Από το Slate

 

Το φθινόπωρο του 2003, ο James Lasdun δίδασκε συγγραφή σε ένα κολέγιο της Νέας Υόρκης που αποκαλεί «Morgan College», όπου συνάντησε μια φοιτήτρια την οποία αποκαλεί «Nasreen». Η Nasreen ήταν γύρω στα 30 και έδειχνε συγκρατημένη -ντροπαλή ή απόμακρη, σκέφτηκε ο Lasdun. Η δουλειά που παρουσίασε για συζήτηση (αποσπάσματα από ένα ιστορικό μυθιστόρημα βασισμένο στην εμπειρία της οικογένειάς της από την Ιρανική Επανάσταση) την καθιέρωσε γρήγορα σαν το αστέρι της τάξης του. "Η γλώσσα της ήταν έντονη και σαφής", όπως θυμάται ο Lasdun, "με μια ξεχωριστή και πύρινη εκφραστικότητα".

 

Στο νέο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα «Give Me Everything You Have», ο Lasdun περιγράφει πως η Nasreen έγινε η ηλεκτρονική του διώκτρια. Κατά τη χειρότερη περίοδο της παρενόχλησης του έγραφε δεκάδες ημέιλ καθημερινά, τον δυσφημούσε online (με σχόλια στις κριτικές βιβλίων του στο Amazon, στο λήμμα της Wikipedia, στα σχόλια κάτω από τα άρθρα του) και στέλνοντας καταγγελίες στους συναδέλφους και τους εργοδότες του. Πρόκειται για έναν ακούραστο και μυστηριώδη φορέα κακόβουλης θέλησης. Πρόκειται για μια εφιαλτική περιπτωσιακή μελέτη για το πόσο εύκολο είναι να «καταστρέψεις» κάποιον διαδικτυακά, ή τουλάχιστον πως να τον ενοχλήσεις πάρα, πάρα πολύ, σε σημείο που να αρχίσει να νομίζει ότι αυτός είναι που τρελαίνεται.

 

Η ιστορία ξεκινά με ένα απροσδόκητο αίτημα για μια χάρη. Δύο χρόνια μετά τη λήξη του μαθήματος η Nasreen στέλνει ένα ημέιλ: ζητάει βοήθεια για το βιβλίο της. Ο Lasdun, ο οποίος δεν είναι πια καθηγητής της, διστάζει. Αλλά είναι επίμονη, τον κολακεύει και τέλος πάντων πρόκειται για μια ταλαντούχα συγγραφέα. Έτσι ξεκινούν να αλληλογραφούν τακτικά. Ο Lasdun είναι ως επί το πλείστον λιτός αλλά συμβουλευτικός, τη φέρνει σε επικοινωνία με τον ατζέντη του και δέχεται να διαβάσει τη δουλειά της. Εκείνη του στέλνει φλύαρα μηνύματα γεμάτα δημιουργικούς συλλογισμούς, παρατηρήσεις της καθημερινόητας, συνδέσμους, φωτογραφίες της περασμένες από το Photoshop επειδή μάλλον, σκέφτεται ο Lasdun, με αυτό τον τρόπο χρησιμοποιούν οι νέοι το διαδίκτυο. "Τι διασκεδαστικό", σκέφτεται, "βρήκα έναν συμπαθητικό συνάδελφο- συγγραφέα, και μάλιστα με ένα συναρπαστικά καινούριο υπόβαθρο- οι περισσότεροι φίλοι μου είναι μεσήλικες άντρες του δυτικού κόσμου όπως εγώ" σημειώνει. "Ωστόσο, μετά από ένα σημείο συνειδητοποίησα ότι με φλέρταρε".

 

Η δυσοίωνη ακρίβεια των πρώτων σελίδων του βιβλίου είναι καθηλωτική. Η περιγραφή της ολίσθησης των αποχρώσεων στα ημέιλ θα τραβήξει την προσοχή οποιουδήποτε έχει ποτέ αλλάξει το "Hey!" σε "hey-" σε "HEY:" σε "Dear James." H απρόσμενη οικειότητα, οι ανείπωτοι κανόνες και παράμετροι, η στρατηγική αλλαγή τόνου και τα ατελείωτη αποθήκευση αρχείων κάνει το ημέιλ πρόσφορο έδαφος για άμεση παρατήρηση της καθημερινότητάς μας. Ο Lasdun είναι ένας ικανός και ευαίσθητος κριτικός των τυχαίων επιστολικών μυθιστορημάτων που γράφουμε καθημερινά.

