Ένα παχουλό κορίτσι γέρνει το κεφάλι κι απ’ το παράθυρο του πούλμαν με τους εκδρομείς μου στέλνει ένα φιλί. Εισπράττοντας το χαμόγελό μου, πανευτυχής μοιράζεται τον μικρό αυτό θρίαμβό της με τους διπλανούς επιβάτες, που έχουν γυρίσει ολόκληροι και συναγωνίζονται –ανάμεσα σε γέλια και πειράγματα- ποιος θα πρωτοδεί την κατάκτηση του κοριτσιού. 

Στη στάση της Ποσειδώνος αφήνω χωρίς λόγο να περάσουν δύο λεωφορεία κι ανεβαίνω στο τρίτο. Είχα κατέβει στο Φάληρο για να χαζέψω μια έκθεση γλυπτών. αλλά δεν μπόρεσα να την δω όλη γιατί έμπλεξα με έναν τρελό που ήθελε σώνει και καλά να φωτογραφίσω τα έργα του. Στην αρχή ενέδωσα, ή μάλλον προσποιήθηκα, αλλά καθώς αυτός γινόταν ολοένα και πιο φορτικός, υποδεικνυοντάς μου πώς να "παίζω" με το φως, πώς να μπαίνω στη θέση του θεατή και να χρησιμοποιώ την οπή του μπρούτζινου εκτρώματός του για να έχω στο πεδίο μου και τα άλλα αγάλματα, τον παράτησα και έφυγα. Δεν υπήρχε εκεί εξ' άλλου και τίποτα το πολύ αξιόλογο, εκτός ίσως από μία μικρή γοργόνα που την έγλυφαν τα κύματα, κι έτσι αποφάσισα να πάω προς τον Πειραιά και να τελειώσω τη βόλτα μου ανάμεσα στο πλήθος που επέστρεφε με τα πλοία.

 

 

Δύο στάσεις παρακάτω, ένας νέος άνδρας ανέβηκε στο λεωφορείο σέρνοντας ξωπίσω του μια μεγάλη μαύρη πλαστική σακούλα. 'Εδειξε την κάρτα διαδρομών στον οδηγό. Τον αναγνώρισα αμέσως. Στην πραγματικότητα ήταν η τρίτη φορά που τον συναντούσα τυχαία στην πόλη. 'Ισως να ήταν και η Αθήνα τότε πιο μικρή και γι αυτό οι συμπτωματικές συναντήσεις με τους φίλους ή τα εκκεντρικά πρόσωπα της πόλης να ήταν πιο συχνές απ' ό,τι σήμερα (την ίδια εκείνη μέρα είχα δει από μακριά την Μάρω και την Αγγελική: την Μάρω, ενώ περπατούσε στο δρόμο κι εγώ ήμουν στο λεωφορείο, και την Αγγελική, ενώ ήταν στο τρόλλευ κι εγώ στο δρόμο).

 

 

Την  πρώτη φορά τον είχα συναντήσει το 1983 στο σταθμό στο Μοναστηράκι . Καθόταν σ’ ένα παγκάκι περιμένοντας τον ηλεκτρικό, κρατώντας στα γόνατά του μία χάρτινη σακούλα. Κάπου πρέπει να υπάρχει αυτή η φωτογραφία.

 

 

Την επόμενη φορά που τον είδα, περνούσα με ένα τρόλεϊ μπροστά από το Πολυτεχνείο και την τελευταία στιγμή τον πήρε το μάτι μου να διασχίζει τον δρόμο. Δεν θυμάμαι εάν εκείνη τη μέρα κουβαλούσε κάτι, αλλά ήταν σίγουρα ντυμένος με τον ίδιο ακριβώς τρόπο : γκρι κοστούμι , λευκό πουκάμισο , γραβάτα , κάλτσες και παπούτσια μαύρα.

Και τώρα για ακόμη μια φορά μπροστά μου, με την ίδια φορεσιά, αλλά αξύριστος και με χιλιάδες μικρά μπαλώματα στο μαύρο του κοστούμι και περισσότερες ακόμη ραφές που εξείχαν στην πίσω πλευρά του σακακιού, μαύρες μανσέτες, ένα σύνολο σωστό κολάζ από ατελείωτα κομμάτια υφάσματος. 'Ενας έκπτωτος πρίγκιπας.

