«Please do not speak to me like I’m that Drake from four years ago / I’m at a higher place» τραγουδάει ο Drake σε ένα από τα πρόσφατα κομμάτια του και σε μια φράση συνοψίζει όλο αυτό που του συμβαίνει αυτή τη στιγμή: είναι σε δημιουργικό peak και η δημοτικότητά του βρίσκεται στα ύψη. Για την ακρίβεια, είναι στην κορυφή. Είναι ένας από τους δυο τρεις πιο διάσημους μουσικούς –παγκοσμίως- και η ανταπόκριση του κόσμου σε όσα κάνει είναι ένας θρίαμβος. Το Φεβρουάριο με την απροειδοποίητη κυκλοφορία του mixtape If You’re Reading This It’s Too Late είχε ένα νούμερο ένα άλμπουμ (χωρίς να είναι κανονικό άλμπουμ) και τα 17 τραγούδια του εμφανίστηκαν ταυτόχρονα στον πίνακα με top-50 Hot R&B/Hip-Hop του Billboard. Το καλοκαίρι έξι νέα κομμάτια του πέρασαν από το Hot 100, με δύο από αυτά να κάνουν πρεμιέρα στο Apple Music radio, με το οποίο έκανε μια συμφωνία 19 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο Drake είναι σουπερστάρ, ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσό και οι συμμετοχές του στα τραγούδια άλλων είναι μια εγγύηση για επιτυχία. Το remix του στο Versace των Migos και η πινελιά του στο εξαιρετικά κολλητικό Tuesday του iLoveMakonnen ή στο Sweeterman (Remix),” του 21χρονου αιγυπτιακής καταγωγής Ramriddlz από το Τορόντο είναι μόνο κάποια από αυτά, ενώ την προηγούμενη Κυριακή το mixtape που έφτιαξε σε συνεργασία με τον Future έκανε άλλο ένα ρεκόρ: πούλησε σε μία μόνο ημέρα 339,538 αντίτυπα, κυκλοφορώντας μόνο στο iΤunes και έγινε το νούμερο ένα άλμπουμ της Αμερικής, χωρίς να είναι καν άλμπουμ. Αν συνυπολογίσεις και τα 39 χιλιάδες stream της πρώτης ημέρας, 378,630 αντίτυπα του What a Time to be Alive πουλήθηκαν μέσα σε 24 ώρες. Το ανεπίσημο άλμπουμ που ηχογραφήθηκε μέσα σε έξι μόνο μέρες στην Ατλάντα ήταν αποκλειστικά δουλειά τα νύχτας. Ο Drake και ο Future ηχογραφούσαν όλο το βράδυ και κοιμούνταν στο στούντιο και όταν ξυπνούσαν συνέχιζαν τη δουλειά. Η τακτική του Drake να μην ανακοινώνει τα mixtape -κι εκεί που όλοι περιμένουν ένα νέο κομμάτι να εμφανίζει ολόκληρο άλμπουμ- κάνει το κατόρθωμά του ακόμα πιο εκπληκτικό, γιατί δεν προηγείται το promotion που θα δικαιολογούσε τέτοια επιτυχία, που σημαίνει ότι ο κόσμος τον εμπιστεύεται με κλειστά μάτια και αγοράζει ό,τι κι αν βγάλει. 

 

Ο ίδιος ονομάζει τα mixtape του «προσφορά» και δεν δέχεται ότι είναι κανονικά άλμπουμ γιατί δεν είναι δουλεμένα με την προσοχή και την φροντίδα που αξίζει σε μια κανονική κυκλοφορία. Όταν ανακοινώθηκε ότι το If You’re Reading This It’s Too Late έγινε πλατινένιο, κάποιος δημοσιογράφος σχολίασε ότι δεν μπορεί να μειώνει έτσι την αξία του δίσκου και τον ρώτησε γιατί δεν το θεωρεί κανονικό άλμπουμ. Κι ο Drake απάντησε ότι εκτιμάει το κομπλιμέντο αλλά αυτός ξέρει καλύτερα τι σημαίνει «κανονική δουλειά».  

           

«Το νέο flow είναι η πιο σημαντική ανακάλυψη στην ραπ για μένα» λέει «ειλικρινά, μου αρέσει πολύ να κάθομαι εδώ  και να σου μιλάω, αλλά θα προτιμούσα να βρισκόμουν στο στούντιο και να ηχογραφώ. Προσεύχομαι ο 40 (ο συνεργάτης του) να έχει ένα καινούργιο beat και να κάνουμε κάτι που δεν έχει κανένας κάνει πριν. Αυτή είναι η χαρά της ζωής μου.

