Όλοι γνωρίζουμε τον Ορέστη Λάσκο (1907-1992) ως έναν από τους πιο αγαπητούς έλληνες σκηνοθέτες. Ο IMDb καταγράφει 54 ταινίες του ξεκινώντας από τo θρυλικό «Δάφνις και Χλόη» (1931) και φθάνοντας στo «Διακοπές στην Κύπρο μας» του 1971, ενώ ενδιαμέσως γυρίζονται τα «Τύφλα Νάχη ο Μάρλον Μπράντο», «Μικροί και Μεγάλοι εν Δράσει», «Φουσκοθαλασσιές», «Ο Γεροντοκόρος» και δεκάδες άλλα. Καλές ταινίες του λεγόμενου «εμπορικού κινηματογράφου», που διασκεδάζουν και ψυχαγωγούν 2-3 γενιές Ελλήνων.

 

Σαράντα χρόνια κινηματογραφικής δημιουργίας λοιπόν, αλλά τουλάχιστον 51 ποιητικής, αφού ο Ορέστης Λάσκος δημοσιεύει από το 1923 (στο περιοδικό «Όρθρος», όπως μας πληροφορεί το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου) καταλήγοντας(;) με το βιβλίο του «Γυμνή Μούσα/ Νέα Ποιήματα/ Και η Σατιρική Τριλογία ‘Βρεκεκέξ-κοάξ-κοάξ’» που τυπώνεται το 1974.

 

Η «ιδιόρρυθμη απαγγελία» ήταν ένα από τα μεγάλα ατού τής ζώσας ποιητικής διαδρομής του Ορέστη Λάσκου. Έβγαινε στη θεατρική σκηνή, στα διαλλείματα των παραστάσεων και ξεκινούσε τις απαγγελίες των ποιημάτων του ζώντας τες ψυχή τε και σώματι.

 

Βεβαίως μέσα σ’ αυτές τις δεκαετίες υπήρξαν κάποια κενά διαστήματα. Για παράδειγμα από το 1932 έως το 1945 ο Λάσκος δεν σκηνοθετεί τίποτα (στο σινεμά), ενώ, όπως ο ίδιος σημειώνει στον πρόλογο του βιβλίου του «Αγριόχηνες» [Ανεξάρτητη Έκδοση, 1972], από το 1952 και μέχρι το 1972 δεν γράφει απολύτως κανένα ποίημα.

 

Σημειώνει ο ποιητής Νίκος Παππάς (σύζυγος της Ρίτας Μπούμη-Παππά) στις «Αγριόχηνες» για τον Ορέστη Λάσκο:

«Οραματιστής με απόλυτη αντίληψη, πλήρους ζωτικότητας, υπερπληθωρικός, αγέρωχος, μεστός από βίαιο πάθος, γνωρίζει την ποίηση να τη γράψη όσο και να τη ζη. Όπως άμεσα και απροκάλυπτα χαίρεται ένα γεγονός, έτσι φέρνει και την ποίησή του. Τα πρώτα του ανυπόταχτα χρόνια τού τα κλείσανε στη Σχολή των Ευελπίδων. Αλλά μ’ ένα πήδημα απ’ το παράθυρο, πέταξε έξω προς τη ζωή τις δεκαεφτά σφριγηλές του Ανοίξεις. Ζήτησε στην Ιατρική την παραμυθία της μαθήσεώς του. Αλλά πείσθηκε γρήγορα πως είναι ένας αδιόρθωτος ποιητής. Τον είδαμε συγγραφέα και σκηνοθέτη κινηματογραφικών σεναρίων, κινηματογραφικό αστέρα, ηθοποιό της σκηνής, ιδιόρρυθμο απαγγελέα στο συγκρότημα του αξέχαστου Αττίκ, και τέλος θιασάρχη».