 

Όντας παντρεμένος, κάνει ό,τι μπορεί για να αποθαρρύνει τις προσπάθειες της Nasreen προσπαθώντας παράλληλα να λειτουργήσει σαν μέντορας σε φιλικό επίπεδο. (Το χειρόγραφό της τον εντυπωσιάζει: όπως σημειώνει, πρωταγωνιστεί μια «ενδιαφέρουσα ανισσόροπη ηρωίδα».) Κατά διαστήματα, η κατάσταση της ισορροπίας του Lasdun αναστατώνει τον αναγνώστη. "Η επίμονη και ασταμάτητη ερωτική επικοινωνία της Nasreen, μερικές φορές με περισσότερα από μια ντουζίνα μηνύματα στη σειρά, αρχίζει να γίνεται καταπιεστική" ,αναφέρει σε ένα σημείο. Απαντάει σε όλο και λιγότερα μηνύματα. Εκείνη εν τω μεταξύ ξεκινά να παραθέτει δικά του αποσπάσματα σε μηνύματα που αφορούν μια μήνυση που κάνει στο γραφείο της, μηνύματα όπου "ανακατεύονται το σεξ, το φύλο, η φυλή, το χρήμα και η πολιτική στη Μέση Ανατολή" με μια τάση για «επιδειξιομανή θόρυβο».

 

"Ωραία θα περάσουμε ", γράφει η Nasreen στη δικηγόρο της. "Ας το αποκαλέσουμε νομική performance art".

 

Η διαφοροποίηση αυτού του αναδυόμενου χαρακτήρα σε σχέση με την ήσυχη μαθήτρια που θυμάται, ανησυχεί τον Lasdun. Αν την είχε παρεξηγήσει; Μήπως «είχε τεμπέλικα φαντασιωθεί το αρχέτυπο σεμνότητας της γυναικείας φύσης στη Μέση Ανατολή όπως έχει σχηματιστεί στην αντρική δυτική ψυχή»; Αν συνέβαινε αυτό, τι θα σήμαινε για την ικανότητά του ως συγγραφέας και παρατηρητής ανθρώπων; Ή μήπως άλλαζε η ίδια με κάποιον τρόπο; Σταματά εντελώς να ανταποκρίνεται, και τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται πολύ άσχημα.

 

"Δεν μου δείξατε ακεραιότητα και χρησιμοποιείτε ένα θεόσταλτο χάρισμα για να σιωπείτε" γράφει στην πρώτη της «απερίφραστα εχθρική» επιστολή. "Δεν θέλω να ακούω για την οικογένειά σας, επειδή στο μέλλον τα παιδιά σας θα θεωρούνται Ναζί".

 

Σε γρήγορη διαδοχή ακολουθούν ακόμη πιο εχθρικά μηνύματα, τα οποία σκιαγραφούν τα μελλοντικά θέματα παρενόχλησης: σπασμοί αντισημιτισμοί («Είναι ανάγκη να είσαι στερεότυπο Εβραίου, James;») , κατηγορίες για καλλιτεχνική απάτη ( «Κλέβεις. Κλέβεις. Κλέβεις»), κατηγορίες σεξουαλικής απρέπειας ( «το Morgan College, το μπουρδέλο σου») και απαιτήσεις (« Θέλω το διαμέρισμά σας ...δώστε μου επιτέλους τα καταραμένα κλειδιά).

 

"Νομίζω αυτό λέγεται λεκτική τρομοκρατία" γράφει τελικά η Nasreen.

 

"Αν και δεν το ήξερα μέχρι εκείνη τη στιγμή», λέει ο Lasdun, «είχα εισέλθει στο βασίλειο όπου η τεχνολογία και η ψυχολογία επικαλύπτονται, εκεί όπου η μαγική σκέψη ενός πρωτόγονου μυαλού, επιρρεπής σε κατάρες, ξόρκια, μαγεία κάθε είδους, συγκλίνει με τις διάφορες μορφές παράνοιας της εποχής μας».

 

Η σύγχυση του Lasdun εξελίσσεται σε τρόμο όταν αντιλαμβάνεται την εκστρατεία της Nasreen για να τον «καταστρέψει». Στην ογκώδη αλληλογραφία που διατηρεί με αυτόν και τους συνεργάτες του η Nasreen καταγγέλλει πως ο Lasdun είναι ρατσιστής, μισογύνης και σιωνιστής, ότι έχει χρησιμοποιήσει ιδέες της Nasreen σε δικά του μυθιστορήματα και έχει κοιμηθεί με φοιτήτριές του (αλλά όχι με την ίδια), και πως σε συνεργασία με τον ατζέντη του και με έναν εκδότη πουλάει ανέκδοτο υλικό της Nasreen σε άλλους συγγραφείς. Ο Lasdun ελπίζει στο γεγονός πως οι περισσότερες κατηγορίες είναι ακραιφνώς παράλογες, αλλά ταυτόχρονα πιστεύει και στη δύναμη των λέξεων και στην τάση των ανθρώπων να πιστεύουν ό,τι διαβάζουν.