 

 

Κατέβηκε και τον ακολούθησα. Στον ώμο του κουβαλούσε μια μεγάλη σακούλα. Στην αρχή έκανε μερικά αναποφάσιστα βήματα προς διάφορες κατευθύνσεις, ώσπου κατέληξε στην είσοδο του μπουζουκτζίδικου « Η νέα Αθηναία». Κουβέντιασε για λίγο με τον πορτιέρη και μόνο όταν πλησίασα άκουσα τις τελευταίες του λέξεις: "Δεν είναι για πέταμα, δεν είναι σκουπίδια, είναι μπουκάλια κρασιού, πρέπει να τα επιστρέψω". 'Επειτα τον είδα να διασχίζει τον δρόμο και να στέκεται στην απέναντι στάση. 'Αλλο λεωφορείο, αντίθετη κατεύθυνση. Τον πρόδωσα όμως και δεν κατέβηκα στην ίδια στάση με αυτόν, γιατί ήθελα να δω το πρόσωπο ενός κοριτσιού που βρισκόταν στο μπροστινό λεωφορείο. Δεν μου έκανε όμως τη χάρη ο οδηγός να τρέξει και να προσπεράσει, κι έτσι άλλαξα πάλι τα σχεδιά μου. Εκεί όπου είχε μείνει η μαύρη σακούλα, εκεί θα τον περίμενα κι εγώ να επιστρέψει. Κι αυτή τη φορά δεν λοξοδρόμησα, ούτε καν όταν αντιλήφθηκα πως το κορίτσι που αναζητούσα είχε κατέβει από το δικό της λεωφορείο στην ίδια στάση με μένα. Την είδα να περνάει απέναντι με τη μητέρα της, κι έκανα κι εγώ το ίδιο για να γυρίσω πίσω με άλλο λεωφορείο.

 

 

Φοβόμουν πως θα έφτανα αργά, αλλά όχι, η σακούλα ήταν πάντα εκεί. Τα πηγαινέλα μου έβαλαν όμως σε υποψίες τον πορτιέρη. Με είχε δει πρωτύτερα και άφησε την καρέκλα του για να με ελέγχει καλύτερα. 'Εκανα πως κοιτούσα τα ονόματα των τραγουδιστών. Αναμεσά τους και η Καίτη Αμπάβη, το μονο όνομα που θυμάμαι τώρα. Μετά έπιασα την κουβέντα με ένα νεαρό Τσιγγάνο που πουλούσε πεπόνια και καρπούζια στην άκρη του δρόμου. 'Ηθελε να μάθει τα πάντα : αν ήμουν ξένος, αν γνώριζα κορίτσια, αν είχα γαμήσει πούστηδες, πουτάνες, κορίτσια, και πόσες φορές, και για πόση ώρα (εκείνος, ένα λεπτό), αν δεχόμουν να μου το κάνουν για ένα εκατομμύριο ή και 10, αν πωλούσα το ρολόι μου, αν πήγαινα στα μπουζούκια, αν έβλεπα τσόντες, ποια ομάδα ήμουν, αν τραβούσα μαλακία... Σε λίγη ώρα -κατά τις δέκα-  θα περνούσαν να τον πάρουν κι ίσως απόψε να πάει να δει κάποιο κορίτσι. Αλλά να ήταν μόνη της, χωρίς τον πατέρα της. Εμείς τη βρίσκουμε πολύ με τις τσόντες. Κοίτα την αυτήν (μία οδηγό) πως κρατάει το τσιγάρο της. 'Εχουν τα μουνιά τους ανοιχτά. Τα μουνιά είναι ό' τι πιο βρώμικο. Αλλά όταν το βάζεις μέσα είναι ζεστά. 'Ηταν 16 ετών, τον έλεγαν Γιάννη, είχε λέει κοιμηθεί με δέκα κορίτσια. Από το ένα μάτι αλλοιθώριζε. Είχε ακούσει πως σε 15 χρόνια η Γη θα αναποδογυριζόταν και πως οι νεκροί θα βρίσκονταν από πάνω. 'Ηθελε να του πω τη γνώμη μου. Ούτε κι αυτός την πολυπίστευε αυτήν την ιστορία.

 

 

