Του Κώστα Αγοραστού από το bookpress

 

 


Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος με το καινούργιο του βιβλίο, Το τελευταίο Τέταρτο (εκδ. Πόλις), επιχειρεί να αφηγηθεί σε ένα χρονικό την ιστορία του περιοδικού Το Τέταρτο, το οποίο εξέδιδε ο Γιώργος Κοσκωτάς, με διευθυντή τον Μάνο Χατζιδάκι και αρχισυντάκτη (για τα τέσσερα πρώτα τεύχη) τον Τάκη Θεοδωρόπουλο.

 

Με μια μονόχορδη αφήγηση, η οποία ξεκινάει από τις αρχές της δεκαετίας του '80, ο Θεοδωρόπουλος ξεδιπλώνει την ιστορία της δημιουργίας του περιοδικού, τη σχέση του με τον Μάνο Χατζιδάκι καθώς και το γενικότερο κοινωνικοπολιτιστικό πλαίσιο της δεκαετίας του '80. Η οπτική της αφήγησης, όπως είναι αναμενόμενο, επιλέγει να μην σχολιάσει (με κάποιες εξαιρέσεις «μπορχεσιανός του κασέ» ή αλλού «ο ποιητής Ζιζάνιος») τους υπόλοιπους συνεργάτες του περιοδικού, επικεντρώνοντας στους ίδιους, τους Θεοδωρόπουλο και Χατζιδάκι.

 

Όσο και να προσπαθήσει κάποιος να εντοπίσει τα σημάδια και να διαγνώσει την όποια επιρροή είχε το Τέταρτο στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο από τα μέσα της δεκαετίας του '80 και μέχρι τις μέρες μας, δεν μπορεί παρά να βρεθεί μπροστά σε θλιβερά και οδυνηρά συμπεράσματα. Όχι πως τότε όλα ήταν άψογα και σήμερα τα πάντα έχουν παραδοθεί στην ευκολία της εποχής. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του Τέταρτου ήταν ότι απευθυνόταν σε μια ομάδα αναγνωστικού κοινού που αποτελούσε και τότε μειοψηφία. Μια μειοψηφία που αρεσκόταν συχνά να κολακεύεται με το χαρακτηρισμό της πνευματικής ελίτ. Να ξεχωρίζει έχοντας υιοθετήσει μια εστέτ αντίληψη για τα πράγματα και την καθημερινότητα. Άλλοθι όλων αυτών ο Μάνος Χατζιδάκις και η δικιά του τόσο ιδιαίτερη ματιά και αισθητική στο χώρο της Τέχνης και της Πολιτικής.

 

Ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος, ως συντάκτης του περιοδικού Ένα, ήταν ο άνθρωπος που έφερε σε επαφή τον Χατζιδάκι με τον ιδιοκτήτη της Γραμμής ΑΕ, τον Γιώργο Κοσκωτά, το καλοκαίρι του 1984. Κουβεντιάζοντας μαζί του ο Θεοδωρόπουλος μας είπε: «Εκείνη την εποχή αρχίζει μια σειρά διαπραγματεύσεων, η οποία καταλήγει αισίως τον Ιανουάριο του 1985 με την απόφαση να βγάλουμε ένα μηνιαίο πολιτιστικό περιοδικό, το οποίο βέβαια δε θα είχε μόνο καθαρά πολιτιστικά θέματα, δε θα μιλούσε μόνο για βιβλία και για θέατρο, θα είχε μια ευρύτερη κοινωνική παρέμβαση μέσα από το χώρο του πολιτισμού, στο οποίο θα είναι εκδότης ο Χατζιδάκις, ιδιοκτήτης η Γραμμή ΑΕ και Διευθυντής Σύνταξης εγώ. Και έτσι ξεκινήσαμε. Άρχισε η συζήτηση περί ανευρέσεως τίτλου. Ο Χατζιδάκις, με την πλούσια φαντασία που είχε, και ο Γκάτσος, ο οποίος δε φαινότανε πουθενά στο περιοδικό αλλά ήτανε η eminence grise του περιοδικού, όπως λέγε οι Γάλλοι, η σκιώδης δύναμη δηλαδή, μιας και όλες τις συσκέψεις του περιοδικού τις κάναμε στο GB στη Μεγάλη Βρεταννία όπου παρίστατο και ο Γκάτσος. Άρχισαν να πέφτουν διάφοροι τίτλοι παρανοϊκοί, επικοί και τα λοιπά. Και κάποια στιγμή λέει ο Χατζιδάκις να το βγάλουμε Το Τελευταίο Τέταρτο του 20ου αιώνα. Τώρα σκέψου να πηγαίνει ο άλλος στο περίπτερο και να ζητάει Το Τελευταίο Τέταρτο του 20ου αιώνα. Και πάνω εκεί μου ήρθε η έμπνευση και λέω: γιατί να μην το βγάλουμε σκέτο Τέταρτο. Μετά το Τρίτο Πρόγραμμα, Τέταρτο, που είναι και τελείως χατζιδακικός τίτλος, δηλαδή όλο το περιοδικό επικεντρωνότανε πάνω στον Χατζιδάκι. Και κατοχυρώθηκε. Έτσι ξεκίνησε όλη η ιστορία».

