Στην "Έβδομη Σφραγίδα" του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, αυτή την αριστουργηματική ταινία που χρόνια μου έλεγες να δω και φέτος το χειμώνα το κατόρθωσα, ξεχωρίζω αυτή την σκηνή. Ο ήρωας, έχει ήδη συναντηθεί με το Θάνατο, έχει ήδη αρχίσει η παρτίδα σκακιού που θα ορίσει το μέλλον του, ξέρει πως θα πεθάνει. Και κάπου εκεί, η πλοκή τον οδηγεί σε ένα ξέφωτο δίπλα στη θάλασσα, εκεί που ένας περιπλανώμενος ηθοποιός με τη γυναίκα του και το παιδί του έχουν κατασκηνώσει. Έχει βγάλει ήλιο. Από αυτόν τον ήλιο του Βορρά που τα κάνει όλα πιο διαυγή. Φυσάει, το βλέπεις στα μαλλιά της γυναίκας του ηθοποιού. Η γυναίκα φέρνει να κεράσει τον καταβεβλημένο ιππότη φράουλες και γάλα. Και ανάμεσα σε άλλες συζητήσεις λένε και τα πιο κάτω. Μπορεί να μην σας πούνε κάτι έτσι ξερά που σας τα παραθέτω και με την κουτσή μου μετάφραση. Μπορεί και πάλι να το πιάσετε το υπονοούμενο, όπως το έπιασα κι εγώ εκείνο το βράδυ που είδα πρώτη φορά αυτήν την ταινία και έκτοτε την σκέφτομαι καθημερινά. 

 

 

Όλες οι μέρες είναι πάντα ίδιες. 

 


 

Καθόλου περίεργο που το καλοκαίρι είναι καλύτερο από το χειμώνα. 

 


 

Αφού δεν κρυώνεις. Όμως η άνοιξη είναι η καλύτερη εποχή. 

 


 

 


 

Ανησυχεί κανείς πολύ. Είναι καλύτερο να είσαι ζευγάρι στη ζωή. 

 


 

--Εσύ δεν έχεις κάποιον;

--Έχω. 

 

 

 

--Και πού είναι τώρα;

--Δεν ξέρω. 

 

 

 

Είσαι τόσο σοβαρός. Ήταν η αγαπημένη σου;

 


 

Ήμασταν νιόπαντροι. Παίζαμε μαζί, γελάγαμε πολύ. 

 


 

Της έγραφα τραγούδια για τα μάτια της, τη μύτη της τα εξαιρετικά μικρά της αυτιά. 

 


 

Πηγαίναμε μαζί στο κυνήγι. Τα βράδια χορεύαμε. Το σπίτι έσφυζε από ζωή. 

 


 

Θες λίγες φράουλες;

 


 

Η πίστη είναι μεγάλο βάρος. Το ξέρεις αυτό;

 

 

 

Είναι σα να αγαπάς κάποιον στο σκοτάδι. Να μην έρχεται ποτέ, όσο κι αν τον φωνάζεις.

 

 

 

Όλα αυτά όμως μοιάζουν εξωπραγματικά τώρα που κάθομαι εδώ μαζί σας. 

 


 

Ξαφνικά τόσο ασήμαντα. 

 


 

Τώρα δεν είσαι και τόσο σκυθρωπός. 

 


 

Θα τη θυμάμαι αυτήν τη στιγμή. Την ακινησία, σούρουπο. 

 


 

Την κούπα με τις άγριες φράουλες. Το γάλα. 

 


 

Τα πρόσωπά σας στο απογευματινό φως. 

 


 

Τον Μίκαελ που κοιμάται. Τον Γιοφ με το λαούτο του. 

 


 

Θα προσπαθήσω να θυμάμαι όλα αυτά που είπαμε. 

 


 

Και θα κρατήσω αυτήν την ανάμνηση ανάμεσα στα χέρια μου.

 


 

Με μεγάλη προσοχή. Σα να ήταν μια κούπα ξέχειλη με γάλα.

 

 

 

Και αυτό θα είναι για μένα ένα μεγάλο σημάδι. Μια μεγάλη ικανοποίηση.