Κάθομαι στα Starbucks και παρακολουθώ την εξής σκηνή:

 

Πατέρας και κόρη.

 

Αυτός, μάλλον ξένος, άγγλος. Πολύ όμορφος, πολύ νέος, με τέλειο σώμα, εμφανείς οι ώρες που περνάει στο γυμναστήριο, κατάξανθος, καλυμένος με τατουάζ από πάνω μέχρι κάτω.

 

Η μικρή, δεν είναι πάνω από έξι. Μελαχροινή, γλυκειά και πολύ φρόνιμη.

 

Είναι εμφανές πως είναι παιδί χωρισμένων γονιών και σήμερα είναι η μέρα που ο μπαμπάς την πάει βόλτα «για να της πάρει και τα δώρα της».

 

Αυτός την λατρεύει, αλλά βαριέται κιόλας. Κτυπάει συνεχώς το κινητό αλλά αυτός βλέπει το νούμερο που τον παίρνει και το κλείνει. Προσπαθεί να δώσει σημασία στη μικρή. Δύσκολο πράγμα να έχεις επαφή με τα παιδιά. Άλλοι κώδικες, που χρειάζονται γερή εκπαίδευση για να τους πετύχεις. Και αυτός, είναι εμφανές πως δεν τους κατέχει.

 

Η μικρή τον κοιτάζει με θρησκευτική ευλάβεια. Μασουλάει το cinnamon roll της, και πίνει ένα γαλατένιο ροζ πράγμα, αλλά η μόνη της έγνοια είναι να μην τον χάσει από τα μάτια της. Στα μαλιά κορδέλες με τη μίνι μάους.

 

Όταν μιλαει το κοριτσάκι, αυτά που λέει σε ξενίζουν. Μιλάει σοβαρά και χαμηλόφωνα. Αν ήσουν εδώ, αν ζούσες εδώ, θα ήξερες πως αυτό είναι σπάνιο φαινόμενο στο νησί όπου κυριαρχεί και είναι παντοδύναμη η δικτατορία των μικρών παιδιών. Και που οι τσιρίδες τους καλύπτει τα πάντα.

 

Παρά τις μεγάλες προσπάθειες και των δύο να έχουν μια σύνδεση, στην ουσία αισθάνονται και οι δύο πολύ μόνοι.

 

Αυτός θα ήθελε να είναι κάπου αλλού, δεν καταλαβαίνει τι σχέση έχει με αυτό το πλασματάκι και γιατί πρέπει να της αφιερώνει χρόνο, κι αυτός μικρός είναι ακόμα και δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ και θα ήθελε και αυτός να ξυπνήσει μια μέρα χωρίς να κρέμεται πάνω από το κεφάλι του η λέξη «πρέπει».

 

Της μικρής δεν της φτάνει ο χρόνος που βλέπει τον πατερα της. Αυτόν που για κάποιο λόγο, καθόλου ξεκάθαρο μέσα στο μυαλό της ακόμα, προσκυνά. Εικόνισμα τον έχει. Ο ήρωάς της. Δεν καταλαβαίνει γιατί δεν ξυπνάει στο ίδιο σπίτι μαζί τους. Γιατί τον βλέπει τόσο λίγο. Κάθε μέρα που πάει στο νηπιαγωγείο και βλέπει τα άλλα παιδιά χεράκι με τον πατέρα τους, την πιάνει ένα σφίξιμο στο στομάχι.

 

Αυτός τώρα (αναπόφευκτα) έχει βυθιστεί στο κάθισμά του και παίζει με το κινητό. Η μικρή κοιτάει εδώ κι εκεί, κάνει πως χορεύει μπαλέτο, χαζεύει τις κόκκινες κούπες στα ράφια τυ καφενείου.  Παιδάκι μόνο. Ποιός ξέρει αν μεγαλώνοντας θα καταφέρει να κάνει όλο αυτό «κάτι» υπέρ της;

 

Δύο ακυρωμένες ζωές σκέφτομαι. Αυτός που πάντα κάτι θα τον κρατάει πίσω και η μικρή που θα μεγαλώσει βιώνοντας την απουσία αυτού του ανθρώπου του τόσο οριστικού στη ζωή της.

 

Κι εκεί που όλα πήγαιναν όπως τα περιγράφω και εγώ έστελνα φανταστικούς κεραυνούς στον κακό κακό πατέρα, η μικρή εκσφενδονίζεται με τον πιο φυσικό τρόπο, προσγειώνεται στην αγκαλιά του και του λέει ένα σ’ αγαπώ και του πετάει και ένα φιλί. Αυτός πρώτα ξαφνιάζεται και μετά υποκύπτει στη μικρή που πήρε την κατάσταση στα χέρια της και αποφάσισε να φερθεί αυτή με πιο ενήλικο τρόπο από τον πατέρα της.

 

Αυτά είδα εδώ πέρα που ήρθα. Αυτά, ένα εκτυφλωτικό φως, ροζ σύννεφά πάνω από τη θάλασσα, φίλους και συγγενείς, κάτι πανέμορφα σπίτια αποικιοκρατικού ρυθμού που δεν τα είχα ξαναδεί, πολύ παλιά πράγματα που δεν αλλάζουν ποτέ.

 

Σας φιλώ.