 

Το Τέταρτο, ίσως περισσότερο απ' όλα, ήταν ένα βαθιά πολιτικό περιοδικό. Η έννοια της πολιτικής, ακόμη και το 1985 που κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος, σχετιζόταν με τα μικροπολιτικά σκάνδαλα, με τις επιφανειακές και εν πολλοίς ανούσιες κομματικές διαφορές και με το φανατισμό και τη στενότητα των ιδεών που διακρίνει τους ψηφοφόρους των κομμάτων. «Το Τέταρτο υπήρξε κατ' ουσίαν τότε ένα πολιτικό περιοδικό γιατί εγώ βαθιά μέσα μου είμαι πολιτικοποιημένος» έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις στον Θάνο Φωσκαρίνη σε μια συνέντευξή του για το περιοδικό Διαβάζω. Και συνέχιζε «Το Τέταρτο προσπαθούσε να δει τα καλλιτεχνικά θέματα, τα κοινωνικά ακόμη και τα επιστημονικά μέσα από τις πολιτικές διαστάσεις τους και όχι μέσα από καλλιτεχνικές, κοινωνικές και επιστημονικές προθέσεις. Και για να σας δώσω να καταλάβετε, ένα μικρό παράδειγμα: Ένας νέος που συλλαμβάνεται με την ασαφή και τόσο βολική κατηγορία του αναρχικού, για μένα προσωπικά, είναι θέμα σοβαρότερο, πολλές φορές από μια επιτυχή ποιητική συλλογή, ένα λογοτεχνικό βιβλίο ενός πολύ γνωστού Έλληνα συγγραφέα, ή ένα πληκτικό κινηματογραφικό έργο ενός σημαντικού Έλληνα σκηνοθέτη. Αν δείτε αυτό σαν βάση της έκδοσης του Τέταρτου κατά τη διεύθυνσή μου θα καταλάβετε την πρόθεσή του και την αγωνία να ολοκληρώσει μια όσο γίνεται πληρέστερη πολιτική έκφραση. Η τέχνη έξω απ' αυτή την πολιτική σύνδεση με αφήνει αδιάφορο, όπως άλλωστε και η τέχνη στην υπηρεσία των κομμάτων. Συνεπώς το Τέταρτο, άσχετα πόσο το πέτυχε, φιλοδοξούσε να είναι εντελώς διαφορετικό περιοδικό και όχι να καλύπτει μια ποιοτική διαφορά από τα άλλα».

 

Βρισκόμαστε στην άνοιξη του 1985 και μερικούς μήνες πριν από τις βουλευτικές εκλογές, με το κλίμα φορτισμένο και την πολιτική κατάσταση τεταμένη. Και μέσα σε αυτό το πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό διαρρέει ότι το πρώτο τεύχος του περιοδικού, που θα εξέδιδε ο Χατζιδάκις τον Απρίλιο, πολτοποιείται και η έκδοσή του πηγαίνει ένα μήνα πίσω (πιθανώς) εξαιτίας του editorial που είχε γράψει, στο οποίο καταφερόταν εναντίον της κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και των συμφερόντων της Γραμμής ΑΕ. Το θέμα, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, πήρε μεγάλες διαστάσεις, το εν λόγω editorial αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί και όλοι περίμεναν (στη γωνία) την κυκλοφορία του πρώτου τεύχους του Τέταρτου το Μάιο.

 

Έτσι και έγινε. Το Μάιο του 1985 το περιοδικό βρισκόταν στα περίπτερα και στα βιβλιοπωλεία με ένα ιδιαίτερο, εικαστικής παρέμβασης εξώφυλλο που έδειχνε έναν νεαρό βαμμένο μπλε με φόντο την ελληνική σημαία ειδωμένη σαν από ένα καλειδοσκόπιο. Οι συμβολισμοί πολλοί και όλες οι υποψίες περί ιδιαίτερης ματιάς πάνω σε θέματα, πολιτικής, ελληνικότητας, διεθνισμού, πολιτισμού και αισθητικής επιβεβαιώνονταν από τα κείμενα και την επιλογή των θεμάτων. 