 

Η «ιδιόρρυθμη απαγγελία» ήταν ένα από τα μεγάλα ατού τής ζώσας ποιητικής διαδρομής του Ορέστη Λάσκου. Έβγαινε στη θεατρική σκηνή, στα διαλλείματα των παραστάσεων και ξεκινούσε τις απαγγελίες των ποιημάτων του ζώντας τες ψυχή τε και σώματι. Διαβάζουμε στην εφημερίδα «Εμπρός» (4/12/1948):

«Ο Ορέστης Λάσκος είναι ένας από τους πιο γνωστούς ποιητάς στην Ελλάδα. Οι απαγγελίες του στα θέατρα έχουν κατακτήσει πολλούς οπαδούς. Ο Λάσκος έχει δημιουργήσει δικό του ύφος, και αν θέλετε μάλιστα δική του σχολή, στην οποίαν πολλοί εμαθήτευσαν μα κανένας δεν κατόρθωσε όχι βέβαια να υπερβή, αλλά ούτε καν να φθάση. Ο Λάσκος κρατεί τα σκήπτρα του είδους αυτής της ποιήσεως. Τα ποιήματά του μπορεί να μην είναι βαθυστόχαστα, και να μην αναγνωρίζονται από τους νέους οπαδούς της ποιητικής τέχνης, μα είναι προπαντός ανθρώπινα και μιλούν στην ψυχή του ανθρώπου, που του δονούν όλες τις συναισθηματικές χορδές του. Και όταν ο ποιητής πονεί και όταν γελά και όταν σαρκάζει και όταν χαίρεται».

 

Ορέστης Λάσκος: υπογραφή
Ορέστης Λάσκος: υπογραφή

 

Ο Λάσκος εμφανιζόταν σε συναυλίες, π.χ. με τον τενόρο Πέτρο Επιτροπάκη (9/1949) απαγγέλλοντας στα διαλλείματα, ελάμβανε μέρος σε θιάσους ψυχαγωγώντας στρατόπεδα (Χαϊδάρι 9/1948), δημοσιογραφούσε σε περιοδικά («Η Αθηναία» το 1950), είχε πρόγραμμα στον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, συμμετείχε σε βαριετέ και ποιητικά ρεσιτάλ (Θέατρο Μουσούρη 5/1953), εργαζόταν ως κονφερανσιέ σε συναυλίες (Χρήστος Χαιρόπουλος), ενώ διατηρούσε και δικό του καλλιτεχνικό συγκρότημα, φέρνοντας έναν αέρα… exotica στην Αθήνα του ’50. Διαβάζουμε από το «Εμπρός» (8/7/1951):

«Το κομψό θέατρο Γκλόρια της Πλατείας Αμερικής φιλοξενεί εφέτος το συγκρότημα Ταμ-Ταμ του ποιητού Ορέστη Λάσκου. Σκηνικό… εξωτικό. Ορχήστρα Μουζάκη. Συνεργάζονται γνωστοί και εκλεκτοί καλλιτέχνες(…) Ο Λάσκος διευθύνει την παράστασι και απαγγέλει διάφορα καινούρια τραγούδια του εμπνευσμένα από την τελευταία περιοδεία του στην Αφρική. Δικό του είναι και το λαϊκό τραγούδι ‘Μαζί το δρόμο πήραμε’ που εκτελείται από την Μάγια Μελάγια».

 

Τα περισσότερα από τα πρώτα ποιήματα του Λάσκου έχουν μια εσωτερική ομοιοκαταληξία (επιρροή από τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη), που παρέχει στην ανάγνωση μία άμεση τραγουδιστική όψη. Τούτο το κατάλαβε καλύτερα απ' όλους ο Διονύσης Σαββόπουλος, καθώς μελοποίησε, υπέροχα, ένα από τα ποιήματα του Λάσκου στο «Χάππυ Νταίη».

 

Το πρώτο βιβλίο του Ορέστη Λάσκου ήταν «Το φιλμ της ζωής» [εκδ. των Χρονικών, Αθήνα 1934]. Κεφάλαιά του αποτελούσαν τα ποιήματα γα τη «Νινόν», τα «Αρχαϊκά», η «Ηδονή» και η «Ανία».

 

Τα περισσότερα απ’ αυτά έχουν μια χαρακτηριστική, εσωτερική, ομοιοκαταληξία, την οποίαν ο Λάσκος ξεσήκωσε από τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Ο πρώτος και ο τρίτος στίχος κάθε στροφής ομοιοκαταληκτούν εσωτερικά, δίνοντας στο ποίημα μία άμεση τραγουδιστική όψη.