Τον άφησα και έφυγα όταν είδα να πλησιάζει το αγόρι με τα μπουκάλια. Εκείνο πήρε τη σακούλα, την έριξε στον ώμο του και εξαφανίστηκε πίσω από ένα συνεργείο στη γωνιά του δρόμου. Μετά από λίγο, ήμασταν συνεπιβάτες στο ίδιο πράσινο λεωφορείο Πειραιάς-Σύνταγμα. Κατεβήκαμε κοντά στον Ιππόδρομο και πήραμε, εκείνος μπροστά εγώ πίσω, έναν δρόμο στις Τζιτζιφιφιές γεμάτο ταβέρνες. Μετά ξανά πάλι πράσινο λεωφορείο, με κατεύνθυνση αυτή τη φορά το Σύνταγμα. Μία θέση ελευθερώθηκε ευτυχώς γι' αυτόν, γιατί η σακούλα παρά ήταν βαριά. Μετά από λίγο κάθησα κι εγώ ακριβώς από πίσω του. Κατέβηκε στην Καλλιθέα μπροστά στο μαγαζί με τους ξηρούς καρπούς που είναι το αγαπημένο του αδερφού του φίλου μου του Γιάννη. Πήρε ένα κάθετο δρόμο και σκέφτηκα πως θα πήγαινε να πάρει τον Ηλεκτρικό. Άφησε όμως λίγο πιο κάτω τη σακούλα του κι εξαφανίστηκε. Τον είδα να επιστρέφει με μία άλλη, ξέχειλη κι αυτή, που πρέπει να την είχε κρύψει σε μια προηγούμενη διαδρομή σε μία παρακείμενη οικοδομή. Αναρωτήθηκα πως θα μπορούσε να τις κουβαλήσει και τις δύο. Τοποθέτησε τη δεύτερη σακούλα δίπλα στην άλλη και άρχισε να περπατάει πέρα δώθε στο δρόμο, με τα χέρια στη μέση. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε, μία γυναίκα άνοιξε την πόρτα και φώναξε "dove vai ? dove vai ?".

 

 

Έκοψα ένα γιασεμί και κρύφτηκα πίσω από τα δέντρα και τα αυτοκίνητα. Με είχε δει ήδη βέβαια αρκετές φορές, αλλά αυτό δεν φαινόταν να τον απασχολεί καθόλου. Σταμάτησε κάποια στιγμή να πηγαινοέρχεται και τον είδα να σέρνει μία από τις δύο σακούλες. Πότε σέρνοντας τη μία, πότε κουβαλώντας την άλλη, έφτασε έτσι μπροστά σε ένα μαγαζί με δερμάτινα που ήταν ακόμη ανοιχτό στις δέκα η ώρα το βράδυ. 'Ηθελα να τον βοηθήσω, αλλά θα ματαιωνόταν η παρακολούθηση. Μπήκε και στο μαγαζί με τα δερμάτινα και μετά στο διπλανό φαρμακείο. Μπορούσα να τον δω μέσα από τη βιτρίνα. 'Εκανε χειρονομίες δείχνοντας τις σακούλες του. Μάντεψα πως θα ζητούσε την ίδια χάρη που είχε ζητήσει νωρίτερα κι από τον πορτιέρη. Η φαρμακοποιός φάνηκε πιο εξυπηρετική από τον γειτονά της γιατί του επέτρεψε να βάλει μέσα τις σακούλες του. 'Οταν είδε όμως τον όγκο τους άρχισε να διαμαρτύρεται. Κάνοντας πάλι μεγάλες χειρονομίες, ο νεαρός έβγαλε ένα μπουκάλι από τη σακούλα. Ήμουν κοντά στην πόρτα και τον άκουσα να την ευχαριστεί. Θα επέστρεφε να τις πάρει μετά από λίγο. Ήταν πολύ ευγενικός, είχε ωραίο χαμόγελο και η φωνή του μου άρεσε.

 

 

Βγαίνοντας απο το φαρμακείο, περπάτησε λίγο στους δρόμους της Καλλιθέας μέχρι που σταμάτησε σε ένα σουβλατζίδικο. Δεν πήρε τίποτα, ήπιε μόνο λίγο από έναν καταψύκτη. 'Επειτα, απορροφήθηκε με κάτι βιτρίνες, μαγαζιά με παπούτσια. με αντρικά, αλλά και γυναικεία ρούχα. Περίμενα πως θα επέστρεφε στο φαρμακείο, αλλά διαψεύστηκα. Σταμάτησε στη στάση του κινηματογράφου Ετουάλ, χάζεψε τις αφίσες και πήρε πάλι ένα πράσινο λεωφορείο. Πίσω στις Τζιτζιφιές και τις ταβέρνες της. Δεν άντεχα άλλο. Από τις 7.30 προσπαθούσα να καταλάβω. Πάνω από τρεις ώρες είχαν περάσει. Ξαφνικά, τον έχασα και σκέφτηκα τότε πως αυτό θα ήταν ένα ωραίο τέλος για την τρίτη μας συνάντηση. Αποφάσισα όμως να περιμένω λίγο ακόμα, ώσπου τον ξαναείδα έξω από μια ταβέρνα να συζητάει ζωηρά με ένα γκαρσόνι. Μία τρίτη σακούλα εμφανίστηκε. Η συγκεκριμένη όμως, ενώ ήταν το ίδιο ογκώδης, φαινόταν ελαφριά σαν πούπουλο. Στάθηκε πάλι αναποφάσιστος στην άκρη του πεζοδρομίου. 'Ενα πράσινο σταμάτησε. Ανέβηκα αυτή τη φορά μόνος, εγκαταλείποντας τις Τζιτζιφιές και τον πρίγκιπα των μπουκαλιών.

