγμή με τον λόφο στα αριστερά και τη φράση «γιατί πάντα κάνει κρύο εδώ;» / παρφέ κρέμα / οι είκοσι σελίδες από το μυθιστόρημα που διαβάζεις κάθε πρωί στη βεράντα και το έχεις χρονομετρήσει έτσι ώστε να τελειώσει πριν πλακώσει ο ήλιος στο μπαλκόνι / shakshuka και όχι καγιανά, με φρέσκο κόλιαντρο για γαρνιτούρα και ξύσμα λεμονιού / οι ιβίσκοι. Όσοι κατάφερες να κρατήσεις στο μπαλκόνι σου και όσοι θα δεις στην πατρίδα σου. Εκεί που δεν είναι μικρά φυτάκια, αλλά μεγάλα δέντρα και θάμνοι-φράχτες / μεσημέρι Σαββάτου σε καφενείο του κέντρου, να σε πλακώνουν τα τσίπουρα και οι ρακές και να σου αρέσει που θα κοιμηθείς ζαβλακωμένος από το αλκόολ κι ευχαριστημένος / υπνοβασίες στο ψυγείο στις τρεις το χάραμα και επιδρομές στο καρπούζι / άγρια ρόκα / ντοματοπελτές, αγουρέλαιο, ζυμωτό ψωμί και λίγο αλάτι / σύκα. Σκέτα, με λευκό μαλακό τυρί, με μέλι, με προσούτο, όπως και να είναι, το πιο παράξενο φρούτο της φύσης, μία από τις πιο ηδονικές τροφές / σπιτική ιταλική πίτσα που όλα είναι χειροποίητα και παγωτό Σικάγο για μετά / τα απογεύματα σε πισίνα του κέντρου με Φ / τσιπούρα ψητή με λίγα χόρτα στην άκρη, ούτε λεμόνι, ούτε λάδι, να γεύεσαι τη θάλασσα / κι άλλα ψάρια στον Τραβόλτα / βερίκοκα, ροδάκινα, που στο νησί μου τα λέμε χρυσόμηλα / βανίλιες, που στο νησί μου τις λέμε φορμόζες / και κάποια στιγμή σταφύλια / εκείνη η «δύσκολη» στιγμή μετά το μπάνιο στη θάλασσα, στη διαδρομή για τη Χώρα του νησιού, που το μόνο που σκέφτεσαι είναι το φαΐ στο ταβερνάκι του νησιού και αν θα προλάβεις τα αμπελοφάσουλα ή αν θα σ' τα πάρουν άλλοι / τάρτες με φρούτα του δάσους, ροδάκινα στον φούρνο με παγωτό / μαχαλεμπί με φιστίκι Αιγίνης και γλυκό τριαντάφυλλο / το απλούστατο, αλλά εξαιρετικό δείπνο που ετοίμασες χωρίς να βράσεις ή να ψήσεις οτιδήποτε, που είναι όμως το πιο βασιλικό πράγμα που μπορείς να σκεφτείς και που, φυσικά, η προσπάθεια για να το σχεδιάσεις και οι βόλτες που έκανες στα μπακάλικα, στα μανάβικα, στους φούρνους και στα ζαχαροπλαστεία ήταν ισότιμες με τρεις μέρες σκληρής μαγειρικής / στο ίδιο τραπέζι, η λεπτομέρεια με το μικρό βαζάκι και το ένα ροζ τριαντάφυλλο που έβαλες την τελευταία στιγμή, αν και συνήθως απεχθάνεσαι τα ντεκόρ, απλώς απόψε είναι πολύ ωραία εδώ και μοιάζει να ταιριάζει με το υπόλοιπο πανηγύρι φαγητών που θα είναι στο τραπέζι / σεμιφρέντο / μελιτζάνες με ντομάτα, σκόρδο και βασιλικό / κρύα λαδερά / βασιλικός και δυόσμος παντού / ντομάτες παντού / καυτερές πιπεριές παντού / χταποδάκι στα κάρβουνα ή καρπάτσο / πότισμα με λάστιχο, ξυπόλυτος, παντελόνια, βρακιά, μπλούζες, όλα βρεγμένα και αυτό το δροσερό αεράκι που προκύπτει μέσα από τα βρεγμένα μπετά και τα ραντισμένα γεράνια / φασολάκια / γεμιστά / τα ξαφνικά πηγαινέλα στο λιμάνι του Πειραιά κάθε Σ/Κ / οι καινούργιοι φίλοι της περασμένης τριετίας, που τώρα έγιναν παλιοί και δοκιμασμένοι, όποτε μπορούμε να βρισκόμαστε, τα χάχανα είναι δεδομένα και η πολλή αγάπη / οι γάτες που κοιμούνται στις γλάστρες / οι γάτες που ζαλίζονται απ' τη ζέστη / ο ακάλυπτος, οι συνομιλίες που ακούς, οι σκιές των σωμάτων που βλέπεις, οι μυρωδιές που βγαίνουν από τις κουζίνες, όλη αυτή η κρυφή και αδήλωτη ζωή που νομίζεις πως δεν βλέπει κανείς, όλα πετάγονται στο κενό, όμως όλα τελικά καταγράφονται / οι πικροδάφνες στις άκρες των δρόμων, ειδικά αυτές με τα μικρά, λευκά λουλούδια που σε τυφλώνουν / η αιώνια ιστορία μ' εκείνη τη βόλτα στην Ακρόπολη που λέμε να κάνουμε, αλλά ποτέ δεν γίνεται / η καθιερωμένη αυγουστιάτικη βόλτα στο Αρχαιολογικό που πάντα γίνεται μεσημέρι Σαββάτου, εμείς και κάτι Αμερικάνοι ξέμπαρκοι που βρέθηκαν σε αυτή την πόλη λίγο πριν από την Ίο / η τελευταία νύχτα στο νησί / το ξημέρωμα στον Πειραιά / Κυριακή μεσημέρι στο σπίτι, που έχεις ξεκόψει και δεν έχεις πάει για μπάνιο, που η ησυχία της γειτονιάς είναι τρομακτική και σέξι μαζί / και τα θερινά. Που όλο τα παινεύεις, αλλά όλο το αναβάλλεις. Μια φορά, θυμάμαι, έναν Αύγουστο που είχα κάτσει μόνος στην Αθήνα κι έπρεπε πάση θυσία να βρω ρουτίνα για να μην τα παίξω. Ε, κάθε βράδυ στις εννιά πήγαινα και σε ένα. Ωραία, γλυκά, η αξία της ταινίας είναι το τελευταίο που σε νοιάζει / η υγρασία της πατρίδας μου το βράδυ, το χάραμα / σαγιονάρες, παντόφλες, μακό, ψάθες, ελαφριά αρώματα, χαμηλά ολσταράκια / σκοτεινά δωμάτια / λευκά σεντόνια / βρεγμένα μαλλιά / ηλιοβασιλέματα / ωριμότητα. Μετά από τόσα καλά, πολύ καλά, μέτρια και κάποια κακά καλοκαίρια, να ξέρεις πια να ξεχωρίζεις και να ελπίζεις για άλλο ένα καλοκαίρι γεμάτο με τα πιο πάνω!


Σας φιλώ!