 

Τούτο το κατάλαβε καλύτερα απ’ όλους ο Διονύσης Σαββόπουλος, όταν μελοποιεί, υπέροχα, ένα από τα ποιήματα του Λάσκου του κύκλου «Νινόν», στο «Χάππυ Νταίη» του Παντελή Βούλγαρη το 1976 (τραγούδησε ο ίδιος ο Σαββόπουλος και ο Σώτος Παναγόπουλος). Φυσικά πολλά «εύγε» πάνε και στον ενορχηστρωτή Σαράντη Κασσάρα, ο οποίος επινόησε ένα θαυμαστό «πολυεπίπεδο» πνευστών. Ο κύκλος «Νινόν» αποτελείτο από επτά ποιήματα (το καθένα είχε πέντε τετράστιχες στροφές) με τον Σαββόπουλο να μελοποιεί τρεις στροφές από το «Ηρθ’ ο καιρός». Εδώ αντιγράφω και τις πέντε (δηλαδή το ποίημα ολοκληρωμένο), όπως κι ένα δεύτερο που έχει τίτλο «Όταν θα ’ρθη κάποια φορά»…

 

ΗΡΘ’ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Ηρθ’ ο καιρός, που ο Ουρανός σαν Τροβατόρε αλλοτινός,

θλιμμένος φόρεσε ξανά τη σκοτεινή του μπέρτα,

και παίζει ατέρμονα σολίστ μια κάποια σύνθεση του Λιστ,

ο βιρτουόζος ο άνεμος στα βραδυνά κονσέρτα!...

 

Ηρθ’ ο καιρός, που αναριγεί σαν μια τρεμή μαρμαρυγή

τ’ άρρωστο φως των λαμπιονιών μεσ’ στα νερά του δρόμου,

κι’ ακούς των δέντρων τα κλαδιά στην κατασκότεινη βραδυά,

μια τραγωδία να παίζουνε της φρίκης και του τρόμου!...

 

Ηρθ’ ο καιρός, που οι βάρκες πια, με τα σκεβρά τους τα κουπιά,

στο λιμανάκι το μικρό τρυπώνουν τρομαγμένες,

κι’ οι ωχρές παρθένες του χωριού, στο τρέμον φως του λυχναριού,

κάποιο ρομάντζο ερωτικό διαβάζουν δακρυσμένες!...

 

Ηρθ’ ο καιρός, που η συντροφιά των μορφωμένων, μ’ ακεφιά,

στην πρέφα μάταια προσπαθεί την πλήξη της να πνίξη,

ενώ ένας νειός, πιο κει, βουβός, γράφει ένα γράμμα στο Νταβός

κάποιου αδερφού του, που γοργά τον τάφο του θ’ ανοίξη!...

 

Κι’ ηρθ’ ο καιρός Νινόν που λες, που απ’ τις οδύνες τις πολλές,

συντρίμι μένω στη γωνιά μεσ’ στον βαρύ χειμώνα,

κι’ ώρες να ’ρθης παρακαλώ καμμιά βραδυά με το καλό,

μεσ’ την καρδιά μου μια μικρή να φέρης μου ανεμώνα!...

 


 

 

ΟΤΑΝ ΘΑ ’ΡΘΗ ΚΑΠΟΙΑ ΦΟΡΑ

Όταν θα ’ρθη κάποια φορά που θα γεράσης –συμφορά–

κι’ άσπρα τα μαύρα σου μαλλιά θε να τα βάψη ο Χρόνος,

θα νοιώσης τότε, πως για μπρος δεν πάει άλλο πια, και πως

μονάχα η θύμηση σκοπός Νινόν σού μένει μόνος!...

 

Και τότε, με μια κάποια ορμή στο κυρτωμένο σου κορμί,

τα «τραγουδάκια» μου θα βρης σ’ ένα κρυφό συρτάρι,

κι’ αναγερτή σ’ ένα φωτέιγ, μπρος στη θερμάστρα που θα καίη,

στο διάβασμά τους θ’ αφεθής που θα σε συνεπάρη!...

