Από πού να αρχίσω. Πέμπτη απόγευμα. Παίρνω τον Ζ. από το σχολείο. Αγχωμένη, αναμαλλιασμένη, τα γνωστά. Ο Ζ. σε υπερένταση. Έβρεχε, δεν βγήκαν στην αυλή, τα γνωστά. Τον μαζεύω όπως όπως, ‘κουνήσου’ του λέω, ‘έχω και τον αδελφό σου στο αυτοκίνητο’. Με κάποιο τρόπο φθάνουμε στο αυτοκίνητο. Μπαίνουμε μέσα, βεβαιώνομαι ότι έχει καθίσει στη θέση του και έχει δεθεί, ξεκινάμε. Κάτι εμποδίζει το αυτοκίνητο να κάνει όπισθεν. Επιμένω, καθώς είμαι σίγουρη ότι δεν υπήρχε εμπόδιο όταν πάρκαρα. Με τη δεύτερη παραδέχομαι ότι κάτι έχω πατήσει. Σταματάω, βγαίνω και ανακαλύπτω την τσάντα ‘Μπομπ ο Μάστορας’ μισοπατημένη κάτω από τη ρόδα μου. Πάτησα την σχολική τσάντα του παιδιού μου με το αυτοκίνητο. Ο Ζ. με βλέπει από το τζάμι να κρατάω το πτώμα της τσάντας του και βάζει τα κλάματα. Εγώ έχω ήδη δακρύσει. Από τα γέλια. Και προσπαθώ να το κρύψω. Όπως όπως.

 

Δεν ξέρω εάν πρέπει να ντρέπομαι για τα γέλια ή για την αδυναμία μου να σκεφτώ καθαρά. Διότι έπαθα σύγχυση. Πώς να αντιμετωπίσω το κλάμα του παιδιού μου και το ατυχές συμβάν; Από τη μία, μέσα μου πανηγύριζα για την καταστροφή της πλέον παλιάς και βρώμικης τσάντας του, που δεν ήθελε να αποχωριστεί. Να το πω όμως; Να τολμήσω να εκφράσω την ανακούφισή μου; Κι αν το εκλάβει ως αδιαφορία στον πόνο του; Κι αν του περάσω μήνυμα ότι ό,τι χαλάμε το αντικαθιστούμε, ό,τι ζημιά κάνουμε την προσπερνάμε, ό,τι καταστρέφουμε το πετάμε; Όχι πως πίστευα ποτέ κάτι διαφορετικό, αλλά στην εποχή που ζούμε, με πιάνει πανικός στη σκέψη ότι μπορεί να τον μεγαλώσω με λάθος εντυπώσεις. Από την άλλη, ναι, να τον παρηγορήσω. Αλλά σε ποιο βαθμό; Κι αν του ενισχύσω την εντύπωση που έχει από μόνος του, ότι δηλαδή συνέβη κάτι τραγικό; Δεν πρέπει να τον βοηθήσω να καταλάβει ότι δεν είναι και το τέλος του κόσμου; Και μετά, είναι και το άλλο: έσφαλα, το ξέρω. Εγώ τη σκότωσα την τσάντα. Ποιος όμως την άφησε έξω από την πόρτα του αυτοκινήτου; Από το πρωί μέχρι το βράδυ τον κυνηγάω γι’ αυτά που ξεχνάει, αμελεί,  πετάει από δω και από κει. Οι δασκάλες μου λένε ότι ένα παιδί 6 ετών οφείλει να είναι σε θέση να μαζεύει τα πράγματά του ή τουλάχιστον να ξέρει που βρίσκονται. Δεν φταίει κι αυτός λίγο, που πάλι (να το τονίσω αυτό) ξέχασε έξω την τσάντα; Αχ.

 

Οι συνειρμοί της ανασφαλούς μάνας φθάνουν μέχρι το άπειρο. Γιατί η μάνα του 2012 δεν πάσχει από άγνοια, από υπερπληροφόρηση πάσχει. Και από άγχος μην κάνει το μεγάλο λάθος, που θα φέρει στην ανατροφή, την καταστροφή. Τι να κάνω και πώς να το κάνω. Για όλα τα θέματα, τα σχετικά με τα παιδιά, υπάρχουν θεωρίες. Απαντήσεις. Και για όλες υπάρχουν αντεπιχειρήματα. Ποια οδό να ακολουθήσω και με ποιο τρόπο να εφαρμόσω αυτό που νομίζω σωστό; Η ‘νταντά αμέσου δράσεως’ πηγαινοφέρνει το ένοχο νήπιο στη γωνία, μέχρι εκείνο και πει παραδίνομαι και να βγάλει το σκασμό. Δεν ξέρω όμως τι θα έκανε αν το νήπιο διασκέδαζε με το πηγαινέλα και απλώς γελούσε με την προσοχή. Οι δάσκαλοι σου μιλάνε για όρια και για συνέπειες, και μετά μπαίνεις στην τάξη τους και βλέπεις τον κακό χαμό. Υπάρχουν γονείς αυστηροί, λιγότερο αυστηροί και τελείως χίπηδες, όμως όταν εγώ απαγορεύω στο 6χρονο να παίζει playstation, μπορώ να το απαγορεύσω και στο φίλο του, που παίζουν μαζί όταν πηγαίνει σπίτι του και μετά μιλάει κανένα τριήμερο γι’ αυτό; Το αποτέλεσμα; Μιλάω συνέχεια, έχω ζαλίσει τα παιδιά να μιλάω για εκείνο και γι’ αυτό. ‘Δεν θέλω να συζητήσω άλλο’ , εξηγέρθη αυθόρμητα ο Ζ., ίσως και γιατί δεν έχει το γονίδιο της πολυλογίας που κληροδότησα μόνο στον Β. Πόσα όμως να ακούσει ένα παιδί;

 

Σ’ αυτό το χάος των λέξεων δεν είμαι πάντως μόνη. Έχω βρεθεί μπροστά σε μαμά, σε παιδική χαρά, που πήρε παράμερα το 2χρονό της και του εξηγούσε επί ένα τέταρτο γιατί πρέπει να μοιράζεται τις κούνιες με τα άλλα παιδιά. Φαντάζομαι ότι το μάθημα που πήρε το νήπιο εκείνη τη μέρα είχε κυρίως να κάνει με τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζει την πολυλογία της μαμάς. Τι άλλο όμως μπορεί να κάνει μια μάνα σήμερα, ειδικά αν σέβεται τη σύγχρονη παιδαγωγική; Ομολογώ ότι όταν σκεφτώ πόσα είναι αυτά που πρέπει να διδάξω στα παιδιά μου, παθαίνω πανικό. Όλες θέλουμε φυσικά το καλύτερο για εκείνα και στην εποχή μας αυτό μεταφράζεται βασικά στο να τα εξοπλίσουμε με τις δεξιότητες που θα τα βοηθήσουν να πατάνε γερά στα πόδια τους σαν ενήλικες, ακόμη κι αν το έδαφος αποδειχθεί σαθρό. Αδύνατο; Είναι πάντως από μόνο του ένα μεγάλο άγχος, που πυροδοτείται με το τίποτε σχεδόν.

 

*Για την ιστορία, η τσάντα -που δε μοιάζει πλέον με τσάντα- βρίσκεται ακόμη και αυτή τη στιγμή στη ντουλάπα, γιατί ο Ζ. δεν με αφήνει να την πετάξω. Σκέφτομαι να το κάνω κρυφά, μόλις περάσουν λίγες μέρες και την ξεχάσει, αλλά μετά σκέφτομαι ότι αυτό…