 

alt

Ο φωτογράφος Τάσος Βρεττός ξεκίνησε από το Τέταρτο και ήταν ο άνθρωπος που φωτογράφισε και τα έντεκα εξώφυλλα πάνω σε ιδέες του Χατζιδάκι. Μας είπε σχετικά: «Ξεκίνησε η διαδικασία να φτιάχνουμε τα εξώφυλλα, όπου το καθένα ήταν και ένα μικρό πανηγύρι. Θυμάμαι με καλούσε στο γραφείο του να συζητήσουμε το επόμενο εξώφυλλο κάνοντας σύσκεψη με κρασιά και υπέροχα φαγητά από το Stage Cox, ένα εστιατόριο το οποίο ήταν απέναντι από τα γραφεία. Οι οδηγίες του ήταν: "θα ήθελα μια σκηνή από αρχαία τραγωδία με τέσσερα πρόσωπα, εσύ ξέρεις...". Τα εξώφυλλα ήταν πάντα μια εικόνα την οποία είχε φαντασιωθεί και την οποία πραγματοποιούσα. Δε θα ξεχάσω ένα εξώφυλλο που ήθελε "ένα κορίτσι με κεφάλι σελήνης να κρατάει μια θάλασσα". Και θυμάμαι χαρακτηριστικά τις οδηγίες που μου έδωσε γι' αυτό το κορίτσι. Ήθελε κάποιο που δε θα έχει και πάρα πολύ μεγάλο στήθος αλλά να μην είναι και αγορίστικο το σώμα του. Δε θα ξεχάσω επίσης ότι κάναμε casting με Polaroids τις οποίες πήγαινα στο γραφείο του για να εγκρίνει το σωματότυπο του κοριτσιού αυτού».

 

 

Η δημοσιογράφος και μεταφράστρια Κατερίνα Σχινά ήταν κι αυτή στον πρώτο πυρήνα του Τέταρτου και μας είπε: «Βρέθηκα στο περιοδικό μέσω ενός φίλου και συναδέλφου στην Αυγή τότε, του Γιώργου Μπράμου, ανάμεσα σε μια παρέα φίλων, ανθρώπων που τους ήξερα και μπορούσα να δουλέψω πολύ καλά μαζί τους. Η ομάδα αυτή δεν ήταν σταθερή από την αρχή ούτε είχε και αμιγώς επαγγελματικό χαρακτήρα. Συγκέντρωνε ο Χατζιδάκις ανθρώπους που αγαπούσε και πίστευε ότι μπορούσαν κάτι να προσφέρουν. Να θυμηθώ έτσι εν τάχει την Ειρήνη Λεβίδη, τον Δημήτρη Καλοκύρη, τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον Νίκο Σαβάτη, τον Μισέλ Δημόπουλο, την Ιωάννα Καρυστιάνη που ξεκίνησε ως σκιτσογράφος στα editorial του Χατζιδάκι, στο βιβλίο λίγο αργότερα τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, στη μουσική κυρίως εμένα αλλά και άλλους.

 

Ο Βασίλης Νικολαΐδης, ο οποίος έγραφε κομμάτια κυρίως για την όπερα, ο Αργύρης Ζήλος, μια περίοδο λίγο αργότερα, και φυσικά ο Γιώργος Κοροπούλης, που δε θα πρέπει να τον ξεχνάμε, ένας πολύ σημαντικός ποιητής κατά τη γνώμη μου, της δικιάς μου της γενιάς, ο οποίος ήταν τότε πολύ νέος, πολύ αιρετικός, πολύ ευφυής και ο οποίος ήταν και το πρόσωπο που ασκούσε πολύ μεγάλη γοητεία στο Χατζιδάκι ως περίπτωση. Και ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος επίσης, ο οποίος ήρθε πολύ νωρίς και αυτός με τις συνεντεύξεις, αυτές τις πολύ χαρακτηριστικές».

 

Στο πρώτο τεύχος, λοιπόν, ο Μάνος Χατζιδάκις συνομιλούσε με τον Λεωνίδα Κύρκο, και είχε μια στήλη όπου σχολίαζε αποκόμματα εφημερίδων με ένα τρόπο μοναδικό, ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος άνοιγε μια σειρά σπουδαίων συνεντεύξεων με πρώτο τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, ο Μένης Κουμανταρέας άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες τη Φανέλα με το Εννιά σε σχέδια του Δημήτρη Μυταρά και ο Γιώργος Χειμωνάς είχε γράψει ένα κείμενο ειδικά για αυτό το πρώτο τεύχος με τίτλο Γεύμα στο GB. Πολιτιστική επικαιρότητα και Πολιτικό Ημερολόγιο καταλάμβαναν ένα μεγάλο μέρος της ύλης. Ο Γιώργος Βότσης έγραφε για τον Πολυδιάστατο Αυταρχισμό και τις Μονοσήμαντες Αλήθειες και ο Γιώργος Μπράμος αναζητούσε το καλλιτεχνικό αίτημα στο σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο.