 

Κι’ όταν τελειώσης, σιωπηλή, θα ονειρευτής ώρα πολλή

τα Ερωτικά μας Κύθειρα που θα ’χει θάψ’ η λήθη,

κι’ ενώ τα δάκρυα θα κυλούν στα μάγουλά σου, θα ιστορούν

τα οράματά σου… του φτωχού Ποιητού το παραμύθι…

 

Μα εκεί, που δεκαοχτώ χρονών παιδούλα, θα μεθάς Νινόν

στην αγκαλιά μου και γλυκά ερωτόλογα θα λες,

θα ’ρθουν τα εγγόνια σου δειλά, κι’ αφού προσέξουνε καλά,

θα σε ρωτήσουν ξαφνικά: «Γιατί γιαγιάκα κλαις;»

 

Τότες κι’ εγώ, στην αγκαλιά της Γης γερμένος, τα παληά

μεσ’ απ’ του Χάρου το πυκνό θ’ αναθυμιέμαι βέλο,

κι’ ωσάν σε ρεσιτάλ, ωιμέ, τους στίχους που έγραψα για σε,

μεσ’ στους αιώνες, στα έκπληκτα σκουλίκια θ’ απαγγέλω!

 

 

Τμήμα των «Αρχαϊκών» αποτελούν και τα «Επιτάφια Επιγράμματα Αρχαίων Εταίρων». Είναι 16 τετράστιχα, με την ίδια χαρακτηριστική «εσωτερική» ομοιοκαταληξία, αφιερωμένα το καθένα σε μία εταίρα της αρχαιότητας.

 

Τα επιγράμματα είναι σκαλισμένα στους τάφους (υποτίθεται). Κοντοστέκεται ο περαστικός και τα διαβάζει… «Βαρύ» το θέμα ίσως, για το 1934, αλλά ο Λάσκος, έχοντας κάνει το πρώτο γυμνό στο σινεμά μας με το «Δάφνις και Χλόη» ήδη από το  ’31 δεν καταλάβαινε απ’ αυτά. Λυρισμός, ρομαντισμός, οίστρος ποιητικός, μια κάποια πεισιθάνατη ρέμβη κι ένα φάντασμα του… Edgar Allan Poe να πλανάται πάνω από την αρχαία Κόρινθο ή την Αθήνα. Αντιγράφω τα 10 από τα 16 επιγράμματα…

 

 

ΛΑΪΣ

Ωχρέ διαβάτη της ζωής, εδώ αναπαύεται η Λαΐς,

η πιο λαμπρή μεσ’ στις λαμπρές εταίρα της Κορίνθου,

που ’χε τα μάτια βυρηλλιά, κι’ είχε τη σάρκα για φιλιά,

κι’ είχε τα χείληα πορφυρά σαν πέταλλα υακίνθου!...

 

ΦΥΛΛΙΣ

Εδώ αναπαύεται η Φυλλίς, η ωραία εταίρα η προσφιλής,

που ως ίσκιον έσερνε αμαυρό το πλήθος το «Κενταύρειο»,

και τώρα, στον βαθουλωτό, τον πριν ασύγκριτο λωτό,

σμήνος σκουλίκια οργιοκοπούν σ’ ένα χορό μακάβριο!...

 

ΜΥΡΤΩ

Σκέλεθρο πια σιχαμερό στο λάκκο της το λασπερό

κείται η Μυρτώ, που στράγκισε τις ηδονές πλημμύρα,

κι’ είχε τα μπρούτζινα μεργιά λουσμένα πάντα στα βαρειά

της Αραβίας τ’ αρώματα και της Νουβίας τα μύρα!...

 

ΠΛΑΓΓΩΝ

Στη σαρκοφάγο την ψυχρή απ’ αλάβαστρο, κείται νεκρή

η ωραία Πλαγγών με τις σφοδρές κι’ εκκεντρικές της τάσεις,

που ’χε γητεύματα φειδιού, κι’ είχε σβελτάδα ζαρκαδιού,

κι’ είχε σπουδάσει της Τανίτ τις τριανταπέντε «σ τ ά σ ε ι ς»!...

