Aπό τον Δημήτρη Καραίσκο

 

Λονδίνο, αρχές Ιανουαρίου του 2013. Επισκέφτηκα την έκθεση "Death, Α Self-Portrait" στο Wellcome Collection και κράτησα σημειώσεις απ' ό,τι με ενδιέφερε σ' ένα μικρό σημειωματάριο με ένα μολύβι. O "μακάβριος χορός" στo νεκροταφείο Saints-Innocents στο μεσαιωνικό Παρίσι, o γιαπωνέζικος "χορός στον ουρανό", οι Αμερικάνικες κούκλες-σκελετοί των αρχών του προηγούμενου αιώνα.


Μάλλον θα έμοιαζα παράξενος μέσα στο πλήθος, γιατί κανονικά θα έπρεπε να το κάνω αυτό σε κάποιο smart phone. Αλλα δεν έχω smart phone. Έχω ακόμα μια παλιά μπαγκατέλα που μ' αρέσει γιατί έχει φακό και δε σπάει με τίποτα. Και μ' αρέσει να γράφω με μολύβι κάθε τόσο. Δε λέω πως είναι κακά τα tablets και τα smartphones - το πιο πιθανό είναι σε λίγο καιρό να έχω κι εγώ κι απο τα δύο. Λέω απλά πως λίγο με ξενίζουν. Aυτές τις δύο βδομάδες που πέρασα στο Λονδίνο στην αρχή του 2013 ένοιωθα κάτι ζεστό και οικείο όταν έβλεπα στο tube κάποιον να γράφει σ' ενα σημειωματάριο ή να διαβάζει μια εφημερίδα. Να έχει στα χέρια του χαρτί και μολύβι, μελάνι, ξύλο, μόλυβδο.

Κι όμως όλα ήταν ταμπλέτες και έξυπνα τηλέφωνα. Και κάρτες. Oyster cards, debit cards, credit cards. Κέρματα, χαρτονομίσματα, χαρτιά, μολύβια, στυλό, περιοδικά, εφημερίδες, βιβλία, cd, εισιτήρια, όλα ξαφνικά αρχίζουν να μοιάζουν γραφικά, ξεπερασμένα, περιττά. Το Λονδίνο του 2013 θέλει να ξεφορτωθεί όλα αυτά. Θέλει να κάνει τα βιβλία Kindle, τα λεφτά κάρτες, τα εισιτήρια έξυπνες κάρτες, τα περιοδικά και τις εφημερίδες i-pad.

Ένα πρωί, βγήκα πρωινή βόλτα στη γειτονιά του φίλου που με φιλοξενούσε, και αγόρασα το τελευταίο φύλλο της Guardian. Γύρισα στο σπίτι, έφτιαξα καφέ, το διάβασα. Και αφού το διάβασα πήγα να το δώσω στη σύζυγο του φίλου μου. Την πέτυχα εκείνη την ώρα να πίνει κι αυτή καφέ στην κουζίνα διαβάζοντας την ίδια εφημερίδα. Μόνο που ήταν η ηλεκτρονική της έκδοση για i-pad. Παραδίπλα, η τρίχρονη βαφτισιμιά μου έβλεπε καρτούν στο youtube μέσα στην οθόνη ενός i-phone. Μια εικόνα από ένα τωρινό μέλλον, να κάθεται με πλήρη φυσικότητα ανάμεσα σε στοιχεία του παρελθόντος: την βικτωριανή οικία, το παμπάλαιο τζάκι, την κανάτα του τσαγιού, τις Καρυάτιδες του γειτονικού νεοκλασικού ναού.

Την ίδια εικόνα αντίκρισα λίγες μέρες μετά στους πρόποδες του τρομακτικού ουρανοξύστη "Τhe Shard", που στεκόταν σαν γυάλινο αρπαχτικό ζώο ύψους τριακοσίων μέτρων δίπλα στον αιματοβαμμένο μυστικισμό του παμπάλαιου κάστρου του Λονδίνου. Και ακόμα λίγες μέρες πιο πριν, στο Regent's Canal, στο Hackney, η ίδια αντίφαση: σιλουέτες να μαγειρεύουν το φαγητό τους μέσα σε ποταμόπλοια, μέσα σ' ένα μουντό φως, σαν ξεχασμένοι ναυτικοί του γλυκού νερού, ενώ λίγα μέτρα παραδίπλα νέα ζευγάρια έβλεπαν ψηφιακή τηλεόραση μέσα σε υπερσύγχρονα καινούρια διαμερίσματα με μεγάλες τζαμαρίες.