 

 

Στο ίδιο τεύχος εγκαινιάστηκε επίσης και μια εξαιρετικά πετυχημένη στήλη, το Φανταστικό Καφενείο. Ο Μάνος Χατζιδάκις, δημοσιογράφοι και εκλεκτοί προσκεκλημένοι συζητούσαν κάθε φορά πάνω σε ένα θεματικό άξονα, με τη χαλαρότητα του καφενείου και την εγκυρότητα που ο καθένας κουβαλούσε στον προσωπικό του λόγο. «Το Φανταστικό Καφενείο είναι ένας χώρος συζητήσεων. Δε φιλοδοξούμε τους μονολόγους στρογγυλής τραπέζης, στους οποίους επιχειρεί να μας εθίσει η καθημερινή τηλοψία, ούτε τις άγευστες συνεδριάσεις διοικητικών συμβουλίων. Επιθυμούμε απλώς να κουβεντιάσουμε για κάτι (ο,τιδήποτε) χωρίς να πρέπει να οδηγηθούμε σε συμπέρασμα, να εκπονήσουμε ψήφισμα ή να επιδείξουμε ομοφωνία. Να κουβεντιάσουμε δωρεάν. Η πρώτη συζήτηση είχε θέμα της ακριβώς αυτό το είδος συζήτησης, που τείνει να εκλείψει: τη συζήτηση του καφενείου. Άνεση, σπατάλη, τελετουργία, παρεκβάσεις – ένα υφαντό απολαύσεων. Μπορούμε, σήμερα, στις σελίδες ενός περιοδικού να εξυφάνουμε μια τέτοια συζήτηση, ν' ανακαλύψουμε τη χάρη και την τεχνική της;»


Η αναζήτηση συνεχίστηκε και στα επόμενα τεύχη. Το Φανταστικό Καφενείο αποτέλεσε ένα από τα δυνατά χαρτιά του περιοδικού, φιλοξενώντας απρόβλεπτα θέματα και πάντα ενδιαφέροντες καλεσμένους. Συζήτηση για το ποδόσφαιρο, για τον τύπο, για την τέχνη της φωτογραφίας, για τις μοτοσυκλέτες και τους μηχανόβιους αλλά και για το ελληνικό τραγούδι αποτυπώθηκαν στο χαρτί και κατέδειξαν τη σπουδαιότητα του προφορικού λόγου.

 

Διαβάζοντας σήμερα τα επίκαιρα πολιτικά κείμενα που είχαν γραφεί εκείνη την εποχή μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε τον πλουραλισμό των απόψεων και των θέσεων που φιλοξενούσε το Τέταρτο. Απόψεις που στο δυσοίωνο πολιτικό κλίμα που επικρατούσε παρερμηνεύονταν λαμβάνοντας επικίνδυνες διαστάσεις. Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος μας ανέφερε: «Γενικότερα υπήρχε αυτή η αντίληψη, ότι το περιοδικό Τέταρτο είναι μια προσπάθεια της Δεξιάς να διεισδύσει στον πνευματικό κόσμο. Πράγμα που δηλώνει και τις αγκυλώσεις της εποχής εκείνης. Ο Σχολιαστής εμένα προσωπικά με καταχέριαζε συστηματικά με πολυσέλιδα άρθρα ως πουλημένο στη Δεξιά. Η Αυριανή βέβαια έφτασε σε επίπεδα πραγματικά απαράδεκτα. Και ενώ μας λέγανε ότι ήμασταν Δεξιοί έβγαινε Το Τέταρτο και υποστήριζε και την ελεύθερη ραδιοφωνία και τους καταληψίες του Χημείου. Η ευρύτητα στο χώρο του πολιτισμού ήταν δεδομένη και λόγω πνεύματος και νοοτροπίας του Χατζιδάκι».

 

Όπως και να έχει όμως, η πολιτική κατάσταση αλλάζει συνεχώς και ο σχολιασμός της υπό το πρίσμα ανθρώπων με ιδιαίτερες απόψεις έχει μόνο ιστορική χρησιμότητα πλέον. Ο Αλέξης Παπαχελάς έγραφε για την Αμερικανική Νέα Δεξιά, η συντακτική ομάδα έκανε σημειολογική ανάλυση στις διαλέκτους των κομμάτων από τις προεκλογικές τους αφίσες και στα συνθήματά τους, ο Αλέξης Χρυσοβέργης πραγματοποίησε μια μεγάλη έρευνα για το ρατσισμό στη Γαλλία, ο Πολυδεύκης Παπαδόπουλος και ο Γιώργος Μπράμος αναζήτησαν την πολιτική, πολιτιστική και κοινωνική ταυτότητα της Κύπρου, ο Γιάννης Χρυσοβέργης έγραφε για τον πόλεμο Ιράκ-Ιραν και για την κατάσταση στην Πολωνία την περίοδο 1981-1985 ακολουθώντας τη μεγάλη πορεία της πολωνικής επανάστασης.