Το ίντερνετ, πιστεύει, έχει ίσως αντιστρέψει τη σύγχρονη τάση του να ευνοείται ό,τι επαληθεύεται εις βάρος της κάθε φημολογίας, επιτρέποντας στις έννοιες της φήμης και της τιμής να αποκτήσουν την υπόσταση που είχαν στο παρελθόν. Άλλωστε ονλάιν δε διαφέρουμε πολύ από μεσαιωνικούς ιππότες ή βικτωριανές γκουβερνάντες: το μόνο που διαθέτουμε είναι το καλό μας όνομα, και οποιαδήποτε προσβολή μπορεί να το αμαυρώσει. Θα κριθείς βάσει της «νέας, παράξενης εκδοχής του εαυτού σου, της παρουσίας σου στο ίντερνετ». Ευτυχώς για τον Lasdun, βέβαια, η απόκοσμη ελαφρότητα των online λέξεων τις κάνει ευάλωτες: ο Lasdun αναφέρει τις συκοφαντίες στο Amazon και αυτές αποσύρονται. Βέβαια το GoodReads δεν διαθέτει όπως το Amazon πεδίο αναφοράς κακόβουλων σχολίων κι έτσι το σχόλιό της Nasreen κάτω από μια ιστορία του Lasdun πως είναι "ρατσιστική και φριχτά τρομακτική" παραμένει. Όμως η πιο σοβαρή ζημιά που έχει προκαλέσει η Nasreen στο συγγραφέα είναι αυτή η διαρκής επαγρύπνηση. Άλλωστε όπως τονίζει η σελίδα jameslasdun.com "αυτή είναι η επίσημη ιστοσελίδα του συγγραφέα James Lasdun, και η μόνη αξιόπιστη πηγή για ακριβείς πληροφορίες σχετικά με το έργο του".

 

"Δε χρειάζεται να είναι κανείς συγγραφέας για να αντιληφθεί πως είναι να πέφτεις θύμα κακόβουλης επίθεσης στο διαδίκτυο", γράφει ο Lasdun και η ιστορία του δίνει την αφορμή για πολλές συζητήσεις γύρω από το cyberbullying. Ακόμα νιώθει άβολα να γράφει για την προσωπική του ζωή. "Για ποιο λόγο πρέπει κάποιος, εκτός από εμένα, να ενδιαφέρεται για την προσωπική μου ζωή;" αναρωτιέται γράφοντας ένα ποίημα για τον πατέρα του, επικρίνοντας τον εαυτό του που δεν αντιμετωπίζει πιο «σοβαρά θέματα». Αυτή η σκέψη μοιάζει να στοιχειώνει όλο του το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, και το αντιμετωπίζει εν μέρει ανταποκρινόμενος στις επιθέσεις της Nasreen με το ίδιο γεωπολιτικό λεξιλόγιο. «Έμοιαζε να αποδίδει μια πιο αξιοπρεπή επισημότητα στις συγκρούσεις μας», γράφει. «Καλύτερα να βρεθείς μπλεγμένος στις πρωταρχικές αμαρτίες της ιστορίας του Ισραήλ παρά να σε κάποια μικροαστική ιστορία λογοκλοπής».

 

Προς το τέλος του βιβλίου ο Lasdun ταξιδεύει στην Ιερουσαλήμ, κάτι που δε μοιάζει να είναι η πιο αποτελεσματική απάντηση στη «λεκτική τρομοκρατία» της Nasreen – είτε για πρακτικούς λόγους ή για λογοτεχνική αντήχηση. Ο Lasdun παραδέχεται ότι προτιμάει να αγνοεί αυτό που στους αναγνώστες διαφαίνεται ως πιο πειστική εξήγηση για τη συμπεριφορά της Nasreen -ότι είναι προϊόν ψυχικής αρρώστιας. "Από τη στιγμή που μειώνεις την ανθρώπινη συμπεριφορά κάποιου είδους παθολογία, για μένα τουλάχιστον χάνεται κάθε λογοτεχνικό ενδιαφέρον", γράφει. Όμως η δική του αντίδραση σ' αυτό το είδος παθολογίας, η προσπάθειά του να αντισταθεί στο χάος που προκαλεί, αυτό είναι ενδιαφέρον: πολύ πιο ενδιαφέρον από την πραγματεία του περί Ισραήλ και λογοτεχνίας, την οποία παρουσιάζει σε μια εμφανή προσπάθεια να εδραιώσει την πιο ευρεία σημασία της ιστορίας του.

