Γειά σας παιδιά και από το μπλογκ. Σόρυ για την απουσία. Ήθελα λίγο να τα βάλω όλα σε σειρά, να μην το κάνω αυτό σαν αγγαρία και μετά να αρχίσω. Τώρα είμαι εδώ και όλα καλά, γενικώς.

 

Το καλοκαίρι που μας πέρασε διάβασα Ντίκενς. Το Ζοφερό Οίκο. Έχει γίνει έθιμο πια κάθε καλοκαίρι να διαβάζω ένα μεγάλο κλασικό μυθιστόρημα. Στις παραλίες και στα καφενεία των νησιών όλοι με τα hip βιβλία (Τζόναθαν, ελπίζω να ξεπεράσεις τη Χιπστεροσύνη) και εγώ με τόμους Ρώσσων, Άγγλων και Γάλλων του περασμένου αιώνα να περιφέρομαι στο σκοτεινό Λονδίνο, στη χιονισμένη Μόσχα. Κερδίζω άπειρα από αυτή τη συνήθεια. Αν υπάρχει αυτό που λέμε “γεμίζω μπαταρίες” για μένα είναι η ανάγνωση αυτών των βιβλίων. Θα ήθελα να μπορούσα να διαβάσω όλο τον Μπαλζάκ σε ένα χρόνο. Να ξαναδιαβάσω τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι. Πιστεύω πως μια φορά δεν είναι αρκετή γι' αυτό το βιβλίο. Ο Ντίκενς με δυσκόλεψε. Λίγο περισσότερο διδακτικός απ' όσο μπορεί να αντέξει η εποχή μας, κατά τη γνώμη μου. Παρόλα αυτά εντυπωσιάστηκα από τη μαστοριά του. Ο Ζοφερός Οίκος είναι ένα μάθημα για το πώς πρέπει να γράφεται ένα μυθιστόρημα. Πέραν όμως από τα τεχνικά, που δεν μας αφορούν και πολύ, διότι συγγραφείς δεν θα γίνουμε, ο Ντίκενς λέει μερικά πράγματα που, μήνες μετά σε καίνε, αν έδωσες λιγάκι προσοχή. Όπως ας πούμε αυτό με τη φιλανθρωπία. Ο Ντίκενς μέσα από μια ηρωίδα αυτου του βιβλίου περιέγραψε μοναδικά αυτόν τον τύπο του ανθρώπου που νοιάζεται για τα μεγάλα και μακρινά πράγματα, ενώ αδιαφορεί πλήρως για όλα όσα συμβαίνουν δίπλα του. Δεν ξέρω, τις τελευταίες μέρες το σκέφτομαι πολύ αυτό. Όλο τον αναφέρω αυτόν τον ήρωα που του αρέσουν οι μακρινές και οι άπιαστες μάχες ενώ δίπλα του, ένας γείτονας που μέχρι χθες ζούσε μια καλή ζωή, τώρα έγινε ρακοσυλλέκτης.

 

Συμβαίνει και κάτι άλλο ωραίο τον τελευταίο καιρό. Ανακάλυψα τη μουσική του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Έχω να ευχαριστήσω συγκεκριμένο πρόσωπο γι' αυτό. Η Αγιάτη έχει αυτό εδώ το μπλογκ και είναι πολύ ενθουσιώδης και παθιασμένη για αυτό που κάνει. Να το διαβάζετε είναι ένα μπλογκ για τα βιβλία και τη ζωή γενικότερα. Την ξέρω αρκετά χρόνια αλλά φέτος αρχίσαμε να κάνουμε παρέα κυρίως γιατί ενθουσιαζόμαστε για τα ίδια πράγματα και κάνουμε ωραίες συζητήσεις για βιβλία και τέχνη. Για τον Παπακωνσταντίνου λοιπόν ευθύνεται η Αγιάτη, όπως και για τον Μάλαμα. Πριν από κάθε συναυλία μου στέλνει το Top 20 που πρέπει οπωσδήποτε να ξέρω, εγώ είμαι καλός μαθητής, τα μαθαίνω γρήγορα και μετά πάμε στη συναυλία και περνάμε καλά. Για το Σάββατο στο Θανάση θα τα διαβάσετε όλα στο μπλογκ της και πιο συγκεκριμένα εδώ. Για τη μουσική που ακούσαμε τώρα, να πω απλώς πως είμαι πολύ χαρούμενος που άκουσα ελληνικά τραγούδια όπου ο στίχος τους ήταν πέραν της καψούρας, που κατά την άποψη μου (και όσο και αν αγαπώ τα καψουροτράγουδα όλων των ειδών) είναι ο θάνατος του ελληνικού στίχου. Ειδικά όταν διαπιστώνεις πόσο ψεύτικα και μέτρια ερωτεύονται οι άνθρωποι πια, αυτό το είδος τραγουδιών θα έπρεπε να έχει τελειώσει εδώ και καιρό αφού το συναίσθημα που περιγράφουν είναι λίγο τεχνητό, όπως και πολλά πράγμα αυτή την περίεργη εποχή. Ακούγοντας στη συναυλία λοιπόν τραγούδια όπως ο Πεχλιβάνης, με στίχους που περιέχουν τις λέξεις, πλάτανος, ζαρκάδια, κρύσταλλα, κράνα, ποτάμια, αέρηδες ησύχασα. Υπάρχει κάτι σε αυτά τα τραγούδια. Κάτι αληθινό, αρχαίο μια προσπάθεια να σε ενώσει με ένα παρελθόν μακρινό. Όταν εικοσάχρονα τραγουδάνε τους στίχους του San Michelle (ένα αριστούργημα που μιλάει για τη ξενιτιά) πρέπει να είσαι πολύ αφελής για να μην διαπιστώσεις το μεγαλείο. Φυτεύονται νέοι σπόροι στα μυαλά των νέων που δεν είναι γενετικά μεταλλαγμένοι, απαλλαγμένοι και από το γκλίτερ της περασμένης δεκαετίας. Ηταν ωραία, θαύμασα αυτόν τον καλλιτέχνη και θα ήθελα να σας παραπέμψω να ακούσετε την υπέροχη Μοσχαροκεφαλή του για να δείτε τί σημαίνει Διόνυσος. Ένα τραγούδι που έχει και γαστρονομικό ενδιαφέρον! Φεύγοντας εκείνο το βράδι από την Τεχνόπολη, έδωσα υπόσχεση στον εαυτό μου να φτιάξω μια κασέττα με τραγούδια του Θανάση και να τη στείλω στην Ζυράννα Ζατέλη που νομίζω πως θα της αρέσουν και να πάω να τον ακούσω στο Πήλιο, ή κάπου αλλού που δεν θα έχει φόντο την υψικάμινο του Γκαζοχωρίου, αλλά τα πλατάνια ενός μεγάλου δάσους. Στην Κοιλάδα των Τεμπών ας πούμε.

 

Σας χαιρετώ, να έχετε ένα ωραίο βράδι.