 

alt

 

 

Από την άλλη μεριά αυτό που μέχρι και σήμερα μπορεί να διαβαστεί με μεγάλο ενδιαφέρον, μιας και δεν εμπίπτει σε καμιά μορφή επικαιρότητας, είναι οι συνεντεύξεις που φιλοξενούσε το Τέταρτο. Ο Μανος Χατζιδάκις συνομίλησε με τον Maurice Bejart, τον Nicolas Gage και την Nathalie Sarrot και η Κατερίνα Σχινά με την Arianne Mnouchkine. Συνεντεύξεις με σπουδαίες προσωπικότητες, με λόγο στιβαρό και μεστό που προκαλούνταν συχνά από την σχεδόν θρασύτητα και την τότε νεανικότητα του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου. Ως ο βασικός συνεντευξιαστής του Τέταρτου, συνομίλησε με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη, τον Άρη Κωνσταντινίδη, τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου, την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, την Καίη Τσιτσέλη, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τον Ιερομόναχο Συμεών, τη Βιργινία Τσουδερού και τον Μιχάλη Ράπτη (Pablo).

 

Η πλειονότητα των συνεργατών του Χατζιδάκι στο Τέταρτο ήταν κάτω των τριάντα ετών. Άνθρωποι με μικρή προϋπηρεσία, με ματιά που επόπτευε την εποχή της βρισκόμενη ταυτόχρονα μέσα σε αυτή και με το θάρρος της γνώμης που βασίζεται στη γνώση. Η Κατερίνα Σχινά μας είπε χαρακτηριστικά «Οι πιο πολλοί είχαμε μια κάποια μικρή θητεία στις εφημερίδες και ήμασταν γύρω στα εικοσιπέντε οι περισσότεροι. Και κάποιοι λίγο παλιότεροι, όπως η Ειρήνη Λεβίδη, που ήταν άνθρωποι που είχαν σχέση με τον πολιτισμό γενικότερα. Η Ειρήνη Λεβίδη είχε ένα θρυλικό βιβλιοπωλείο, τη Στροφή. Ήταν μια ωραία διανοούμενη, θρυλική για την ομορφιά και την εξυπνάδα της. Επίσης, κάποιοι συνεργάτες από το Τρίτο Πρόγραμμα. Ο Γιώργος ο Μπράμος που ήταν χρόνια δημοσιογράφος στην Αυγή. Αλλά οι περισσότεροι από εμάς ήμασταν νέοι. Και μας συσπείρωσε και δημιούργησε με μας μια πολύ καλή παρέα, η οποία δούλευε στη βάση μιας ισοτιμίας. Ο Χατζιδάκις ποτέ δεν καπέλωσε, ήταν ανοιχτός σε ό,τι του έλεγες, ακόμα και πράγματα που ενδεχομένως δεν του πήγαιναν ή δεν του ήταν οικεία.

 

 

Μπορούσε πολύ εύκολα να τα επεξεργαστεί και να καταλάβει γιατί ήταν σημαντικό να υπάρχουν. Αλλά το βασικότερο ήταν ότι είχε μια ποιητική ατμόσφαιρα, φυσικά το λέω με την απόσταση των χρόνων και για τον καθένα ποιητική εποχή είναι τα νιάτα του. Αλλά η παρουσία αυτού του ανθρώπου έκανε ακόμα και την καθημερινή δουλειά ένα πράγμα που ήταν πιο πολύ γλέντι παρά κούραση. Σου έδινε ερεθίσματα και σε κέντριζε να αποφεύγεις τα στερεότυπα, να ελευθερωθείς και να πεις τη γνώμη σου, αυτό ήθελε ο Χατζιδάκις, τη γνώμη σου. Όχι να γράψεις ένα σημαντικό κείμενο. Νομίζω ότι ήταν γονιμοποιός η παρουσία του σε όλες τις περιπτώσεις. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Γιατί μπορεί κανείς να δει και την πορεία κάποιων ανθρώπων που δεν ήταν αυτή που περίμενε κανείς. Αλλά νομίζω ότι ένας πυρήνας, αυτών των πρώτων συνεργατών, παρέμεινε και ηθικά και αισθητικά με έναν τρόπο που τον δικαίωσε, αν μπορώ να το πω έτσι. Δηλαδή δεν χώθηκαν οι άνθρωποι αυτοί στα παιχνίδια που είδαμε να εκτυλίσσονται αργότερα. Και νομίζω ότι είχε να κάνει και με το ότι τους διάλεξε και με το ότι τον διάλεξαν. Γιατί δεν ήταν εύκολος ο Χατζιδάκις, αν δε σε γούσταρε ήταν γιατί έβλεπε την ψευτιά πολύ εύκολα, την επιτήδευση. Αυτό δεν ήθελε, να παριστάνεις κάτι που δεν είσαι».

 

Ο συγγραφέας Νίκος Ξένιος είχε προσεγγίσει το Χατζιδάκι σε πολύ νεαρή ηλικία. «Ήταν έκπληξη για ένα νεαρό φοιτητή φιλοσοφικής, όπως ήμουν τότε εγώ, να αντικρύσει ένα τέτοιο πρώτο εξώφυλλο και να φυλλομετρήσει μια τόσο ποιοτική ύλη και τόσο εκτεταμένη στα ενδιαφέροντά του. Η πρόσβαση στον Χατζιδάκι ήταν πανεύκολη, απλά χρειάστηκε να εμφανιστώ στο γραφείο σύνταξης και να του πω ότι θέλω να γράψω για το χορό, το θέατρο και τον κινηματογράφο, και η απάντησή του ήταν να γράψεις ό,τι θέλεις».