 

Αλλά είναι ενδιαφέρουσα η δική του απάντηση σε αυτή την παθολογία και η προσπάθειά του να αντισταθεί σε αυτό το χάος: σε καμία άλλη πραγματεία για το Ισραήλ δεν γίνεται τέτοια προσπάθεια να εδραιωθεί μια ιστορία.

 

Ο Lasdun είναι σχολαστικά ευγενικός και κάνει διαρκώς αυτοκριτική ενώ παρουσιάζει το έπος του. Σπεύδει να αναγνωρίσει όλα τα βαρίδια που τοποθετεί στην πίστη ή στα ενδιαφέροντα του κοινού του. Πασπαλίζει το λόγο του ζητώντας συγνώμη για τον υποκειμενισμό – έχασα το λογαριασμό του πόσες φορές έγραψε κάτι σε στυλ («κατά τη γνώμη μου»). Όμως αυτές οι πτήσεις πάνω από τη φανταχτερή συγγραφή προκαλούν ανυπομονησία, και (κατά τη γνώμη μου), τύψεις λόγω της ανυπομονησίας. Αναμνήσεις από τον πατέρα του, ένα ταξίδι με το τρένο, και δε μπορούσα να του το επιτρέψω; Όχι, όπως φάνηκε δε μπορούσα. «Έλα, πάμε πίσω στην τρελή κυρία». Διαφαίνεται ότι η πιο πετυχημένη κατάρα της Nasreen είναι η παράνοια. Κάτω από τη σκιά της, το αυτομαστίγωμα του Landun είναι εξοντωτικό και μερικές φορές εξαντλητικό. Παραδέχεται τα πάντα (αόρατη γοητεία, άδικες κρίσεις, προκαταλήψεις) πριν κάποιος φανταστικός αντίπαλος προλάβει να τον κατηγορήσει.

 

Επίσης παρανοϊκό, με διαφορετική έννοια, είναι το διαρκώς εξελισσόμενο δίκτυο λογοτεχνικών αναλογιών. Το Duino Elegies, The Penitent, η Sylvia Plath, ο D.H. Lawrence, το Strangers on a Train, το Τεν Τεν, το Gawain and the Green Knight- μετά από λίγο μοιάζει ότι όλα είναι συνδεδεμένα με όλα τα άλλα και όλα μαζί με τον Lasdun. Όταν ζεις το έντονο άγχος μιας παράλογης κατάστασης, εξηγεί, «αρχίζεις να δίνεις μεγάλη σημασία σε πράγματα που μοιάζουν να σε αφορούν. Αυτά τα πράγματα γίνονται τα σημάδια σου, οι ενδείξεις που αν τις ακολουθήσεις σωστά, θα σου δώσουν τη δυνατότητα (έτσι πιστεύεις) να διεισδύσεις στο μυστήριο που βρίσκεται μπροστά σου».

 

Φυσικά και ο Lasdun δεν πιστεύει στην πραγματικότητα ότι όλα αφορούν τον ίδιο. Είναι αρκετά μετριόφρων και έχει αρκετή αυτογνωσία, όπως γίνεται σαφές από το πόσο συχνά ζητάει συγνώμη. Ωστόσο η εμφανής προσπάθεια που απαιτείται για να αναλυθούν οι online εμπειρίες κάποιου χωρίς να ακουστεί σαν επηρμένος μανιακός (ΜΕ ΚΟΙΤΑΝΕ ΟΛΟΙ;) καταλήγει να μοιάζει με το κεντρικό μέλημα του βιβλίου. Ενώ η προστασία της ιδιωτικής ζωής στο διαδίκτυο και η ηλεκτρονική καταδίωξη είναι πιασάρικα θέματα συζήτησης, το Give Me Everything You Have είναι περισσότερο αποκαλυπτικό ως ψυχολογικό πορτρέτο ζωών χωρισμένων σε online και offline παρουσία, και του τι γίνεται όταν η μια ζωή αντιμάχεται την άλλη. Η συμπεριφορά της Nasreen καθώς και η απάντηση του Lasdun προτείνουν διαφορετικές λύσεις στα ίδια προβλήματα: και οι δυο προσπαθούν να διατηρήσουν την ισορροπία, χωρίς τη βεβαιότητα ενός στέρεου εδάφους.