Ψηφιακό και αναλογικό, παλιό και καινούριο, μέλλον και παρελθόν, όλα φαίνεται πως βρίσκαν τις ισορροπίες τους αναπάντεχα κι ανεξήγητα, σαν μέσα απο μια μυστική φόρμουλα που την όριζε, σαν αεικίνητη γοτθική θεότητα, η ίδια αυτή η πανίσχυρη πόλη. Μια πόλη που, με ανάσες αλόγου κούρσας, τρέχει ξέφρενα, άγρια, αδυσώπητα.




Έτσι αδυσώπητα τρέχουν κι οι ρυθμοί κάτω απο το έδαφος. Στα τούνελ που ενώνουν τις συνδέσεις των γραμμών του μετρό, οι άνθρωποι τρέχουν ο ένας δίπλα στον άλλο σαν να ανταγωνίζονται. Τα βήματα αντηχούν στους διαδρόμους, άλλοτε συντονίζονται, σαν ναζιστική ομοβροντία, άλλοτε χάνουν το ρυθμό τους, κι ακούγονται σαν κακόφωνες κλακέτες σε υστερία. "Θα βγάλω πιο πολλά χρήματα. Θα είμαι πιο αποδοτικός. Take no prisoners". Μέσα στα βαγόνια του τραίνου οι επιβάτες σπάνια κοιτάζονται, σπάνια χαμογελάνε. Η απόσταση ανάμεσα σ' ένα μουντό, απρόσωπο βλέμμα κι ένα χαμόγελο μοιάζει σαν να είναι από δω ως το φεγγάρι, κι αυτό το κρύο μεταξύ των ανθρώπων το νοιώθεις κάποιες στιγμές σκληρό σαν μαχαίρι. Κι όταν βγαίνεις στο δρόμο, μετά την υπόγεια διαδρομή σου, σε χτύπαει ένας γκρι ουρανός, χωρίς ορίζοντα, χωρίς ουράνιο θόλο, χωρίς αστέρια, χωρίς φεγγάρι. Αλλά αν τολμήσεις και χαμογελάσεις, βλέπεις συχνά πως η εγγύτητα μεταξύ των ανθρώπων είναι μισό μέτρο και μια μικρή, κρυφή αναπνοή μακρυά.




"Αν το φως γεννήθηκε στην Ελλάδα, τότε σίγουρα το σκοτάδι γεννήθηκε στο Λονδίνο",
είχε κάποτε πει απολαυστικά ο Μίνως Αργυράκης. Κι όμως, αυτή η φοβερή πόλη βρίσκει τρόπους. Σ' αυτούς που μπορούν να θρέψουν τις παχυλές της απαιτήσεις, που έχουν τα κίνητρα, την τύχη και τις ικανότητες, δίνει ευκαιρίες. Δίνει ερεθίσματα. Και κυρίως, δίνει ανθρώπους. Γιατί εκεί δεν υπάρχει απλά μια πόλη. Υπάρχει ένας πανεθνικός διαστημικός σταθμός. Εκεί έρχονται όλοι οι άνθρωποι του κόσμου για να βρουν κάτι. "Η έκθεση που σου δίνει αυτή η πόλη στο μεγαλειώδες δυναμικό της ανθρώπινης φύσης είναι πολύ μεγάλη για να μπορείς να την αφήσεις" μου 'γραψε μια φίλη προσφατα σε ενα email. Και, με τη βοήθεια του πολιτισμού, της μουσικής, της τέχνης, της κουλτούρας - πράγματα που στο Λονδίνο εκθειάζονται, καλλιεργούνται, απογειώνονται - υπάρχουν γωνιές και στιγμές που όλοι αυτοί οι άνθρωποι βρίσκουν ανταποδοτικά και ηδονικά ο ένας τον άλλον. Και τότε τα χαμόγελα σκάνε, ξαφνικά και θαυμαστά, και γεννιούνται θαύματα, όπως εμφανίζεται αναπάντεχα ο ήλιος, μέσα απ την ομίχλη και τα σύννεφα, στο "Foggy Day in London Town" των αδερφών Gershwin, παιγμένο από τα έγχορδα του Angelo Badalamenti υπό τη συνοδεία της φωνής του David Bowie. Και τότε η σκοτεινή, παγκόσμια μητρόπολη χάνει τη συννεφιασμένη σκληρότητα της και σου χαμογελάει, γλυκά, πλούσια, με σιγουριά, δύναμη, και χίλιες υποσχέσεις.

"I was a stranger in the city
Out of town were the people I knew
I had that feeling of self-pity
What to do? What to do? What to do?
The outlook was decidedly blue.

But as I walked through the foggy streets alone
It turned out to be the luckiest day I've known

A foggy day in London Town

Had me low and had me down
I viewed the morning with alarm
The British Museum had lost its charm
How long, I wondered, could this thing last?
But the age of miracles hadn't passed,
For, suddenly, I saw you there
And through foggy London Town
The sun was shining everywhere."