 

Την παιγνιώδη πλευρά του Χατζιδάκι θυμήθηκε ο Τάσος Βρεττός όταν τον ρωτήσαμε για το κλίμα που επικρατούσε στα γραφεία του περιοδικού. «Δε θα ξεχάσω ποτέ ένα μεσημέρι, έχουμε κάνει εξώφυλλο, δεν υπάρχει λόγος να κάνω ραντεβού μαζί του. Με ειδοποιεί η γραμματέας του, κατεβαίνω στο γραφείο του, και μου λέει: "Κάθισε Τάσο, κάθισε" και με το εσωτερικό τηλέφωνο ζητάει να έρθει η Κατερίνα η Σχινά. Έρχεται η Κατερίνα, κάθεται και της λέει: "θα σε ρωτήσω κάτι πάρα πολύ σοβαρό", "παρακαλώ κύριε Χατζιδάκι" λέει η Κατερίνα. "Είσαι ερωτευμένη με τον Τάσο τον Βρεττό;" "Κύριε Χατζιδάκι, όχι". "Καλώς. Πέρασε από το λογιστήριο, απολύεσαι! Αν δεν είσαι ερωτευμένη είσαι κακόγουστη και εγώ κακόγουστους δε θέλω στο περιοδικό!"».

 

Η επιτυχία της απόπειρας να εκφραστεί η ευρύτητα του πνεύματος του Χατζιδάκι μέσω ενός μηνιαίου περιοδικού, το οποίο θα αποτελούσε και καθρέφτη των ημερών του είναι κάτι που τίθεται τελικά υπό αμφισβήτηση. Το ισχυρό, δημοσιογραφικό και αισθητικό, φίλτρο της συντακτικής ομάδας αρκετές φορές αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα. «Για να είμαι ειλικρινής έχω την εντύπωση ότι αυτό το περιοδικό δεν ήταν ο Χατζιδάκις εκατό τις εκατό» μας είπε ο Γιώργος Μπράμος. «Ο Χατζιδάκις ήτανε στα σχόλιά του. Το Τέταρτο ήταν ένα περιοδικό που περισσότερο έκφραζε μια τάση πολυθεματική και πολυπρισματική εκείνης της εποχής. Δεν είχε δηλαδή μια κατεύθυνση, όπως ήτανε το Τρίτο Πρόγραμμα. Η αντίληψη του Χατζιδάκι στο Τρίτο ήταν μια συγκεκριμένη αντίληψη και πήγανε όλοι πίσω από την αντίληψη αυτή. Στο Τέταρτο δεν ήταν αυτό». Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος εντοπίζει την ολιγωρία σε αυτόν τον τομέα στο μικρό χρόνο ζωής του περιοδικού. «Το Τέταρτο ήταν βραχύβιο και για να εκφραστεί το περιρρέον κλίμα αποτελεσματικά θέλει κάποια διάρκεια την οποία δεν είχε. Κυρίως αυτό διαφαίνεται μέσα από τον τρόπο που τοποθετείσαι απέναντι σε διάφορα ζητήματα. Αυτό που φάνηκε σε αυτά τα λίγα τεύχη που καταφέραμε να βγάλουμε ήτανε προς τα πού πήγαινε το πράγμα. Στην πρώτη φάση δεν είχε αυτόν τον επαρχιωτισμό που είχε ο ελληνικός Τύπος».

 

alt

Η συνεργασία του Μάνου Χατζιδάκι με το Τέταρτο κράτησε έντεκα τεύχη. Σε εκείνο εκεί το τελευταίο τεύχος του Μαρτίου του 1986 έγραφε «Το 11ο τεύχος του Τέταρτου. Με το 12ο τελειώνω εγώ προσωπικά. Και μετά δε θα' χω σχέση κι ευθύνη. Ούτε θα 'μαι ο ιδρυτής του "εν συνεχεία εκδιδομένου" όπως έλεγαν οι παλιοί. Παραμένω ιδρυτής και υπεύθυνος των όσων ελέγχω και όχι των "εν συνεχεία εκδιδομένων"». Και έκλεινε με τη φράση «Άλλοτε σκεπτόμεθα. Σήμερα οραματιζόμαστε. Αντικαταστήσαμε τη βασική ιδιότητα της ωριμότητας με τα βασικά χαρακτηριστικά της παιδικής ηλικίας. Πραγματοποιούμε οράματα και η σκέψη καταναλώνεται στην επιτυχία αυτών των πραγματοποιήσεων. Η πραγματικότητά μας συνεδέθη με τα οράματά μας και η καθαρή σκέψη διώκεται ως αναρχική, ως μη εντεταγμένη στα κοινά. Η καταστροφή του Τσάλεντζερ είναι ένα μικρό τίμημα. Στη θέα της μοιάζαμε παιδιά που χάλασε το παιχνίδι τους. Τρομάξαμε προς στιγμήν και ξαναρχίσαμε με μεγαλύτερο πείσμα. Ο άνθρωπος έχει παραδοθεί στη δυστυχία του - θα 'λεγε ο Σελίν».