 

 

Μία Κυριακή βράδυ.

Επιστρέφοντας από την Αγία Μαρίνα, κολλήσαμε στην κίνηση μετά το Λούνα Παρκ της Γλυφάδας. Είχε ωραία βραδιά, ο κόσμος χαιρόταν τη βόλτα του. Από το Σύνταγμα πήρα ένα τρόλλευ για να γυρίσω σπίτι. Ήταν η δεύτερη γυναίκα οδηγός, μία νέα κοπέλα, λυγερή και όμορφη, που έβλεπα στην Αθήνα. Την πρώτη την είχα δει μόλις πριν στο λεωφορείο του Σουνίου. Κι ενώ σκεπτόμουν αυτήν την παράξενη σύμπτωση, είδα να προχωράει στο διάδρομο το αγόρι με τα μπουκάλια. Κρατούσε μία κούτα από μπουκάλια βότκας, αλλά άδεια. Με τα ίδια πάντα ρούχα, και την γκρίζα γραβάτα ασορτί με το κοστούμι του. Πρόσεξα πως τα χείλη του τρεμόπαιζαν. Φυσικά, κατεβήκαμε μαζί. Πήγε προς μια πιτσαρία κι εκεί μίλησε με το γκαρσόνι. Φαινόταν να γνωρίζονται. Πλησίασα κι εγώ για να ακούσω τι λένε. Ρωτούσε αν είχαν μπουκάλια. Το γκαρσόνι τον είπε Δημήτρη. Ο Δημήτρης του εξηγούσε πως του είχαν πει να περάσει να πάρει μερικά. Μίλησε και με μια σερβιτόρα που μετά από λίγο του έφερε δύο μπουκάλια. Αφού τους ευχαρίστησε και τους χαιρέτησε, προχώρησε στο παραδίπλα στενό. Στο 14 της οδού Νηρέως, έσπρωξε την καγκελόπορτα και χάθηκε στον κήπο μιας παλιάς μονοκατοικίας. 'Ακουσα θόρυβο από γυαλί. Να ήταν η κρυψώνα του ; Ο Δημήτρης εμφανίστηκε πάλι για να κλείσει την πόρτα. 'Ηταν μάλλον το σπίτι του. Ξαναπέρασα από την πιτσαρία μήπως μάθω μερικές πληροφορίες. Βρήκα το ίδιο γκαρσόνι και τον ρώτησα. "Μα πρόκειται για τρελό, τι τον θέλεις ;" μου είπε σαστισμένος. Κάτι προφασίστηκα και με συμβούλεψε να πάω να τον βρω και να του μιλήσω. Λίγα πράγματα ήξερε κι αυτός. 'Οτι ο Δημήτρης μάζευε μπουκάλια εδώ και καιρό, κι ' ότι ζούσε με τον παππού του. Πριν φύγω, σημείωσα τη στάση - Τροκαντερό- , καθώς και την πιτσαρία -Continentale - και τη διπλανή  παμπ - Maitai. Αυτή τη φορά, το πρώτο λεωφορείο που σταμάτησα με πήγε στον Πειραιά. Στον ηλεκτρικό, άκουσα να φωνάζουν το ονομά μου, αλλά δεν έδωσα αμέσως σημασία. Κι όμως, κάποιος επέμενε. Ήταν ο κύριος Αντώνης με ένα φίλο του. Με σακίδια στην πλάτη και οι δύο και με σορτς. Επέστρεφαν από μία εκδρομή στη Σαλαμίνα.

 

 

Η τελευταία μου συνάντηση με τον πρίγκιπα των μπουκαλιών.

Πρέπει να ήταν το 2004, με τους Ολυμπιακούς. Τον είδα στο Φιξ, μπροστά στα Γκούντις. Ξετύλιγε με πολλή λεπτότητα ένα μισοφαγωμένο χάμπουργκερ με όλα του τα ζουμιά που μόλις είχε ανασύρει από έναν κάδο σκουπιδιών. Μιλήσαμε λίγο, εκείνος σε άπταιστη καθαρεύουσα. Μου είπε πως τον έλεγαν Ιωάννη, πως έμενε πίσω από το σταθμό του Νέου Φαλήρου. Εκεί τον είχαν κλέψει πολλές φορές, τον είχαν δείρει κιόλας. Μετά, δεν ξέρω πως, πήγε η συζήτηση στο σινεμά. 'Ηξερε τον Rosselini και τις ταινίες του ιταλικού νεορεαλισμού. Ως εκεί. Η τύχη το έφερε να πάω να μείνω μετά από πολλά χρόνια στο Παλιό Φάληρο, πολύ κοντά στο παλιό σπίτι του Ιωάννη.