 

ΓΛΥΚΕΡΑ

Ξένε, που οδεύεις ασκεπής στην άσπρη χώρα της Σιωπής,

στάσου στο μνημ’ αυτό το υγρό που οργών’ η μολοχάνθη.

Στη γην εντός τη νοτερή, μάταια η Γλυκέρα καρτερεί

χρόνια απ’ τους πλήθιους εραστές ένα μπουκέτο μ’ άνθη!...

 

ΦΡΥΝΗ

Σ’ ύπνο βαρύ, στερνή φορά, ιερή στον Άδη προσφορά,

νεκρή, τα ωχρόλευκα μεργιά τανύει στον τάφο, η Φρύνη.

– Δεόμεθά Σου ω Μύλιττα, τα κάλλη της τ’ αμίλητα,

κάμε ν’ ανθίσουν ζουμπουλιές… κι’ η πλάκα ν’ αλαφρύνη!...

 

ΑΣΠΑΣΙΑ

Στην Πολιτεία τ’ αμίλητου, σπέρμα ιερό της Μίλητου,

λευκή ως οδεύεις, σ’ ακλουθούν των Αθηναίων τα σμήνη,

κι’ απ’ την Ακρόπολην εκεί, σαν μια υπερκόσμια μουσική

σε προβοδούν σπαραχτικοί της Αθηνάς οι θρήνοι!...

 

ΝΙΚΩ

Εδώ αναπαύεται η Νικώ, με το κορμί το ηδονικό,

τετράξανθη, κι’ ορθόβυζη, γλυκειά γκριζοματούσα,

περίφημη κι’ ονειρευτή, που ’τανε πάντα η ζηλευτή

των φιλοσόφων παλλακίς και των ποιητών η Μούσα.

 

ΡΑΔΙΝΗ

Στην ηρεμία τη βραδυνή γερτή στον τάφο η Ραδινή,

κι’ ενώ το δέρμα της τρυπούν τα βρωμερά σκουλίκια,

φέρνει στο νου της τις τρανές που ’δρεψε αχόρταγα ηδονές

και σκοτισμένη πια, θαρρεί… πως νοιώθει χάδια αντρίκια!...

 

ΞΑΝΘΩ

Εδώ αναπαύεται η Ξανθώ, με τον οπάλλινον ανθό,

που ρούφηξε των ηδονών τον αμφορέαν ως κάτου,

και που σαν μπούχτησε να οργά, περίεργη μίσεψε γοργά

την μόνην άγνωστη ηδονή να δρέψη: Του Θανάτου!...

 

Ορέστης Λάσκος: σκίτσο καμωμένο το 1950 από τον αλεξανδρινό ζωγράφο Νίκο Γώγο
Ορέστης Λάσκος: σκίτσο καμωμένο το 1950 από τον αλεξανδρινό ζωγράφο Νίκο Γώγο

 

«Το φιλμ της ζωής» (1934) ήταν η πρώτη ποιητική συλλογή του Ορέστη Λάσκου. Ακολούθησαν οι: Αγριόχηνες» [Αλεξάνδρεια, 1936], «Τάα - Ρόα» [Κάιρο, 1938], «Φρεγάτα» [Αθήνα 1948], «Πλοίαρχος Λάσκος κι’ άλλα ποιήματα» [Αλεξάνδρεια, 1950], «africa» [Αθήνα, 1956]…

 

Ίσως το πιο γνωστό ποίημα του πολυταξιδεμένου και κοσμοπολίτη Λάσκου να είναι «Το Παρίσι» (από τη συλλογή «Αγριόχηνες»). Στα τέλη του ’40 και στις αρχές του ’50 το ήξερε η μισή Αθήνα, ενώ η χάρη του είχε φθάσει μέχρι και στην Παράγκα του Σίμου (το στέκι των Υπαρξιστών). Επ’ αυτού είχε να θυμηθεί τα σχετικά και ο Πάνος Κουτρουμπούσης (lifo.gr, 16/5/2012):

«Η είσοδος (στην Παράγκα) ήταν πάντα ανοιχτή και μαζευόμασταν από το πρωί μέχρι το βράδυ διάφοροι γνωστοί, παλιοί και νέοι, και συζητάγαμε, φλερτάραμε με τα κορίτσια, ενώ και ο Σίμος απάγγελλε κάνα ποίημα του Λάσκου, που το ξέραμε κι εμείς. Έλεγε, ας πούμε… ‘Μοναδικό σκοπό του είχε ορίσει να πάει στο Παρίσι’. Και όταν έλεγε ‘να πάει στο Παρίσι’, λέγαμε κι εμείς, εν χωρώ, ‘να πάει στο Παρίσι’».