Οι εντάσεις και οι διενέξεις του Χατζιδάκι με τον Κοσκωτά, ειδικότερα μετά και από την απόλυση του Θεοδωρόπουλου, δημιούργησαν ένα κλίμα βαρύ. Η διάθεση για πειραματισμό είχε χαθεί και αυτό που ακολούθησε ήταν αναμενόμενο. «Ο Χατζιδάκις παραιτήθηκε για λόγους χατζιδακικούς, δηλαδή για λόγους αισθητικής. Δεν άντεχε πλέον την αισθητική που επικρατούσε εκεί μέσα. Γενικότερα στο συγκρότημα, και αυτό είχε και αντανάκλαση στο περιοδικό. Όλη αυτή η υπόθεση της Γραμμής είναι λίγο ως πολύ η ιστορία του ελληνικού γιαπισμού και αυτό τον Χατζιδάκι τον εξόργιζε. Το γιάπικο κατασκεύασμα που είχε γίνει. Και γι' αυτό το λόγο σηκώθηκε κι έφυγε», μας είπε ο Τάκης Θεοδωρόπουλος. «Ο Χατζιδάκις παγιδεύτηκε στους μηχανισμούς που του επέτρεπαν να αποπειραθεί κάτι τέτοιο, την έκδοση ενός περιοδικού δηλαδή» εκτιμά ο Νίκος Ξένιος, «τους γύρισε την πλάτη και παραιτήθηκε του πειράματός του, ευτυχώς γιατί οι μηχανισμοί του λαϊκισμού και της ψευτοκουλτούρας αποδείχθηκαν πιο ισχυροί, και φυσικά θα τον κατατρόπωναν, ενώ έτσι αποχώρησε αλώβητος και άφησε ένα έργο τέχνης της κατηγορίας του infinito».

 

Με την αποχώρηση του Χατζιδάκι και ορισμένων βασικών συνεργατών του το περιοδικό δεν ήταν πια το ίδιο. Η αισθητική του μεταβλήθηκε και έγινε ένα περισσότερο αντιπροσωπευτικό της εποχής του έντυπο με ό,τι συνεπαγωγές μπορεί αυτό να έχει. Στα πρώτα τεύχη της μεταχατζιδακικής περιόδου μια επιτροπή είχε επιφορτιστεί το ρόλο του Διευθυντή προσπαθώντας να δώσει ένα συμπαγές και πλουραλιστικό έντυπο ταυτόχρονα. Τα εξώφυλλά του παρόλα αυτά δεν είχαν πια την πρωτοτυπία και την τόλμη του πρώτου χρόνου και οι νέοι συνεργάτες έδωσαν το στίγμα αυτής της δεύτερης περιόδου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της στροφής προς τη νέα εποχή είναι η περίπτωση του Νίκου Δήμου. Στο τελευταίο τεύχος υπό τη διεύθυνση του Χατζιδάκι, ο ίδιος ο Χατζιδάκις, στη στήλη στην οποία σχολίαζε αποκόμματα εφημερίδων, με αφορμή μια δήλωση του κ. Δήμου ότι το Τέταρτο είναι ένα βαρετό (ή νεκρό) περιοδικό σε αντιδιαστολή με το Playboy που είναι το πιο ζωντανό και επιπλέον διαβάζεται έγραφε: «Η επιλογή σας ανήκει κ. Δήμου. Το να είστε πνευματώδης –έτσι λένε πως είστε- δε σημαίνει πως ανήκετε και στην κατηγορία των πνευματικών, των σκεπτομένων, και μάλιστα των ορθώς σκεπτομένων. Είκοσι βιβλία το χρόνο, εφημεριδογραφία ακατάπαυστη και αυτοκίνητα, καταλαβαίνω, θέλετε και ολίγον γυμνόν για να ξεσκάσετε. Τι σας φταίμε όμως εμείς κ. Δήμου και μας κάνετε φετφά τις προτιμήσεις σας; Μήπως γιατί δε μας απασχολήσατε ποτέ;». Από το επόμενο τεύχος και την αποχώρηση του Χατζιδάκι ο Νίκος Δήμου ήταν βασικός συνεργάτης του Τέταρτου...