 

Κάνουμε τραγούδια για πολύ απλά ανθρώπινα συναισθήματα. Μερικές φορές μιλάμε για αγάπη. Μιλάμε για τον θρίαμβο, για την αποτυχία, μιλάμε για το θυμό. Μιλάμε για το φόβο. Μιλάμε για την αμφιβολία. Δεν έχει σημασία τι κάνεις –τουλάχιστον άκου τι έχω να σου πω. Και προσεύχομαι να σε βοηθήσει».

 

 

«Το Songs My Brothers Taught Me συνοψίζει όσα έζησα στα τέσσερα χρόνια στον ινδιάνικο καταυλισμό στο Pine Ride, όσο καιρό έφτιαχνα την ταινία» λέει η Chloé Zhao, η σκηνοθέτης και σεναριογράφος που ήταν από τις εκπλήξεις του φετινού Sundance. Η ταινία της που προβλήθηκε χθες το πρωί και προβάλλεται και απόψε στις 19.45 στο Δαναό στις νύχτες πρεμιέρας παρουσιάζει τις συνθήκες ζωής σε μια κοινότητα Ινδιάνων, μέσα από ένα στόρι που έχει γίνει κλισέ στις αμερικάνικες ταινίες τα τελευταία χρόνια αλλά πάντα, παραδόξως, λειτουργεί: οικογένειες σε ασφυκτικές συνθήκες που τα παιδιά τους πρέπει να υποστούν όλες τις συνέπειες. Οι δυσλειτουργικές οικογένειες και τα ταλαιπωρημένα παιδιά ενδιαφέρουν πάντα και συγκινούν επειδή μπορείς με κάποιον τρόπο να ταυτιστείς, αλλά το «κακό» έχει παραγίνει. Λίγο-πολύ βλέπεις το ίδιο στόρι σε άλλο περιβάλλον και με διαφορετικές λεπτομέρειες. Εδώ ο 18χρονος Τζόνι αισθάνεται υπεύθυνος για την τύχη της μικρής του αδερφής και πολεμάει ανάμεσα στο αν θα την εγκαταλείψει και θα πάει στο Λος Άντζελες με την κοπέλα που αγαπάει ή αν θα μείνει στον καταυλισμό για πάντα. Το happy end είναι από τα πιο απογοητευτικά που έχω δει ποτέ σε ταινία και παρόλο που είναι καλοφτιαγμένη, με ποιητικά πλάνα και πολύ δυνατές στιγμές, το μόνο που σου μένει είναι η στενή σχέση που έχουν οι Ινδιάνοι μεταξύ τους και ότι τρώνε κι αυτοί μακαρόνια με κιμά. Ok, για να μην γίνομαι υπερβολικός, είναι μια καλή μικρή ταινία.

 

 

 

«Η πιο συχνή ερώτηση που κάνουν οι άνθρωποι που μαθαίνουν για τις δύσκολες συνθήκες στο Pine Ridge είναι γιατί δεν σηκώνονται να φύγουν» λέει η σκηνοθέτης, «εάν η ζωή είναι σκληρή γιατί δεν αφήνουν τον καταυλισμό για να πάνε κάπου αλλού; Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου εκεί έγινα φίλη με μερικούς από τους Lakota και υπήρξαν στιγμές που ζήλεψα την βαθιά σύνδεση που έχουν με τα σπίτια τους, τις οικογένειές τους και τη γη τους. Αυτή η σχέση που είναι δύσκολο να διαταραχθεί έχει και τις συνέπειές της: εξαιτίας της αισθάνονται αυτή την έντονη απομόνωση και κάνουν τεράστιους αγώνες για να επιβιώσουν. Αυτή η απλή ερώτηση έχει πολύ περίπλοκες απαντήσεις και κατάλαβα ότι είναι αδύνατο να τις εκφράσεις με λόγια. Έτσι αυτό που εξερεύνησα με την ταινία μου είναι το ερώτημα ‘πώς εγκαταλείπεις το μόνο μέρος που γνωρίζεις;’».

   

Ο Τζόνι αντί να αναζητήσει ένα καλύτερο μέλλον γυρίζει στην αλκοολική μητέρα του και στη 12χρονη αδερφή του, πιάνει δουλειά σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων μαζί με τον ετεροθαλή αδερφό του. Μπορεί να είμαι πολύ αυστηρός χωρίς λόγο για μία τίμια ταινία, αλλά νομίζω ότι χειρότερο τέλος δεν γίνεται.