 

Στο «Φιλμ της ζωής» υπάρχουν ακόμη δύο ποιήματα που δεν είναι ερωτικά κι είναι, και αυτά, από τα πιο γνωστά του Λάσκου. Το ένα είναι το «Ταξίδι στο Βλαδιβοστόκ» («Θερμοκρασία 60 υπό το μηδέν/ και το εισιτήριο προς το Βλαδιβοστόκ στην τσέπη./ Κι’ απόξω, εξισωμένη με το άπειρον/ η παγωμένη στέππη» κ.λπ.) και το άλλο είναι «Το Μπάγκειον», ένα ποίημα-ντοκουμέντο για το (υπόγειο) στέκι (στην Ομόνοια), που δόξασαν ταλαιπωρημένες μορφές της λογοτεχνικής Αθήνας («Ο Ζώτος, ο άρρωστος ποιητής με τη θλιμμένη φάτσα,/ κάποιο τραγούδι σιγανά απαγγέλλει με λυγμούς./ Ενώ ο Μαράκης δίπλα του μουντός μεσ’ τους καπνούς,/ χαράζει αδρά στο μούτρο του κάποια στυγνή γκριμάτσα» κ.λπ.).

 

Όλα τούτα, όμως, όπως και πολλά άλλα, μπορεί να δώσουν τροφή για μιαν άλλη ιστορία. Ας κλείσουμε λοιπόν όπως ανοίξαμε, μ’ ένα ακόμη ερωτικό ποίημα του Ορέστη Λάσκου από «Το φιλμ της ζωής» (1934). Είναι το «Καλοκαιρινό μεσημέρι»… Μπορεί να μην ταιριάζει με την εποχή, «δένει» όμως με όλα τ’ άλλα…

 

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Ειν’ οι στιγμές, που στους αγρούς με τους στομάχους των υγρούς

οι φλογισμένοι τζίτζικες με νευροσπάστων πήδους,

μέσα στο λάγγεμα της γης, μπαίγνια μιας κάποιας προσταγής,

κράζουν στριγκά για την ιερή διαιώνιση του είδους.

 

Είναι οι στιγμές, όπου γυμνά μπρος στα τσαντήρια τα πυκνά

τα νέα κορίτσια ο πίθηκος θωρώντας των τσιγγάνων,

στην υψικάμινο του ηλιού με τη γκριμάτσα ενού φιλιού

ξεσπάει σε τρίλλισμα τρελλό των διασταλτών του οργάνων.

 

Είναι οι στιγμές, που οι Μοναχοί μεσ’ στα κελιά των μοναχοί

με μάτια ως οίκων ανοχής δυο πορφυρά λαμπιόνια,

θωρούν ως οραματισμούς του Βελζεβούλ τους πειρασμούς

να ορχιούνται ομπρός σκορπώντας τους της αμαρτίας τ’ αφιόνια.

 

Είναι οι στιγμές, στο λαύρο φως, που ο ξαναμένος αδερφός

μεσ’ απ’ τη θέρμη την αβρή του ατμώδους κρεβατιού του,

τη γύμνια αντίκρυ την ιερή της αδερφής του αχνοθωρεί,

μ’ ύπουλο κάτι στον κανθό του ημίκλειστου ματιού του.

 

Κι’ είναι οι στιγμές, όπου κι’ εγώ κάτω απ’ της λαύρας το ζυγό

και μεσ’ στους πύρινους καπνούς της Αιτνικής σαρκός μου,

νοιώθω να βράζη κοχλαστά το σπέρμα εντός μου, ως να ζητά

να πλημμυρίση αγέρωχα τη μήτρα όλου του κόσμου.