 

 


«Η συμπάθεια της διανόησης τότε προς το Playboy», θυμάται ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, «που εμφανιζόταν ως απελευθέρωση από τα βαρετά πράγματα που κάναμε εμείς οι άλλοι είναι ακριβώς η αρχή του life style. Μπαίνει αυτή η διάσταση στην πνευματική ζωή. Και μπαίνουμε πλέον μέσα σε αυτή την φοβερή περίοδο, όπου τα απόνερά της ακόμη και σήμερα τα ζούμε, και όπου ξαφνικά τα θέλαμε όλα. Θέλαμε και πνευματικό κύρος και χρήματα και πρωτοπορία και να μας θαυμάζουν οι μάζες και δημοσιότητα... Αυτό δεν γίνεται». Η Κατερίνα Σχινά υπερθεματίζει λέγοντας: «Μας ενδιέφερε η επιβίωση μιας παλιότερης αντίληψης για τα πράγματα η οποία έφθινε ήδη εκείνη την εποχή. Όλοι ήμασταν άνθρωποι που τους ενδιέφερε πάρα πολύ η Τέχνη, διψασμένοι για τα Γράμματα και για αυτό το Άλλο. Δεν μας απασχολούσε το life style καθόλου, ούτε εμφανίστηκε ποτέ στο περιοδικό, αυτό μπορώ να το πω από το πρώτο ως το τελευταίο τεύχος».


Επανερχόμενοι στην αρχική μας σκέψη και κάνοντας αναπόφευκτες συγκρίσεις, τόσο με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο χώρο του Τύπου όσο και με το μεσοδιάστημα και όλα αυτά τα έντυπα που κυκλοφόρησαν μέσα στα χρόνια, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το Τέταρτο ήταν ένα περιοδικό με ισχυρό σήμα στην εποχή του, κυρίως λόγω Χατζιδάκι, που τελικά δεν άφησε απολύτως τίποτα ως παρακαταθήκη, ηθική και αισθητική, στα επερχόμενα έντυπα. «Το Τέταρτο δεν έπαιξε κανέναν ρόλο στην εξέλιξη του περιοδικού Τύπου» λέει ο Γιώργος Μπράμος και συνεχίζει «Νομίζω ότι αυτοί που λέγε ότι έχει επηρεάσει αναφέρονται σε ορισμένα εξωτερικά πράγματα. Την παραδοξότητα της γραφής που έγινε μετά mainstream. Ορισμένοι γράφανε με ένα τρόπο κάπως διαφορετικό που νομίζω ότι αυτό άφησε ένα ίχνος, αλλά δεν είναι βαθύ ίχνος αυτό. Δηλαδή το Τέταρτο δεν έπαιξε το ρόλο που έπαιξε η Επιθεώρηση Τέχνης ή ο Σύγχρονος Κινηματογράφος». Αν και ήταν ένα έντυπο που κάλυπτε με ιδιαίτερο τρόπο, κάποιοι θα πουν με μια διανοουμενίστικη αντίληψη των πραγμάτων, το πολιτικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι, δεν κατάφερε να αποτελέσει επιρροή. «Νομίζω ότι δεν είχε καμία επιρροή. Ήταν κάτι μετέωρο το οποίο έσκασε εκείνη την εποχή και δεν άφησε απολύτως τίποτα. Την ίδια περίπου εποχή, λίγο αργότερα, βγήκε το Κλικ. Αυτό μπορούμε να πούμε ότι σφράγισε όχι μόνο τον Τύπο, σφράγισε την ελληνική νοοτροπία» επισημαίνει η Κατερίνα Σχινά. Ο Νίκος Ξένιος συμφωνεί πως δεν βρίσκουμε κατάλοιπα του Τέταρτου στο σημερινό τύπο. «Είναι χαρακτηριστικό ότι το Κλικ βρήκε εύκολα τους άξιους συνεχιστές του, γιατί αυτοί απευθύνονταν σε ένα εύκολα διαμορφώσιμο κοινό με μια ευμετάβολη, μικροαστική και ιδιαζόντως καταναλωτική στάση ζωής, όπου το life style βρήκε έδαφος γόνιμο, ενώ αντίθετα το Τέταρτο πρότεινε μια οπτική που δεν έπιασε τόπο».

 

Όπως και να 'χει, η προσπάθεια του Χατζιδάκι να φέρει τον πολιτισμό στην πολιτική και να κάνει πολιτική με καλλιτεχνικές και πολιτιστικές αφορμές, μόνο ως μεμονωμένη και άκρως συναρτώμενη με την ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία του μπορεί να ειδωθεί και να αναλυθεί. Σε αυτή την περίπτωση οι προθέσεις ξεπερνούν και το αποτέλεσμα και την όποια, μυθική ή λιγότερο μυθική πορεία ακολούθησε το Τέταρτο στις δεκαετίες που ακολούθησαν. Αυτό που μένει είναι το όραμα ενός καλλιτέχνη και η διάθεσή του να το μοιραστεί με μια νεότερη γενιά ανθρώπων, δίνοντάς τους τη δυνατότητα της συμμετοχής σε ένα έντυπο αναφοράς και την ευκαιρία να κληροδοτήσουν αυτό το όραμα στις επερχόμενες γενιές.